“ΞΕΡΕΙΣ
ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ
ΕΓΩ, ΡΕ;”

Η φυσική εξέλιξη
του θηλαστικού Άνθρωπος
μέσα στο γήινο περιβάλλον

   «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Ενίοτε συνοδεύεται και από το γνωστό ευγενικό μόριο «ρε», «ξέρεις ρε, ποιος είμαι εγώ;». Συνήθως αυτός που ερωτάται δεν ξέρει, αλλά κι αν ξέρει σκοτίστηκε. Είναι φυσική λοιπόν η απάντησή του: «Όχι ρε φίλε δεν ξέρω, κι ούτε θέλω να μάθω, και άει παράτα μας». Εκεί αρχίζει και ο καυγάς, απόρροια και αυτός αυτού που πράγματι είμαστε. Γιατί η απάντηση έπρεπε να είναι πιο απλή, αλλά και πιο περιεκτική: «Ναι ξέρω είσαι και συ, όπως κι εγώ, ένα ζώο, που από το προγονικό σου ένστικτο διεκδικείς το χώρο της επιρροής σου».


H εξέλιξη της ζωής. (Πηγή: Κ. Κουνελάκη, Τhe Sciences of Education Online.)


   Είσαι ο άνθρωπος, αυτό το περίεργο ζώο, που κυριάρχησες στον πλανήτη γη και, γιατί όχι, και στο δορυφόρο του. Κατόρθωσες να δαμάσεις, αυτό βέβαια μέχρις ενός ορίου, τις φυσικές δυνάμεις, εκμεταλλεύτηκες τους φυσικούς πόρους, νομίζεις ότι κατακυριάρχησες σε όλα τα έμβια πλάσματα, από τα μικροσκοπικά ως τα γιγάντια, και κατόρθωσες να κατασκευάσεις ακόμη και βάραθρα μεγαλύτερα από τα φυσικά μέσα στις πόλεις σου. (Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε τα τρομερά βάραθρα που σχηματίζουν οι ουρανοξύστες στο Manchatan της Νέας Υόρκης, στη Σαγκάη ή όπου αλλού). Γνώρισες ένα ασήμαντο μέρος από τα βαθειά μυστήρια της φύσης, εξερεύνησες τη δομή της ύλης, πιστεύεις ακόμη, ότι  έμαθες τους νόμους, που ρυθμίζουν την ίδια τη ζωή, αλλά δεν κατόρθωσες ακόμη να μάθεις ένα πράγμα. Τον ίδιο τον εαυτό σου!


   Ποιος είμαι λοιπόν; Εγώ, εσύ, όλοι μας;


   Πολύ απλά είμαι το προϊόν της διασταύρωσης του πατέρα μου και της μάνας μου, που και αυτοί ήσαν προϊόντα διασταύρωσης άλλων δύο ατόμων ο καθένας, ενός αρσενικού και ενός θηλυκού. Αν πάω πιο πίσω, όχι πολύ δέκα με είκοσι δεκαετίες, θα βρω μέσα στους προγόνους μου μερικούς άρχοντες, μερικούς ζωοκλέφτες, ίσως λίγους ήρωες, δεν αποκλείεται να βρεθούν μερικοί ηλίθιοι και άλλοι τόσοι πολύ έξυπνοι. Μέσα σε αυτούς μερικοί θα έβοσκαν γιδοπρόβατα στα ορεινά, κάποιοι άλλοι θα έφτιαχναν καράβια κ.λπ. Λίγο πιο πίσω κάτι άλλοι ίσως να προσεύχονταν στις μυστηριακές τελετές των ορφικών στη Θράκη.


     Ο Κάρολος Δαρβίνος, ασχολούταν με την ανάπτυξη της Θεωρίας της Εξέλιξης μυστικά για δεκαετίες. Οι προσπάθειες των θρησκευτικών κύκλων να γελοιοποιήσουν το Δαρβίνο (αριστερά εικονίζεται σε ηλικία 51 ετών, λίγο μετά τη δημοσίευση της «Προέλευσης των ειδών») ήταν πάμπολλες. Στη δεξιά εικόνα φαίνεται μιά δυσφημιστική παράστασή του.


