ΤΟ “ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ”
ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Και η ζωή κι ο θάνατος
ενός θρύλου του Blues,
του Robert Johnson

Πολλά έχουν γραφτεί για τον Robert Johnson,
το θρύλο του Blues. Αυτό το κείμενο
είναι ουσιαστικά μια απόπειρα
να εξετασθεί περισσότερο ιστορικά
και λιγότερο φολκλορικά–μυθολογικά η ζωή του.


Ο Robert Johnson γεννήθηκε στις
8 Μαΐου του 1911 στο Hazelhurst
του Μισσισσιππή από την Julia
Dodd και τον Noah Johnson.
Ο πατέρας του σχεδόν αμέσως
τους εγκατέλειψε, με αποτέλε-
σμα ο Robert να μην τον γνωρί-
σει ποτέ. Η μητέρα του είχε άλλα
επτά παιδιά, τα περισσότερα α-
γνώστου πατρός. Τα επώνυμα της
μητέρας του άλλαζαν κατά καιρούς
μιας και υιοθετούσε όχι μόνο τα ε-
πώνυμα των ανδρών που παντρευ-
όταν, αλλά και των ανδρών, με
τους οποίους κατά καιρούς συζούσε.
Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά
ποιο ήταν το πατρικό της επώνυμο
αν και πολλοί ισχυρίζονται, πως
ήταν το Major.

Πάντως, είναι γενικά παραδεκτό
από διάφορους μελετητές της ιστο-
ρίας του Robert Johnson, πως η μητέρα του, του αποκάλυψε το όνομα του πραγματικού του πατέρα την εποχή του μεγάλου οικονομικού κραχ των ΗΠΑ, όταν πλέον λευκοί και μαύροι από κοινού βίωναν την απόλυτη εξαθλίωση και δυστυχία.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε, πως ο Robert δεν υιοθέτησε το επώνυμο Johnson λόγω του πατέρα του, αλλά λόγω ενός μουσικού, που τον επηρέασε εξαιρετικά. Αυτός ήταν ο Lonnie Johnson. Ο Lonnie Johnson όπως και οι Skip James, Koko Arnold, Blind Lemon Jefferson, Son House αποτέλεσαν τις κύριες μουσικές επιρροές του τότε νεαρού Robert.


 
Η περιοχή του Δέλτα
του Μισσισσιππή είναι
μία προσχωματική πε-
διάδα, που εκτείνεται
προς το Μέμφις του
Τεννεσί, νότια στο
Βίκσμπεργκ (Vicks-
burg) του Μισσισσιπ-
πή, ενώ τα ανατο-
λικά και δυτικά της
σύνορα ορίζονται
από τον ποταμό Μισ-
σισσιππή και Γιαζού
(Yazoo) αντίστοιχα.
Δεν πρέπει να συγ-
χέεται με το Δέλτα
του ποταμού Μισσισ-
σιππή, που βρίσκεται
300 μίλα νότια από
αυτήν την περιοχή.
 
Οι πιο σημαντικές πόλεις της περιοχής είναι το Batesville, το Belzoni, το Clarksdale, το Cleveland, το Greenville, το Greenwood, η Indianola, το Marks, το Rosedale, η Tunica, το Vicksburg και η Yazoo City.
Σʼ αυτό, το πολύ εύφορο τοπίο με την πλούσια βλάστηση και τα τεράστια αγροκτήματα, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι μουσικοί του blues στην αρχή σαν σκλάβοι και αργότερα σαν sharecroppers (γεωργοί, που πληρώνουν με σιτηρά το ενοίκιο της γης, που καλλιεργούν).

 

Μετά την απροειδοποίητη εγκατάλειψή της από τον πατέρα του Robert, η Julia επανασυνδέθηκε με τον Charles Spencer, για πολλούς τον πρώτο της σύζυγο, για άλλους τον άνδρα, που προηγήθηκε του Noah Johnson. Στη συνέχεια πάντως, η Julia γνώρισε τον Willie «Dusty» Willis, έναν αγρότη, που είχε όμως τη δική του οικογένεια. Η Julia και ο νεαρός γιός της μετακόμισαν στο αγρόκτημα, που δούλευε ο Willie «Dusty» Willis και ζούσαν όλοι μαζί σαν μία οικογένεια, μέχρι που ο Robert έγινε 18 χρονών.
 
