ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
“ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΠΝΕΥΜΑ”
ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ

Οικονομικοπολιτικά συμφέ-
ροντα, διαφθορά, δωροδοκίες,
ντοπάρισμα, βία, βαρβαρότητα

     Τα αποκαλούμενα «ολυμπιακό πνεύμα» και «ολυμπιακό ιδεώδες» αποτελούν μύθο. Από την αρχαιότητα ως την εποχή μας κυριαρχούσαν και κυριαρχούν οικονομικοπολιτικά συμφέροντα αργυρώνητων εξουσιών και αθλητών. Οι Ολυμπιακοί της αρχαιότητας αποτελούσαν θρησκευτικές τελετές, επικήδειες εκδηλώσεις για παράγοντες της Εξουσίας, ανταγωνισμούς πόλεων διαμέσου των ολυμπιονικών, που αναδεικνύονταν «ισόθεοι», ενώ οι αθλητικοί αγώνες προβάλλονταν ως πεδίο στρατιωτικών επιδείξεων προσωπικής ανδρείας. Κάθε ελληνική πόλη φιλοδοξούσε να κερδίσει ολυμπιακές νίκες, για διασφάλιση φήμης και διακήρυξη ισχύος και ευημερίας. Η συμμετοχή στις Ολυμπιάδες δεν αποτελούσε αθλητική εκδήλωση, αλλά βίαιη αναμέτρηση για ανάδειξη νικητών που εξασφαλιζόταν με τη βαρβαρότητα και τη διαφθορά.

     Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς ισχυρίζονται, ότι ο αθλητής δεν αγωνιζόταν για υλικό κέρδος, αλλά για την τιμή και τη δόξα της ολυμπιακής νίκης, που βραβευόταν με «κότινον», στεφάνι από κλωνάρι αγριελιάς. Πρόκειται για κραυγαλέο ψεύδος. Στην Ολυμπία, στόχος των αθλητών ήταν ο πλούτος καί τα αξιώματα, που εξασφαλίζονταν συχνά με δωροδοκίες και μυστικές συναλλαγές μεταξύ αντιπάλων και μεταξύ αθλητών καί ελλανοδικών. Ήταν συνέπεια τον ευτελισμού του αθλητισμού, που δεν αποτελούσε σωματική άσκηση, αλλά επίδειξη ισχύος. Υπαίτιοι της παρακμής του αθλητισμού και των δολιοτήτων οι αντιμαχόμενες πόλεις για πανελλαδική προβολή και για ένταξη των αθλητικών νικών στις στρατιωτικές δυνατότητες των ολυμπιονικών. Αυτή η καπήλευση θα οδηγήσει στη διάβρωση του αθλητικού ιδεώδους και στη μετατροπή του σε μέσο κερδοφόρων επιτευγμάτων.

  

 

 

     Κατά την πρωτοεμφάνιση των Ολυμπιακών οι αθλητές που νικούσαν ανήκαν στην προνομιούχα τάξη. Είχαν τη δυνατότητα κοινωνικής καί πολιτικής ανάδειξης. Αριστοκράτες οι πρώτοι ολυμπιονίκες, επειδή η συμμετοχή στους αγώνες απαιτούσε χρήμα. Η νίκη στην Ολυμπία αποτελούσε δόξα για την οικογένεια καί ευκαιρία προβολής. Ένας απλός πολίτης αναδεικνυόταν σε λαμπρή προσωπικότητα. Η εξιδανίκευση των πολεμιστών και το στρατιωτικό ήθος στους αγώνες αποτελούσαν αλληλένδετη έκφραση της κυρίαρχης τάξης.

     Στους ιππικούς αγώνες -αρματοδρομίες κ.λπ.- συμμετείχαν μόνο πλούσιοι και άρχοντες, που διατηρούσαν ειδικούς σταύλους και κατάλληλα άρματα και ανέθεταν στους δούλους τους να οδηγήσουν τα άλογα στην Ολυμπία. Αυτό το καθεστώς της προνομιακής συμμετοχής των ισχυρών της εξουσίας συνεχίζεται από την ομηρική εποχή ως τη συμμετοχή του Αλκιβιάδη (ε΄ αι. π.Χ.) στις ολυμπιακές αρματοδρομίες.

