ΤΑ “ΑΝΗΘΙΚΑ
ΜΟΥΣΙΚΑ
ΕΞΑΜΒΛΩΜΑΤΑ”

Ρωμιοσύνη
εναντίον Ροσσίνι

Η ίδρυση τού κράτους στις αρχές τού 19ου αιώνα, βρίσκει την Ελλάδα σε άθλια κατάσταση, κατεστραμμένη και πνευματικά και πολιτιστικά καθυστερημένη.

Στον τομέα ιδιαίτερα τής μουσικής
-με εξαίρεση τα Επτάνησα, όπου λόγω των βενετών είχε καλλιεργηθεί παράλληλα με τα γράμματα και η μουσική- δέν υπάρχει απολύτως τίποτε. Καμία κίνηση, καμία προσπάθεια έντεχνης μουσικής.

Ο «Κουρέας τής Σεβίλλης»
με ηλεκτρική κιθάρα (Μatt Wilsοn)

 
Η μόνη χαρά τού λαού είναι το βυζαντινό μέλος στην εκκλησία και το δημοτικό τραγούδι (ανεξαρτήτως προέλευσης, όπως π.χ. βλάχικο, αρβανίτικο κ.ά.) στο γλέντι και το πανηγύρι.

Η ανάγκη τής μουσικής εκπαίδευσης και γενικά τής έντεχνης μουσικής είναι φανερή. Η πρώτη προσπάθεια γίνεται στο Ναύπλιο από τον τότε κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, που οργανώνει καλύτερα, πλουτίζει και μετονομάζει την πρώτη μπάντα τού στρατού σε «μουσικό θίασο». Η μπάντα είχε δημιουργηθεί από τον Φαβιέρο το 1825.

Με ξένους μουσικούς και διευθυντή έναν γερμανό, η πρώτη αυτή μπάντα, εκτός από την ψυχαγωγία, που έδινε, αποτελεί και την πρώτη προσπάθεια μουσικής εκπαίδευσης. Μπορεί κάποιος να φανταστεί την εντύπωση, που έκαναν τα γερμανικά θούρια κι οι ιταλικές άριες στον άσχετο με οποιαδήποτε ευρωπαϊκή μουσική προπαίδεια ρωμιό, η πολυφωνική, δηλαδή μουσική σε σύγκριση με τη μονόφωνη βυζαντινή ή δημοτική μελωδία, που άκουγε ή τραγουδούσε έως τότε.

Με την άφιξη τού Όθωνα (1833), το Ναύπλιο αποκτά γιά λίγο και δεύτερη μπάντα, την μπάντα των δυό ταγμάτων τού βαυαρικού στρατού, πού ήρθαν μαζὶ με το βασιλιά στην Ελλάδα.

Τον επόμενο χρόνο, έπειτα απʼ τη μεταφορά τής πρωτεύουσας, η μπάντα τού βαυαρικού στρατού μεταφέρεται κι αυτή στην Αθήνα. Εκεί, γιά πολλά χρόνια «παιανίζει» κατά καιρούς, δυό φορές τη βδομάδα σε διάφορα μέρη τής πόλης. Τις συναυλίες αυτές παρακολουθούσαν συχνά ο Όθωνας, η Αμαλία κι ένα πλήθος κόσμου, που σιγά-σιγά άρχισε να έρχεται σʼ επαφή με την πολυφωνική μουσική τής Δύσης.

Αργότερα, η ίδια μπάντα άρχισε να παίζει πού και πού στη Χαλκίδα και στο Μεσολλόγι. Μέχρι τα μέσα τού 19ου αιώνα, έξη πόλεις είχαν ακούσει «μουσικούς θιάσους» κι είχαν αρχίσει έτσι να γνωρίζουν τη δυτική μουσική: Το Ναύπλιο, το Άργος, η Χαλκίδα, το Μεσολλόγγι, η Αθήνα και η Πάτρα.

Σʼ έναν λαό όμως, χωρίς καμμιά έντεχνη μουσική παράδοση, χωρίς καμμιά παράλληλη προσπάθεια μουσικής εκπαίδευσης στο σχολείο, η επαφή αυτή δέν μπορούσε να έχει ουσιαστική σημασία γιά τη μουσική του ανάπτυξη, παρά τη γοητεία, που εξασκούσε κυρίως ο τρόπος, με τον οποίο δινόταν η μουσική: αστραφτερά όργανα, στολές, παράτες κ.λπ.. Τόσο η γερμανική όσο κι η ιταλική μελωδία ήταν συχνά δυσκολοχώνευτη τροφή γιά τον απλοϊκό ρωμιό ακροατή.

Εν μέσω αυτής τής ζοφερής κατάστασης, κάποιος ονόματι Γαϊτάνος Μέλης, είχε την ιδέα να μεταβάλλει τους ιταλούς σχοινοβάτες, που έπαιζαν στα θέατρό του, σε μελοδραματικό θίασο. Πραγματικά, το κοινό τής Αθήνας ειδοποιείται, ότι την 4η Ιουλίου 1837, στο θέατρο Μέλη, θα δινόταν η πρώτη πράξη τού «Κουρέα τής Σεβιλίας, ενός των αριστουργημάτων τού περιδόξου Μουσικογράφου Ροσσίνη».

Η υπόθεση τού «Κουρέα τής Σεβίλλης» αφηγείται τα τεχνάσματα, των οποίων μετέρχεται ένας κόμης, προκειμένου τελικά, να νυμφευτεί την αγαπημένη του Ροζίνα, που ο ηλικιωμένος κηδεμόνας της προορίζει γιά τον εαυτό του. Με την βοήθεια τού κουρέα Φίγκαρο, ο οποίος μπαινοβγαίνει χωρίς δυσκολία στην κατοικία τού κηδεμόνα, ο κόμης επιτυγχάνει.