Σαν εκτός γάμου παιδί, αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα από την οικογένεια του Willis και αυτός, αλλά και η μητέρα του, ώστε να αναγκάζονται προσωρινά να αλλάζουν τόπους διαμονής προς εύρεση εργασίας σε μέρη γύρω από το Δέλτα του Μισσισσιππή, αλλά στο τέλος και πάλι να επιστρέφουν στο αγρόκτημα. Μερικές φορές μάλιστα, ο Willis και η επίσημη γυναίκα του, αλλά και τα παιδιά τους ήταν τόσο εχθρικοί απέναντι στον Robert, που ο ίδιος αναγκαζόταν να ζητά προστασία σε γείτονες και φίλους της μητέρας του.
    
Αμέσως μόλις ενηλικιώθηκε, ο Robert παντρεύτηκε τη Virginia Travis που δυστυχώς πέθανε, ενώ εγκυμονούσε τον Απρίλη του 1930. Αυτό σημάδεψε τον Robert, που έπεσε σε μεγάλη μελαγχολία και αφοσιώθηκε για τα καλά στη μουσική εγκαταλείποντας οριστικά τα αγροκτήματα, στα οποία περιστασιακά εργαζόταν.

 



 
Το τραγούδι
του Robert Johnson:
«Sweet Home Chicago»
από την ταινία:
«The Blues Brothers».
 
  
Ακόλουθός του στις μουσικές του περιπλανήσεις ήταν ο καρδιακός του φίλος ο Willie Brown, που αρεσκόταν στο να κάθεται μαζί του σε διάφορες επιτύμβιες στήλες μέσα σε νεκροταφεία και να συνθέτουν μαζί τραγούδια πίνοντας moonshine.
 
Ο Robert έμαθε να παίζει
slide, όταν παρακολούθη-
σε τον Son House, τον
οποίο και συνόδεψε μου-
σικά σε αρκετά juke joints
της περιοχής του Δέλτα.
Ανέπτυξε όμως, τη δική
του τεχνική, η οποία αρ-
γότερα ενέπνευσε πάρα
πολλούς μαύρους και
λευκούς μουσικούς.

Έπαιξε επίσης με τον
Charlie Patton και τον
Sonny Boy Williamson.
 
O Robert σαν καλλιτέχνης ήταν τελειομανής και ανικανοποίητος με τις επιδόσεις του. Ήθελε πάντοτε να ξεπερνά τον εαυτό του και δεν αρεσκόταν σε μερικά θετικά σχόλια και στη σχετικά καλή φήμη, που είχε αποκτήσει το όνομά του. Έτσι λοιπόν, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν από πλευράς μουσικής και εκτελεστικής δεινότητας, να γίνει ο πιο καταξιωμένος καλλιτέχνης blues στο Deep South.

 
Tα νέγρικα καπηλειά
(Juke Joints).
Τα Juke Joints ήταν
μικρές εγκαταστά-
σεις φτιαγμένες
από παλιά ξύλα ή
λαμαρίνες, με ένα
βαρέλι συνήθως
στη μέση, που έκαι-
γε κάρβουνο, καυ-
σόξυλα, ή ο,τιδή-
ποτε άλλο θα μπο-
ρούσε να παράξει
θέρμανση.

  
Ήταν τόποι συγκέντρωσης των μαύρων εργατών, που επιθυμούσαν να ξεδώσουν πίνοντας, χορεύοντας, χαρτοπαίζοντας ή γνωρίζοντας τον έρωτα. Στα Juke Joints η κραιπάλη ήταν κάτι το πολύ συνηθισμένο. Οι θαμώνες συχνά ξέφευγαν από τα όρια και καβγάδιζαν μεταξύ τους σε σημείο να προκαλούνται πολλές φορές σοβαροί τραυματισμοί, ακόμα και θάνατοι.
 