   Έξη, εφτά ή δέκα και περισσότερες χιλιάδες χρόνια πιο πίσω, κάποιοι πρόγονοί μου, φορώντας δέρματα, θα ζωγράφιζαν σε σπηλιές και θα πέφτανε στα γόνατα σε κάθε βροντή ενός βροχερού απογεύματος. Ίσως να ζούσαν όλοι μαζί σε μια κοινή σεξουαλική κοινωνία. Ακόμη πιο πίσω, κάπου 100.000 ως ένα εκατομμύριο χρόνια, κάποιος από τους προγόνους μου, δεν θα μου έμοιαζε και τόσο, πιο μικρόσωμος, με πιο μικρό κεφάλι, περισσότερο με πίθηκο θα έμοιαζε, (μήπως σήμερα αν κοιτάξουμε προσεκτικά γύρω μας δεν υπάρχουν πολλοί που μοιάζουν με πιθήκο;) αλλά κάτι θα ετοίμαζε κι αυτός να αφήσει σε μένα. Θα φόραγε ή δεν θα φόραγε κάποιο δέρμα για ρούχο, ίσως ακόμα δεν θα ήξερε τη φωτιά, θα έτρωγε φρούτα σκαρφαλωμένος επάνω στα δένδρα, μερμήγκια, βατράχια και ζωντανά μολυντηράκια. Ο πρόγονός μου; Βεβαίως! Αυτός είμαι. Είμαι ο απόγονος όλων αυτών, που έχω μέσα στο γονιδίωμά μου καταβολές από όλους αυτούς, κι ακόμη πιο πίσω από εκείνο το μικρό ζωάκι που έτρωγε μερμήγκια.


   Συνηθίσαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας σαν κάτι ξέχωρο μέσα στο γήινο περιβάλλον. Πόσο λάθος! Βέβαια με μια πρώτη ματιά η διαφορά ανάμεσα σε μας και στα ζώα φαίνεται πολύ μεγάλη. Δεν είναι όμως. Ένας ζωολόγος, ας πούμε από άλλο πλανήτη, θα πει πως ο Homo sapiens («Άνθρωπος ο σοφός», έτσι αυτοβαφτίστηκε) είναι καθαρά ένα ζώο. Ένα θηλαστικό που ανήκει στο φύλο των Χορδωτών, στην τάξη των Ανθρωποειδών και στην Οικογένεια Ανθρωπίδαι. Στην διπλανή ακριβώς οικογένεια των Πονγκιδών ανήκουν οι μεγάλοι πίθηκοι. Τώρα διαφέρουμε από αυτούς. Σίγουρα. Ένας Χιμπατζής ή ένας Γορίλας δεν μπορεί να γίνει άνθρωπος. Το αντίθετο, φοβάμαι, πως συμβαίνει με αρκετή συχνότητα. Κάποτε, όμως, κάπου μεταξύ 15 και 30 εκατομμύρια χρόνια πίσω, ίσως και πιο πολύ, είχαμε έναν κοινό πρόγονο, ένα κάποιο ζώο που έμοιαζε με κάποια μαϊμού που βρισκόταν πολύ μπροστά από την εποχή της! Μια μαϊμού που είχε αρχίσει, ας πούμε, να αποκτά ή καλύτερα να δημιουργεί ανθρώπινες συνήθειες. Τα χρόνια πέρασαν. Η μαϊμού εξελίχτηκε. Ξεχώρισε. Οι πιο έξυπνες μαϊμούδες έφτιαξαν άλλο γένος, ίσως το Ramapithecus, αργότερα τον Australopithecus, πιο έπειτα το Homo, κάπου μεταξύ 2 με 4 εκατομμύρια χρόνια πριν από μας.

           










Παλαιοντολογικό Δενδρόγραμμα των Σπονδυλωτών του Ερνστ Χαίκελ (1879).

   

     Κι η ζωή κύλαγε το δρόμο της. Κατώτερο Πλειστόκαινο, Μέσο, Ανώτερο, Παλαιολιθική εποχή, κάπου 30.000 χρόνια πριν κι ο πληθυσμός του σημερινού ανθρώπου άρχισε να αυξάνει και να κατακυριεύει τη γη. Το παρελθόν χανόταν μες στη θολούρα των αναμνήσεων, που πήγαιναν από γενιά σε γενιά. Θρύλοι, παραδόσεις, πολιτισμοί, θρησκείες, στα τελευταία 1.000 χρόνια, έγιναν τόσα πολλά όσα δεν είχαν γίνει στα προηγούμενα 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια της ζωής της γης. Ο άνθρωπος ανέβηκε στο βάθρο του «Κυρίαρχου» και ξέχασε το ταπεινό του παρελθόν. Το ξέχασε τόσο πολύ, ώστε μια κυρία της Βικτωριανής εποχής να πει, όταν έμαθε για τη Θεωρία της Εξέλιξης του Δαρβίνου: «Ας ελπίσουμε ότι δεν είναι αλήθεια, αλλά αν είναι, ας ευχηθούμε πως δεν θα γίνει πλατύτερα γνωστή». Αυτή η κυρία και οι όμοιοι της κάνανε το μεγάλο Huxley να πει: «Δεν θα ντρεπόμουν να έχω για πρόγονό μου μια μαϊμού, αλλά θα ντρεπόμουν να συναναστρέφομαι με άνθρωπο, που προσφέρει δώρα για να συσκοτίσει την αλήθεια».