Η παράσταση δόθηκε. Το θέατρο ήταν γεμάτο. Ολόκληρο όμως, το μέρος τής Ροζίνας είχε... αφαιρεθεί! Αν προσθέσουμε ακόμα, ότι η ορχήστρα δέν ξεπερνούσε τα δέκα όργανα, έχουμε την εικόνα τής πρώτης μελοδραματικής παράστασης στην Ελλάδα.

Την προσπάθεια τού Μέλη συνέχισε ο ιταλός Basilio Sansoni. Στο θέατρο, που έκτισε, άρχισε το 1840 τις μελοδραματικές του παραστάσεις με την «Λουκία τού Λαμερμούρ».

Η αντίδραση τής Ρωμιοσύνης ήταν λυσσαλέα. Πολλοί, απʼ την πρώτη στιγμή προσπάθησαν με όλα τα μέσα: τον τύπο, τη σάτιρα, ακόμα και τη Βουλή, να εμποδίσουν τον κόσμο να παρακολουθεί τέτοιες παραστάσεις.

Γιά τον «Κουρέα τής Σεβίλλης» λ.χ. έγραφαν: «Αν αφαιρέσετε το μέλος, δέν θέλετε εύρει τίποτε άλλο ει μή λήρον ερωτικὸν άνευ ουδεμιάς πιθανότητας και τέχνης δραματικής εσκευωρημένον. Αλλά δέν είναι τούτο μόνον. Πολλάκις κακοηθέσταται πράξεις γίνονται το κύριον των μελοδραμάτων τούτων αντικείμενον, ως λόγου χάριν το τιτλοφορούμενον Barbiere di Siviglia, κάποιου ιταλού Ροσσίνη, εις το οποίον πας χρηστοήθης ερυθριά, όστις δʼ εκ των κατοίκων τής πρωτευούσης ωδήγησεν εις αυτό την γυναίκα του ή την αδελφήν του, ωραίον, τη αληθεία, μάθημα ηθικής τη έδωκεν». Και παρακάτω: «Ανήθικα μουσικά εξαμβλώματα των Ροσσίνη, Δονιζέττη και λοιπών μουσουργών». («Τοξότης», Θ. Ορφανίδου, 1840, φύλ. Α΄).

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης (βλ. Η θρησκοληψία τού Μακρυγιάννη) έγραψε στα «Απομνημονεύματά» του: «Το έθνος αφανίστη όλως διόλου. Και η θρησκεία - εκκλησία εις την πρωτεύουσα δέν είναι και μας γελάνε όλος ο κόσμος. Οι  φατρίες σας, τόνα το μέρος και τʼ άλλο, θέλετε θέατρο. Το φκιάσετε κι αυτό διά να μας μάθη την παραλυσία. Και διʼ αυτό παίρνουν δυό αδέλφια δυό αδελφές. Ό,τι τού λὲς - “η θρησκεία δέν είναι τίποτας!”. Και τα παιδιά, όπου τα στέλνουν να φωτιστούν γράμματα κι αρετή, από μέσα το κράτος κι απʼ όξω, φωτίζονται την τραγουδική και ηθική τού θεάτρου. Και πουλούνε τα βιβλία τους οι μαθηταί να πάνε να ακούσουνε την Ρίτα Βάσω, την τραγουδίστρια τού θεάτρου. Ότι παλαβώσανε οι γέροντες, όχι τα παιδάκια να μήν πουλήσουνε τα βιβλία τους. Το γέρο Λόντο, όπου δέν έχει ούτε ένα δόντι, τον παλάβωσε η Ρίτα Μπάσω τού θεάτρου και τον αφάνισε τόσα τάλαρα δίνοντας κι άλλα πισκέσια». (Τόμ. Β΄, έκδ. Β΄, σελ. 101-102).

Παρά τα χρόνια, που πέρασαν από τότε, το μουσικό κριτήριο τής Ρωμιοσύνης δέν έχει βελτιωθεί καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα, ειδικά μετά την έλευση στον ελλαδικό χώρο των μικρασιατών προσφύγων (βλ. Περί τής μή ελληνικής καταγωγής των μικρασιατών), που έφεραν μαζί τους -εκτός των άλλων- την τουρκοανατολίτικη παράδοση των μπουζουκοτράγουδων με τα ντέρτια και τους νταλκάδες.


Βιβλιογραφία
Karl Nef: «Ιστορία τής Μουσικής», έκδ. «Απόλλων», Αθήνα, 1960




Το παραπάνω άρθρο εντάσσεται
στην Ενότητα τής
«Ελεύθερης Έρευνας»:
Ιστορίες πίσω από τις νότες.

Διαβάστε ακόμα στο πλαίσιο
αυτής τής Ενότητας:
- Χωρίς ακροδάκτυλα
- Γιατί έτσι ήθελε ο Αρίστος!
- Η αινιγματική αφιέρωση μιάς διάσημης μπακατέλας

- Cadillac Records

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 43778

    30 Αυγ 2017

    Μιά ζωή φίφες άκουγε ο Γρεκός... Το άρθρο ασχολείται και με τα καλλιτεχνικά των φουστανελάδων? Ενδιαφέρων, ειδικά το κομάτι που κάνει κριτική θεάτρου ο Μακρυγιάννης.