Οι νόμοι του Jim Crow δεν έδιναν πολλές φορές την ευκαιρία στους μαύρους  να συγκεντρωθούν στα ίδια μέρη με τους λευκούς  και τα Juke Joints τους πρόσφεραν τη μόνη διέξοδο για διασκέδαση. Η λέξη «Juke» είναι παραφθορά της λέξης «Joog», που στα αγγλικά των κρεολών (Creole English) σημαίνει σαματατζίδικος, φασαριόζικος. Τα Juke Joints ή αλλιώς «Barrelhouses», προσέφεραν στέγη, τροφή, και πολλές φορές και προσωρινή διαμονή στους θαμώνες τους. Συνήθως, το αλκοόλ που σέρβιραν ήταν το Moonshine, που περιείχε 95% ποσότητα σε οινόπνευμα.
Ονομάστηκε έτσι, επειδή κατασκευαζόταν παράνομα μόνο με το φως το φεγγαριού.
 
Ο Robert Palmer, στο βιβλίο του «Deep Blues» μας περιγράφει την επίσκεψη ενός ψυχολόγου από το Βορρά σε ένα Juke Joint του νότου. Εκεί, ρωτάει έναν πιωμένο μαύρο να του εξηγήσει με τη λογική του, πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να δουλεύει σκληρά όλη την εβδομάδα μέσα στις φυτείες και μετά να πηγαίνει σʼ αυτά τα καπηλειά και να τα ξοδεύει μέχρι και την τελευταία του πεντάρα. Η παροιμιώδης απάντηση, που έδωσε ο πιωμένος νέγρος στον ψυχολόγο ήταν η εξής: «Boss, has (όχι have, που είναι το ορθό) you ever been a nigger on Saturday night?» (Αφεντικό, έχεις ποτέ σου αισθανθεί σαν ένας παλιονέγρος ένα σαββατόβραδο;».

 

Σύμφωνα με το άρθρο «Robert Johnson and the Crossroad Curse», η υποτιθέμενη συμφωνία, που έκανε με το διάβολο οφειλόταν σε κακές φήμες, που επίτηδες κυκλοφορούσαν από τα στόματα συναδέλφων του μουσικών, επειδή σε πολύ λίγο χρόνο, τους είχε όλους ξεπεράσει σε φήμη και δόξα. Οι φήμες αυτές βρήκαν αρκετά πρόσφορο έδαφος στο Δέλτα του Μισσισσιππή, μιας και η κοινότητα των μαύρων εκεί ήταν βαθειά θρησκευόμενη, αλλά και απαίδευτη.

Έτσι λοιπόν, το γεγονός, ότι κάποιος πούλησε την ψυχή του στο διάβολο με αντάλλαγμα τη φήμη και τη δόξα, αλλά συνάμα και την μουσική ικανότητα ήταν όχι μόνο κάτι, που εύκολα έγινε πιστευτό, αλλά και αποτέλεσε και θέμα καθημερινής κουβέντας των κατοίκων, οι οποίοι, λόγω των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούσαν στον τόπο τους, αναζητούσαν τέτοιου τέτοιου είδους θέματα βουτηγμένα στο μύθο, το φόβο, την προκατάληψη και τη δοξασία, για σχολιασμό.
 
Μάλιστα, κυκλοφόρησε
και η φήμη, πως ο Robert
Johnson είχε θυμώσει με το
θεό, που του στέρησε τη
γυναίκα του και το παιδί του
και αποφάσισε να συνεργαστεί
με τον διάβολο. Έτσι λοιπόν,
σύμφωνα με το θρύλο, ο
παραλογισμός και έλλειψη
θρησκευτικής πίστης οδήγησαν
τον Robert Johnson στη δια-
σταύρωση των αυτοκινητό-
δρομων 61 και 49 στο Clarks-
dale του Μισσισσιππή.
 