      Κι αλήθεια πόσο σκοτάδι περιβάλλει την ύπαρξή μας. Πόσο έχουμε ωραιοποιήσει την κάθε μας ενέργεια και πόσο περήφανοι είμαστε για τον ανθρωπισμό μας και για τις δήθεν περίπλοκες και μοναδικές στη φύση ιδιότητές μας. Είναι όμως τόσο μοναδικές; Υπάρχουν άραγε επειδή είμαστε Homo sapiens, σοφοί δηλαδή; Ή μήπως είναι μια συνέχεια από εκείνο το μακρινό παρελθόν όταν η ανθρώπινη παρουσία επάνω στη γη χαρακτηριζότανε το πολύ, πολύ σαν μια παραδοξολογία της φύσης; Ξέχασε τις βασικές του ιδιότητες ο άνθρωπος, το σεξ, τη διατροφή, το μεγάλωμα των παιδιών του, την πάλη για την επικράτηση μέσα και έξω από το γένος. Άλλα μεν τα έντυσε με το μανδύα της αιδημοσύνης και της σιωπής και άλλα τα εξιδανίκευσε και τα τοποθέτησε σε σφαίρες υψηλές. Κακά τα ψέματα. Τίποτε δεν είναι νέο. Όλα ξεκινάνε από την ίδια βάση. Χωρίς φαΐ δεν φαντάζομαι να μπορούσε να κάθεται και να σκέπτεται.

Σκελετοί ανθρωποειδών.


   Κάποτε σε τούτο τον πλανήτη κυριαρχούσαν τα μεγάλα ερπετά. Η κυριαρχία τους κράτησε κάπου 200 εκατομμύρια χρόνια κι ύστερα χάθηκαν. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν κατόρθωσαν να προσαρμόσουν τον εαυτό τους στην έλλειψη της άφθονης τροφής που για κάποιους λόγους παρουσιάστηκε. Και χάθηκαν. Ο άνθρωπος φάνηκε πιο έξυπνος. Από χορτοφάγο ζώο στην αρχή κατόρθωσε να γίνει παμφάγο και βέβαια τούτο τον βοήθησε να επικρατήσει.


    Τι θα γίνει όμως στο μέλλον; Το φάσμα της πείνας πλανιέται απειλητικό στον πολιτισμένο κόσμο μας. Θα το ξεπεράσουμε; Ή μήπως πλησιάζει η εποχή που κάποιο άλλο γένος θα ξεκινήσει να γίνει ο κυρίαρχος της γης; Ποιό; Μα ίσως τα έντομα, οι κατσαρίδες ας πούμε, το αρχαιότερο ζώο επί της γης! Ποιος ξέρει. Η βασική αυτή λειτουργία της ζωής, δηλαδή το φαΐ, έχει γίνει ολόκληρη ιεροτελεστία στο σημερινό κόσμο μας και είναι πολύ χυδαίο, ας πούμε να τρώμε με τα χέρια. Μπροστά στους άλλους όμως! Γιατί κατʼ ιδίαν πόσοι θυμόμαστε τον παλιό εκείνο πρόγονο και τρώμε όπως κι αυτός, γιατί είναι, λέει, πιο νόστιμο. Βέβαια ο πολιτισμός μας επέβαλε το πιρούνι, το μαχαίρι και την πετσέτα, αλλά ο τρόπος που μασάμε, που καταπίνουμε, που χωνεύουμε, και να μη γελιόμαστε, κι εκείνος που απορρίπτουμε προϊόντα του καταβολισμού μας έμεινε αναλλοίωτος στις χιλιετηρίδες. Για να αποκτήσουμε, λοιπόν, αυτή την τροφή τι κάνουμε; Τίποτε παραπάνω από εκείνο που έκανε και ο γυμνός πρόγονος μας. Φεύγουμε το πρωί και πάμε στη δουλειά, όπως ακριβώς έκανε κι εκείνος. Μόνο που εκείνος έφερνε απʼ ευθείας την τροφή στη σπηλιά ενώ εμείς φέρνουμε στη δική μας λεφτά και με αυτά παίρνουμε την τροφή. Όχι και σπουδαία διαφορά.