     Ο πάμπλουτος και αλαζονικός Αλκιβιάδης, που δαπανούσε τεράστια ποσά για ιπποτροφίες, εμφανίσθηκε στην Ολυμπία με εφτά άρματα και κέρδισε τρεις νίκες -των υψηλής ποιότητας αλόγων και αρμάτων- και διεκδικούσε πολιτική και στρατιωτική εξουσία. Μετά τις νίκες -διά μέσου των ηνιόχων του- απευθυνόμενος στους Αθηναίους διακηρύσσει: «Μου ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλον να ασκώ εξουσία καί πιστεύω πώς είμαι άξιος». («Και προσήκει μοι μάλλον ετέρων, ώ Αθηναίοι, άρχειν και άξιον άμα νομίζω είναι».) Και υπενθυμίζει, ότι έλαβε μέρος στους αγώνες με εφτά άρματα καί κέρδισε την πρώτη, δεύτερη και τέταρτη θέση. Και δηλώνει, ότι όλα αυτά προσφέρουν τιμή καί δύναμη. («Νόμω γαρ τιμή τα τοιαύτα, εκ δε του δρωμένου και δύναμις άμα υπονοείται», Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Στ΄ 16,2).

     Μερικά παραδείγματα πολιτικής ανόδου Αθηναίων της αριστοκρατίας «νικητών» σε αθλητικούς αγώνες: Ο Κίμων, που νίκησε με τέθριππο κατέκτησε πολιτικά αξιώματα, όπως γράφει ο Ηρόδοτος (Μούσαι, Στ΄ 35). Εξοστρακίστηκε, αλλά το 536 π.Χ., ύστερα από νίκη στους Ολυμπιακούς, επέστρεψε στην Αθήνα. Ο Μιλτιάδης, που νίκησε στην αρματοδρομία της Ολυμπίας διορίσθηκε διοικητής της Χερσονήσου. Ο Πεισίστρατος, με παρόμοια «αθλητική δράση», έγινε τύραννος της Αθήνας. Υπήρξε το πρότυπο για τους μελλοντικούς αριστοκράτες, που θα διεκδικήσουν την εξουσία ως ολυμπιονίκες!

 

 

     Ο Κύλων, ιστορεί ο Θουκυδίδης, κατέλαβε την Ακρόπολη για να αναδειχθεί τύραννος, πιστεύοντας, ότι οι Ολυμπιακοί ήταν η μεγαλύτερη εορτή του Διός και ότι ό ίδιος, ως ολυμπιονίκης, είχε σχέση με τον αρχηγό των θεών! Είχε προηγουμένως εξασφαλίσει συναινετικό χρησμό του μαντείου των Δελφών, ως θεϊκή παραίνεση -προφανώς με δωροδοκία. Ο χρησμός τον καλούσε να καταλάβει την Ακρόπολη κατά την εορτή του Διός. («Εν Δελφοίς ανελείν ο θεός εν τη του Διός τη μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων ακρόπολιν», Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Α΄ 126,3).

     Πάμπολλοι τύραννοι της Σικελίας ανακηρύσσονταν ολυμπιονίκες χωρίς προσωπική συμμετοχή. Χρησιμοποιούσαν αλόγα, άρματα και δούλους ηνιόχους. Πασίγνωστοι, ωστόσο, ποιητές υμνολογούσαν αυτούς τους τυράννους. Ήταν τα λεγόμενα επινίκια. Όλα αυτά τα ποιήματα προσφέρονταν με πλούσιες αμοιβές. Οι νικητές καλούσαν τους ποιητές να συγγράψουν ωδές νικητήριες με άφθονο χρήμα και κάθε λογής δώρα. Όλοι οι «επίνικοι» του Πινδάρου, του Σιμωνίδη και του Βακχυλίδη αποτελούσαν καρπούς οικονομικών συναλλαγών.

     Ο Ιέρων, τύραννος των Συρακουσών, έδωσε εντολή στον Πίνδαρο να συνθέσει «επίνικον» για τη «νίκη» του στην Ολυμπία. Ο Βοιωτός ποιητής δοξολογεί τον τύραννο ως κυρίαρχο ηγεμόνα αποκαλώντας τον βασιλέα! Οι κάτοικοι των Συρακουσών αποκαλούσαν τον Ιέρωνα «βασιλέα ολυμπιονίκη»! Ο Πίνδαρος εύχεται να δώσουν οι θεοί στον τύραννο δύναμη να πετάξει στον ουρανό!... (Ολυμπιονίκες, 1,6,182 κ.ε.).