Εκεί λοιπόν, σύμφωνα πάντα με το θρύλο, έπαιξε ένα αρχέγονο άσμα (ancient incantation), με το οποίο καλούσε τον διάβολο να έρθει από την κόλαση. Ο διάβολος εμφανίστηκε, κούρντισε την κιθάρα του Robert Johnson, έπαιξε λίγο και του την παρέδωσε. Από τη στιγμή εκείνη, ο Robert Johnson άρχισε να παίζει κιθάρα με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο (unearthly guitar style) με τα δάχτυλά του κυριολεκτικά να χορεύουν πάνω στις χορδές. Η δε φωνή του άλλαξε ριζικά και απέκτησε μια χροιά βογγητού–παράπονου, που αργότερα η θρησκόληπτη κοινότητα του Δέλτα απέδωσε στη βαθειά λύπη ενός καταδικασμένου αμαρτωλού, για τον οποίον η κόλαση ήταν μονόδρομος.

Το 1936, ο Robert Johnson ήρθε σε επαφή με τον παραγωγό της American Record Company, τον Don Law, που του προσέφερε 10 έως και 15 δολάρια για το κάθε τραγούδι, που θα ηχογραφούσε. Η πρώτη ηχογράφηση έγινε στο ξενοδοχείο Gunter στο San Antonio του Τέξας. Εκεί ο Robert Johnson έπαιξε και ηχογράφησε τις δικές του συνθέσεις, αλλά και κάποιες συνθέσεις άλλων bluesmen. Η ηχογράφηση έγινε στις 23, 26 και 27 Νοεμβρίου του 1936.

Η φήμη όμως του Johnson ως γυναικά και σαματατζή οδήγησε την αστυνομία στο να τον συλλάβει και να τον βάλει στη φυλακή. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, οι αστυνομικοί του έσπασαν την κιθάρα και τον έδειραν. Ίσως βέβαια και η σύλληψή του να ήταν ένας καλά καμουφλαρισμένος ρατσισμός, ένα official lynching αν θέλετε. Ας θυμηθούμε τις άγριες εποχές του ξυλοδαρμού των μαύρων πλανόδιων μουσικών και όχι μόνο, τις επιθέσεις, που δεχόταν από λευκούς θρησκόληπτους «οικογενειάρχες», ο οποιοσδήποτε είχε σκούρο χρώμα και τριγυρνούσε αργά το βράδυ.

Φοβούμενος, ότι θα του σακάτευαν τα χέρια και τα δάκτυλα, ο Robert Johnson ζήτησε από τους αστυνομικούς να επικοινωνήσουν με τον παραγωγό του. Εκείνος πλήρωσε για να αφεθεί ο τραγουδιστής ελεύθερος εξηγώντας, πως επρόκειτο για σπουδαίο καλλιτέχνη, που πριν λίγες ώρες είχε ηχογραφήσει τα τραγούδια του. Ο Robert Johnson ηχογράφησε το «Crossroads Blues» και μερικά άλλα τραγούδια τις επόμενες μέρες και οριστικά εγκατέλειψε την πόλη του San Antonio.

To 1937 έκανε ακόμα μερικές ηχογραφήσεις στο Brunswick Record Building στο Dallas του Τέξας, ενώ στις 19 και 20 του Ιούνη ηχογράφησε δώδεκα ακόμα τραγούδια για τον Don Law. Πολλά από αυτά ήταν διαφορετικές εκδοχές προηγούμενων τραγουδιών. Όπως και πριν, ο Robert πήρε λίγα μετρητά και τίποτε άλλο. Η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας προφανώς του ήταν άγνωστη. Ο Don Law σχεδίαζε μερικές ακόμη ηχογραφήσεις, αλλά οι εξελίξεις στη ζωή του Robert Johnson ήταν τέτοιες, που δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ.

O Robert Johnson συνέχισε να ζει την πολυτάραχη ζωή του παίζοντας μουσική, ξετρελαίνοντας γυναίκες και φλερτάροντας επικίνδυνα με το θάνατο. Ο θρύλος μας λέει, ότι ένας ζηλιάρης σύζυγος, του οποίου ο Robert είχε ξελογιάσει τη γυναίκα, του έβαλε στρυχνίνη στο ουίσκι του, ενώ βρισκόταν σε ένα μπαρ μαζί με τον Sonny Boy Williamson και τον Honeyboy Edwards.