Πολλά είδη φυτών και ζώων υπήρχαν πριν από εκατομμύρια χρόνια, αλλά εξαφανίστηκαν και δεν υπάρχουν σήμερα (π.χ. οι δεινόσαυροι.) Άλλα ζώα, που δεν υπήρχαν παλαιότερα, εμφανίστηκαν πολύ αργότερα (π.χ. τα θηλαστικά.) Είναι αντιεπιστημονικό και πέραν της λογικής να υποστηρίζεται, ότι όλα τα ζώα τα έφτιαξε «μιά κι έξω» ο θεός μέσα σε μιά βδομάδα το 5.508 π.Χ., σύμφωνα με τις βιβλικές περιγραφές.

    Ας δούμε, όμως, μια άλλη ανθρώπινη ιδιότητα. Την επιθετικότητα. Το ζώο τούτο, που λέγεται ανθρωπος, κατʼ εξοχήν επιθετικό, άλλαξε άραγε από τότε; Μάλλον όχι. Απλώς οι τρόποι επιθετικότητας, και οι λόγοι, αντικαταστάθηκαν με πιο εξευγενισμένους. Η επιθετικότητα προς άλλα γένη αντικαταστάθηκε από το ʽευγενές σπορʼ, το κυνήγι, και προς τα μέλη του ιδίου γένους μας από τον επαγγελματικό ανταγωνισμό ή σε πιο ακραίες περιπτώσεις από τον πόλεμο. Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας και θα βεβαιωθούμε για την αλήθεια ιδίως του πρώτου που αναφέρθηκε. Σε μια κοινωνική εκδήλωση, ας πούμε σε μια δεξίωση, μια μικρή παρατήρηση μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τους ισχυρούς από τους λιγότερο ισχυρούς ως τα απλά «σαλιγκάρια». Όσο πιο πολλές υποκλίσεις και εξυπηρετήσεις βλέπει κανείς προς το ισχυρό μέλος της συντροφιάς τόσο περισσότερη γλοιώδης ουσία υπάρχει. Αλλά αυτό είναι συνήθεια μόνο του πολιτισμού; Κάθε άλλο μάλιστα. Η συμπεριφορά των χιμπατζήδων ή άλλων ανθρωποειδών στην αγέλη καθόλου δεν διαφέρει. Έτσι κι εκεί. Ο ηγέτης της αγέλης δέχεται τις περιποιήσεις των μελών της μέχρι να βρεθεί κάποιος που θα τον διώξει για να τις δέχεται αυτός μετά κ.ο.κ. Έχουν άραγε οι χιμπατζήδες ανθρώπινες συνήθειες ή οι άνθρωποι διατηρούν τις προαιώνιες ενστικτώδεις συνήθειες γυαλισμένες με το λούστρο του πολιτισμού;


     Πόσες άλλες ανθρώπινες συνήθειες της σημερινής πολιτισμένης εποχής μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ραφιναρισμένες συνέχειες εκείνου του προγόνου μας που έτρωγε ωμά μολυντηράκια. Αλλά ας δούμε λίγο πιο μέσα τον ίδιο τον εαυτό μας. Αν αφαιρέσουμε ένα, ένα τα όργανα του κορμιού μας, θα βρούμε μύες, ίνες, νεύρα, αίμα κτλ., κι αν ψάξουμε πιο πολύ θα ιδούμε κύτταρα. Αν κοιτάξουμε μέσα στα κύτταρα θα βρούμε τα γονίδια. Ψάχνοντας λίγο ακόμη θα δούμε μέσα σε αυτά το περίφημο DNA, το δεσοξυριβουνοκλεϊκό οξύ, το θεμέλιο της ζωής, που όλοι σήμερα το πιπιλίζουν σαν καραμέλα και λίγοι ξέρουν τι ακριβώς είναι. Όταν το αρσενικό σπέρμα σμίγει με το θηλυκό ωάριο είναι καθαρή τύχη ποιο από τα εκατομμύρια σπερματοζωάρια θα προλάβει να γονιμοποιήσει το ωάριο, και τότε τη στιγμή εκείνη γεννιέται ένα νέο ανθρώπινο πλάσμα, όπως ακριβώς γίνεται και σε όλα τα άλλα έμβια όντα του πλανήτη μας. Αν θα γίνει ψηλό ή κοντό, αν θα έχει γαλανά ή μαύρα μάτια και κατσαρά μαλλιά, αυτό καθορίζεται τη στιγμή εκείνη. Η τύχη έπαιξε το ρόλο της και σημάδεψε για μια ζωή το πλάσμα που θα γεννηθεί. Αλλά μόνο εκεί η τύχη παίζει τα παιγνίδια της;