    Για τους τυράννους και μονάρχες οι Ολυμπιακοί αγώνες αποτελούσαν την ευκαιρία αυτοδιαφήμισης και προπαγάνδας με την εξασφάλιση πλαστών «αθλητικών νικών» με εξαγορές, απειλές καί δωροδοκίες προς τους ελλανοδίκες και τους αντιπάλους τους στον στίβο. Όλοι σχεδόν οι τύραννοι και βασιλείς διεκδικούσαν ολυμπιακές νίκες στις αρματοδρομίες, επειδή διέθεταν ταχύποδα άλογα καί κατάλληλα άρματα. Απέφευγαν προσωπική συμμετοχή στους αγώνες και ανέθεταν στους ηνιόχους τους την αντιπαράθεση. Βραβεύονταν όμως τελικά οι τύραννοι ιδιοκτήτες και όχι οι ηνίοχοι από τους ελλανοδίκες.

     Ο τύραννος της Σικυώνος, Μύρων, «νίκησε» στους αγώνες του 648 π.Χ. καί έστησε δύο χάλκινες προτομές του πλάι στο ναό του Διός. Ο Φίλιππος Β' της Μακεδονίας, που «νίκησε» σε τρεις ολυμπιακές αρματοδρομίες αφιέρωσε στον Δία ένα μνημείο το λεγόμενο «Φιλιππείον», το οποίο διακόσμησε με αγάλματα των μελών της βασιλικής οικογένειας.

    Κάθε πόλη διεκδικούσε ολυμπιακές νίκες για να εξασφαλίσει δόξα και να διατυμπανίσει την ισχύ καί ευημερία της. Οι αθλητές επιζητούσαν τη νίκη με όλα τα μέσα -τη βαναυσότητα και την εξαγορά- καταφρονώντας τους «κανονισμούς» και το λεγόμενο «Ολυμπιακό πνεύμα». Στους αγώνες της Ολυμπίας κυριαρχούσε η διαφθορά και η μανιακή επιδίωξη της νίκης.

    Είναι ολοφάνερο, ότι ο επαγγελματισμός, η εξαγορά και οι αγριότητες των αναμετρήσεων εξευτέλιζαν τον αρχαιοελληνικό αθλητισμό. Η παρακμή και η καταρράκωση επικρατούσαν σε όλους τους αγώνες και σε όλες τις πόλεις. Τα περί ολυμπιακού πνεύματος αποτελούν χυδαία μυθοπλασία, μια ελεεινή παραμόρφωση της αλήθειας, που διά μέσου διεφθαρμένων συγγραφέων, διατηρείται και υμνολογείται επί τρεις περίπου χιλιετίες. Την εξαχρείωση εγκολπώνονται και οι αθλητές και οι πόλεις πατρίδες τους.

 

 
Στην Ολυμπία, όταν τιμωρούνταν παραβάτες αθλητικών κανονισμών, πλήρωναν χρηματικό πρόστιμο. Από τα χρήματα αυτά κατασκευάζονταν αγάλματα του Δία, οι Ζάνες, εμπρός από την είσοδο του σταδίου. (Στη φωτογραφία εικονίζεται ό,τι έχει απομείνει σήμερα από τα αγάλματα αυτά· οι βάσεις τους). 

Την αδήριτη εσωτερική ανάγκη επικράτησης του ενός ανθρώπου εις βάρος του άλλου, η οποία εκφράζεται κατά κυρίαρχο τρόπο με το ένστικτο της επιθετικότητας, επιχείρησαν να τιθασεύσουν δια του αθλητισμού, ο οποίος όμως στην πράξη ευτελίστηκε με τον επαγγελματισμό, την εξαγορά και τις  αγριότητες των αναμετρήσεων. Στους Ολυμπιακούς και τους άλλους τοπικούς αγώνες, είχε διεισδύσει η διαφθορά. Κυριαρχούσε το πάθος για πλουτισμό με παρανομίες, συμβιβασμούς, δωροδοκίες και ανοχή κερδοσκοπικών συναλλαγών.

 

   Στην Ολυμπία, τα αθλητικά αγωνίσματα αποτελούσαν αλληλοσπαραγμό των αντιπάλων, ένα στίβο φόνων και σωματικών συμφορών. Στα τρία κυρίως αγωνίσματα, τα πιο βάρβαρα της ιστορίας, στην πάλη, στην πυγμαχία και το παγκράτιο, ο ένας από τους δύο αντιπάλους έπεφτε συνήθως νεκρός από στραγγαλισμό ή θραύση του κρανίου ή παρέμενε δια βίου ανάπηρος εξ αιτίας των καταγμάτων, των στρεβλώσεων και των εξορύξεων των οφθαλμών. Τα περισσότερα πρόσωπα των αθλητών παραμορφώνονταν κατά τις αναμετρήσεις, κυρίως στην πυγμαχία, επειδή οι παλάμες των αντιπάλων ήταν οπλισμένες με σκληρούς ιμάντες ενισχυμένους με μεταλλικά επιθέματα και καρφιά.