Οι φήμες λένε, ότι είτε κάποιος άλλος φίλος, είτε ο ίδιος ο Sonny Boy Williamson τον προειδοποίησαν να μην πιει από το ουίσκι, που του είχαν σερβίρει, αλλά αυτός δεν άκουσε κανένα. O Honeyboy Edwards, ένας πολύ γνωστός μουσικός του Μισισιπή Δέλτα ισχυρίζεται, πως ήταν παρών στην εσκεμμένη δηλητηρίαση του Robert Johnson και την αφηγείται: «Ο ιδιοκτήτης του Juke joint είχε μία πολύ όμορφη γυναίκα και δεν ήθελε να τη χάσει. Ο Robert επρόκειτο να την πάρει και να φύγουν μαζί. Έτσι, ο άνθρωπος αυτός έβαλε δηλητήριο σʼ αυτό το ουίσκι πάνω στην καρέκλα, δίπλα στον Robert, που έπαιζε. Σύντομα ο Ρόμπερτ άρχισε να αισθάνεται άσχημα και τον μετέφερα (o Edwards τον Johnson) στο σπίτι ενός φίλου. Μερικές μέρες μετά πέθανε. Ο Robert αγαπούσε το ουίσκι και τις γυναίκες, αλλά μερικές γυναίκες πρέπει να τις αφήνεις στην ησυχία τους, ξέρεις τι εννοώ...».
 
Έτσι, στις 16 Αυγούστου του 1938,
ο Robert Johnson πεθαίνει, ενώ
υπέφερε για πολλές μέρες από
σπασμούς. Μέχρι και σήμερα
 δεν είναι γνωστός ο τόπος ταφής
του. Για παράδειγμα, στην πολιτεία
του Μισσισσιππή, υπάρχουν δύο τά-
φοι σε δύο διαφορετικά σημεία,
που και οι δύο υποτίθεται πως ανή-
κουν στον Robert Johnson.
 
To 1986, o Robert Johnson μπήκε στο Rock And Roll Hall Of Fame, ενώ στις 17 Σεπτεμβρίου του 1994, το αμερικάνικο ταχυδρομείο εξέδωσε γραμματόσημο με το πρόσωπό του.
Το ραντεβού με το διάβολο απέκτησε θρυλικές κοινωνικοψυχολογικές διαστάσεις.

Ο αδερφός του λιγότερου γνωστού bluesman, Tommy Johnson, (καμία συγγένεια με τον Robert Johnson), ο LeDell Johnson, ισχυρίσθηκε, πως ο αδερφός του ήταν αυτός, που είχε ραντεβού με το διάβολο και όχι ο Robert. Μάλιστα, ο Tommy Johnson μας εξηγεί πώς αυτό το ραντεβού μπορεί να πραγματοποιηθεί. Σύμφωνα με την Katherine Yronwode («Hoodo in Theory and Practice»), το τραγούδι του Robert Johnson είναι για το ωτο-στοπ (hitch-hiking) και όχι για τη συνάντηση με το διάβολο.

Η συγγραφέας επιμένει, πως η κατασκευή αυτού του θρύλου οφείλεται στον συγγραφέα Robert Palmer, που μετέφερε τις αφηγήσεις του Tommy Johnson στο πρόσωπο του πιο γνωστού και πιο καταξιωμένου συναδέλφου, του Robert. Μάλιστα ισχυρίζεται, πως ο Robert δεν ήταν μυημένος στην hoodoo λατρεία  (το κράμα που προέκυψε από την ανάμειξη του χριστιανισμού με τις παραδόσεις και τους θρύλους, που έφεραν οι αφρικανοί σκλάβοι μαζί τους) και συνεπώς δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει ένα τραγούδι με τέτοιες αναφορές. Εξάλλου, ποτέ ο Robert Johnson δεν ισχυρίστηκε, ότι γνώριζε ή είχε μυηθεί στη hoodoo λατρεία. Ο Tommy Johnson όμως, το είχε ισχυριστεί αυτό πολλές φορές.