                          

     Αν πάμε μερικά εκατομμύρια χρόνια πίσω, όταν ο άνθρωπος ακόμη δεν υπήρχε, θα βρούμε κι εκεί κάποιο ζώο, ίσως το Ramapithecus, που βεβαίως κατά τον ίδιο τρόπο πολλαπλασιαζόταν. Ποια αιτία, τι επίδραση άραγε, ποιο καπρίτσιο της τύχης, προκάλεσε τη μεταλλαγή εκείνη στην κληρονομική ουσία που επέτρεψε να φανεί ένας νέος Ramapithecus αλλιώτικος, αυτός που στο πέρασμα των αιώνων έφτιαξε  εμένα, εσάς, όλους μας; Κι ήταν μήπως η μεταλλαγή αυτή προϊόν κάποιας αναγκαίας επίδρασης; Η σημερινές γνώσεις μας στη βιολογία λένε όχι. Τα οργανικά συστήματα είναι πολύ συντηρητικά. Οι μεταβολές είναι η εξαίρεση, όταν όμως κάποιο αναπάντεχο συμβάν γραφτεί μέσα στη δομή του DNA, της ουσίας δηλαδή που κυβερνάει την κληρονομικότητα, τότε αρχίζει να αναπαράγεται κανονικά και να γίνεται μια αναγκαιότητα. Με άλλα λόγια το «συμβάν προερχόμενο από το βασίλειο της καθαρής τύχης περνάει στο βασίλειο της ανάγκης», τονίζει ο νομπελίστας γάλλος Monod.


     Μοιραία τώρα βλέπουμε ότι κι η εξέλιξη ακολουθεί τα ίδια χνάρια. Από τη στιγμή που το πρώτο ζωντανό κύτταρο πήρε πνοή ζωής με τον ίδιο τυχαίο τρόπο που περιγράφηκε, μέχρι τη στιγμή που αυτό το κύτταρο εξελίχθηκε στις ανώτερες βαθμίδες των ζώντων όντων η τύχη έπαιξε και παίζει το βασικό ρόλο της στην εξέλιξη, στην επιλογή και στη γένεση. Το ανθρώπινο ζώο σε τίποτα δεν διαφέρει και καθόλου δεν μπορεί να ξεφύγει από τους κανόνες της φύσης, όσο και να θέλει να ωραιοποιήσει και να ιδανικοποιήσει την ύπαρξή του με ηθικούς και κοινωνικούς κανόνες.


*      *      *

     Προϊόντα κι εμείς μιας τύχης που κάποτε δημιούργησε το γένος μας και προϊόντα μιας άλλης τύχης τη στιγμή της σύλληψης περνάμε στον κόσμο και νομίζουμε πως κάτι είμαστε, και πως ο προορισμός μας είναι πολύ υψηλός, ιδανικός. Μάλλον, όμως, είμαστε κι εμείς εξαρτήματα της φύσης, που ξέρουμε να μουτζουρώνουμε χαρτιά, που περνάμε και φεύγουμε αφήνοντας πίσω μας μίσος, απογοητεύσεις, κακία και σπάνια ή εξαίρεση, μια αγαθή ανάμνηση. (Κώστας Θανασουλόπουλος, ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ.).



Βιβλιογραφικές επιλογές

Βoner, D.M. and Mills S.E. 1967. Heredity. Prentice Hall, p. 112.

Darwin, C. The origin of species. P. 479.

Dobzhansky,T. 1951. Genetics and the origin of species. Columbia Univ. press, p.361.

Guyénot, 1944. The origin of species. Walker sun books, p. 139.

Monod, J. 1970. Le hazard et la nécessité. Ed. Du Seuil, p. 197.

Morris, D. 1967. The naked ape. Gorgi, p. 219.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