     Στην πάλη επιτρεπόταν ο στραγγαλισμός, στην πυγμαχία συντρίβονταν τα πάντα, στο παγκράτιο επιτρεπόταν και η εξόρυξη των ματιών. Στους τρεις αυτούς αποτρόπαιους αγώνες οι αντίπαλοι πνίγονταν στο αίμα. Η νίκη στην πυγμαχία, όπως αναφέρεται σε μιά επιγραφή της Θήρας, επιτυγχάνεται με την αίματοχυσία («α νίκα πύκταισι δ΄ αίματος», α΄ αι. μ.Χ.). Τρομακτικές οι συνέπειες των συγκρούσεων. Από τα γρονθοκοπήματα συντρίβονταν όλα ανεξαιρέτως τα δόντια. Πρόκειται για «αθλήματα» βίας και αγριότητας, που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα των κοινωνιών και τις κάθε λογής σκοπιμότητες των εξουσιών. Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα αγωνίσματα είχαν μεγάλη διάδοση εξ αίτιας των πολεμικών συρράξεων καί των κινδύνων εισβολής και υποδούλωσης.

     Το 1969, σε ανασκαφή στην Ερέτρια, ήλθαν στο φως αγγεία με παραστάσεις πάλης, πνγμαχίας καί παγκρατίου, αποκαλυπτικά των θηριωδιών καί της απανθρωπιάς. Συντριβή βραχιόνων, θανατηφόρα πλήγματα. Ακόμη και μικρά παιδιά και έφηβοι παρασύρονταν στα τρία φρικώδη και εξοντωτικά αγωνίσματα. Συχνά, στα αρχαία κείμενα αναφέρεται η φράση «παις παγκρατιαστής». Μυριάδες οι νεκροί και οι ανάπηροι από τους ολυμπιακούς αγώνες. Ελάχιστες όμως περιπτώσεις βάναυσων και εγκληματικών αναμετρήσεων αναφέρονται από τους ιστορικούς της ελληνικής αρχαιότητας. Οι Ολυμπιακοί και οι κατοπινοί αγώνες αποτελούσαν χώρους βαρβαροτήτων.

 












Ο παγκρατιστής στα δεξιά προσπαθεί να βγάλει το μάτι του αντιπάλου του. (Αττικός κύλικας του ε΄ αι. π.Χ., Βρετανικό Μουσείο).
 

   Οι ολυμπιονίκες δεν απολάμβαναν μόνο τον «κότινον», το στεφάνι από αγριελιά, πλούτιζαν κατά την επιστροφή στην πόλη - πατρίδα τους εισπράττοντας αποδοχές διά βίου. Αναλάμβαναν αξιώματα διοικητικά και στρατιωτικά και αποθεώνονταν - ανακηρύσσονταν ισόθεοι! Στην Ολυμπία, αλλά κοι στην πόλη τους, στήνονταν τιμητικοί ανδριάντες τους.

     Πολλοί αθλητές, διεκδικώντας τη νίκη εξαγόραζαν τους αντιπάλους και τους κριτές των αθλημάτων, τους ελλανοδίκες. Τιμωρίες επιβάλλονταν για παραβιάσεις κανονισμών, από ειδικές ομάδες με μαστίγια καί ρόπαλα, μόνο όταν η παρανομία γινόταν γνωστή - κάτι σπανιώτατο- στους θεατές του σταδίου. Η διαφθορά είχε διαποτίσει κριτές και άρχοντες των ολυμπιακών αγώνων, που αποτελούσαν πάντοτε πηγή καί ευκαιρία πλουτισμού.