 
  
 
   
 
  
 
  
 
  
 
  
 
Άνθρωποι του blues σήμερα.
 

Στις πολυθεϊστικές θρησκείες και ιδιαίτερα στις θρησκείες των γερμανικών λαών, πριν τον χριστιανισμό υπήρχε μία θεότητα (Der Teufel) ανάλογη με αυτή του θεού Πάνα των αρχαίων ελλήνων. Επρόκειτο για ένα παιχνιδιάρη θεό, που ανακατευόταν με τους θνητούς, τους μάθαινε τρόπους να χαίρονται τη ζωή και να απολαμβάνουν τα δώρα της φύσης. Αυτός ο παιχνιδιάρης θεός ήταν «δαίμων» και όχι «διάβολος», που σημαίνει όχι κατʼ ανάγκη κάτι το κακό. Στην αρχαιότητα, «δαίμονες» ονόμαζαν διάφορες υπεράνθρωπες θεότητες, που προκαλούσαν και κακό και καλό (ας θυμηθούμε τη λέξη «ευδαιμονία»). Στη θρησκεία των Mayas έχουμε το θεό Maam, που προστατεύει τα σταυροδρόμια. Στην πολυθεϊστική Αφρική έχουμε μια πολύ μεγάλη σειρά από παρόμοιους «θεούς», που απαντώνται σε σταυροδρόμια, τα φυλάσσουν και διδάσκουν στους περαστικούς τη σοφία, αλλά και την τέχνη της μουσικής. Είναι πνεύματα σοφά και επιτελούν το ρόλο του διδασκάλου. Τα δε ονόματά τους ποικίλουν ανάλογα με τη φυλή και τη διάλεκτο: Legba, Ellegua, Elegbara, Eshu, Exu, Nbumba Nzila, και Pomba Gira.

Προφανώς λοιπόν, ο εκχριστιανισμός των μαύρων της Αφρικής δημιούργησε μία ανάγκη ενσωμάτωσης των πατρώων θρύλων και των παραδόσεων των μαύρων με τη νέα τους θρησκεία. Έτσι λοιπόν, μας προέκυψε η ιστορία με το «Crossroads».

Ο Robert Johnson ήταν ένα φυσικό ταλέντο, ένας γεννημένος μουσικός, που γεννήθηκε σε ένα εξαιρετικά στερημένο οικογενειακό, αλλά και κοινωνικό περιβάλλον. Το ταλέντο, αλλά και η φήμη του ενόχλησαν συναδέλφους του, που για να τον κακολογήσουν δημιούργησαν μία πλασματική ιστορία βασισμένη στη hoodo λατρεία.
 
 





Robert Johnson's
Cross Road Blues.
  
 
Μέχρι και σήμερα πάντως, επιχειρείται η «εκμετάλλευση» αυτής της ιστορίας με το διάβολο και το «Σταυροδρόμι» αποδίδοντας την τραγωδία των Lynyrd Skynyrd, το θάνατο του γιου του Eric Clapton, την ασθένεια του Peter Green, το θανατηφόρο ατύχημα του Duane Allman των Allman Brothers στο γεγονός, ότι τραγούδησαν ένα «στοιχειωμένο τραγούδι», το «Crossroads Blues».

Όλα αυτά βέβαια κινούνται στην εκτός πραγματικότητας σφαίρα, τη σφαίρα του θρύλου. Άλλο η ιστορία και άλλο ο θρύλος. Έχει όμως και ο θρύλος την αξία του...


 
Το παραπάνω άρθρο εντάσσεται
στην Ενότητα τής
«Ελεύθερης Έρευνας»:
Ιστορίες πίσω από τις νότες
.


Διαβάστε ακόμα
στο πλαίσιο αυτής τής Ενότητας:

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


2 ΣΧΟΛΙΑ

  • pazo

    25 Νοε 2014

    Εξαιρετικό άρθρο!

  • Bielidopoulos

    24 Νοε 2014

    Θυμήθηκα αυτό:
    Road House (1989)
    http://www.imdb.com/title/tt0098206/