 



Διάφοροι εξωνημένοι διανοούμενοι του αρχαιοελληνικού κόσμου ωραιοποιούν τους ολυμπιακούς καί τους άλλους τοπικούς αγώνες -Νεμέα, Πύθια, Ίσθμια κ.λπ.- και θεοποιούν τους Ολυμπιονίκες αποκρύπτοντας σκοπίμως την αλήθεια. Κορυφαίος από τους εξαχρειωμένους του πνεύματος ο ποιητής Πίνδαρος, που έγραφε πάμπολλους ύμνους με πλούσια ανταλλάγματα για Ολυμπιονίκες τυράννους, αριστοκράτες και πλούσιους. Ήταν η εποχή, που αναδεικνύονταν ολυμπιονίκες με παρασκηνιακές οικονομικές συναλλαγές. Δεν έλειψαν όμως και οι γενναίοι πνευματικοί άνθρωποι, που τολμούσαν να καταγγείλουν τις αγριότητες, την αιματοχυσία και τη διαφθορά των ολυμπιακών αγώνων. Ανάμεσά τους ο Ξενοφάνης, ο Λουκιανός, ο Φιλόστρατος κ.ά..

    Στους πρώτους αιώνες των ολυμπιακών αγώνων αναδεικνύονταν στις αρματοδρομίες οι αριστοκράτες, που διατηρούσαν ιπποτροφεία και άρματα προηγμένης τεχνολογίας, χώρες προσωπική συμμετοχή, αλλά με ηνιόχους δούλους τους. Ήταν μιά μέθοδος αυτοπροβολής και διεκδίκησης τυραννικής εξουσίας.

     Οι φτωχοί στην αρχαία Ελλάδα αναζητούσαν, διαμέσου των αθλητικών αναμετρήσεων οικονομική ασφάλεια, ακόμη και πλούτο και ευκαιρία για απόκτηση φήμης. Οι αριστοκράτες διεκδικούσαν δοξολογήματα διαμέσου των ποιητών, που τους υμνολογούσαν με ωδές. Εκείνη την εποχή δοξάζονταν οι άνδρες με τα επιτεύγματα χεριών και ποδιών, όπως τονίζει ο Όμηρος: «Για άνδρα δεν γνωρίζω μεγαλύτερη σ΄ αυτό τον κόσμο δόξα από ό,τι κάνει με τα πόδια του μοχθώντας και τα χέρια» (Οδ., θ΄ 147-148).



    Στους θεατές των Ολυμπιακών και των άλλων τοπικών αγώνων τα επαίσχυντα αγωνίσματα αλληλοκαταστροφής προκαλούσαν ενθουσιασμό και απόλαυση. Κραύγαζε με αγαλλίαση, γράφει ο Πλούταρχος, το πλήθος των θεατών, που αντίκρυζαν την πάλη, την πυγμαχία ή το παγκράτιο, ενώ ο αντίπαλος που δεχόταν το χτύπημα ήταν βουβός, δηλαδή νεκρός. Οι θεατές παραληρούσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων, ωρύονταν και  χοροπηδούσαν με υψωμένα χέρια. («Οι θεώμενοι βοώσιν, ο δε πληγείς σιωπά», Πλούταρχος, Πώς δει ποιημάτων ακούειν, 29).

 

Το άρθρο συνεχίζεται... 

Διαβάστε το δεύτερο μέρος του άρθρου κάνοντας κλίκ εδώ.


O Κυριάκος Σιμόπουλος (1921-2001) ήταν δημοσιογράφος και ιστοριοδίφης. Έχει εκδόσει τα βιβλία:
Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα,
Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21,
Η γλώσσα και το εικοσιένα,
Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη,
Βασανιστήρια και εξουσία,
Ο μύθος των μεγάλων της ιστορίας,
Διανοούμενοι και καλλιτέχνες ευτελείς δούλοι της εξουσίας,
Μυθοπλαστία όλες οι θρησκείες της οικουμένης κ.ά..

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 43554

    28 Ιουλ 2017


    http://www.mixanitouxronou.gr/aftos-o-pigmachos-ine-sigoura-enas-olimpionikis-taleporimenos-apo-ta-tromera-chtipimata-alla-nikitis-giati-iche-to-pronomio-na-smilepsoun-me-toses-leptomeries-ta-charaktiristika-tou/

    http://www.mixanitouxronou.gr/dorodokia-ke-stimeni-agones-stous-olimpiakous-agones-tis-archeas-elladas-i-pigmachi-pou-sinennoithikan-gia-to-apotelesma-ke-i-paterades-pou-kanonisan-to-apotelesma-tou-agona-ton-gion-tous/

    http://www.mixanitouxronou.gr/paramorfomena-prosopa-tiflosis-strangalismi-ke-thanati-stous-olimpiakous-agones-tis-archeotitas-gia-tin-pigmachia-tin-pali-ke-to-pagkratio-ipirche-ke-nomiki-kalipsi-an-o-ittimenos-echane-ti-zoi-t/