ΜΩΡΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ
ʽʽΦΙΛΟΣΟΦΟΙʼʼ
ΤΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣ
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ

H θεουργική μαγεία
νεοπυθαγόρειων,
νεοπλατωνικών κ.ά.

Ήταν τέτοια η αμάθεια και η δεισιδαιμονία τού αρχαίου κόσμου στους τελευταίους αιώνες, που μεγάλες μάζες τού πληθυσμού είχαν περιπέσει στο μυστικισμό. Η θρησκεία στην ύστερη αρχαιότητα έκανε την επιστήμη υφιστάμενό της. Επικαλείτο αποκαλύψεις και δοσοληψίες με τον υπερφυσικό κόσμο. Ο τρόπος, με τον οποίο λειτουργούσε ο ελληνικός ορθολογισμός των άθεων φυσικών φιλοσόφων, των σοφιστών κ.ά., ξεράθηκε σα χόρτο στο θερμοκήπιο τού μυστικισμού.

Η αρχαία μαγεία απέδιδε τα πάντα στην άμεση ή έμμεση επαφή με υπερφυσικές δυνάμεις. Ασχολείτο συνήθως με τον υλικό κόσμο, που θεωρείτο, ότι κυβερνιόταν κι ελεγχόταν από αόρατες παρουσίες. Οι παρουσίες αυτές έπρεπε να ελεγχθούν από το μάγο, ο οποίος ήθελε να αποκτήσει γνώση και δύναμη μέσω αυτών, ώστε να αλλάξει το παρόν και να προβλέψει ή να επηρεάσει το μέλλον.

Έτσι, η μαγεία κατά την αρχαία εποχή ήταν κάτι, που έπρεπε να αποκαλυφθεί από κάποιο θεό ή να μαθευτεί μέσω μιας διαδικασίας μύησης. Όχι μόνο τα κατώτερα στρώματα, οι αγράμματοι και οι αμόρφωτοι, πίστευαν στη μαγεία, αλλά και οι «διανοούμενοι» ως το τέλος τής αρχαιότητας ήταν πεισμένοι, ότι επικίνδυνες υπερφυσικές δυνάμεις δρούσαν γύρω τους κι ότι οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν να τεθούν υπό έλεγχο με ορισμένα μέσα.



Οι αρχαίοι έδεναν με μάγια με σκοπό να βλάψουν όσους εχθρεύονταν γράφοντας μερικές φορές μόνο τα ονόματά τους ή άλλοτε και τις κατάρες σε μολύβδινες πινακίδες, που τις τύλιγαν σφικτά και τις έθαβαν κατά προτίμηση στους τάφους ή τις έριχναν σε βαθιά πηγάδια. Οι κατάδεσμοι είχαν συχνά ερωτικό περιεχόμενο, όπως η εικονιζόμενη αποτύπωση κατάδεσμου γραμμένου και στις δύο πλευρές (δ΄- γ΄αι. π.Χ., Μουσείο Πολυγύρου) ή στόχευαν σε επαγγελματική επιτυχία και αντιζηλία, οπότε περιλάμβαναν καταλόγους ονομάτων των υποψηφίων θυμάτων.


Πέραν των πολλών μυθικών ηρώων ή ηρωίδων, που είχαν σχέση με τη μαγεία (π.χ. Μήδεια, Αιήτης, Πασιφάη, Πέρσης, πατέρας τής Εκάτης κ.λπ.) συναντάμε μάγους και σε ιστορικούς χρόνους, όπως: ο Επιμενίδης ο Κρης, στον οποίο αποδίδεται η κάθαρση των Αθηνών από το κυλώνειο άγος, όπως και τής Δήλου (Πλούταρχος, «Σόλων»), ο Βάκις, που προφήτευσε περί τής μάχης τής Σαλαμίνας (Ηρόδοτος, VIII, 96) κ.λπ..

Αναφέρονται ολόκληρες οικογένειες, που ασκούσαν τη μαγεία, με πιο ονομαστές τις ιαμίδες στην Ολυμπία και τις κεντίδες στην Τροία. Ως κοιτίδα τής μαγείας θεωρείτο η Θεσσαλία κι ιδιαίτερα η πόλη Υπάτη, ονομαστή για τις μάγισσές της, όπως και κατά τους μυθικούς χρόνους θεωρείτο η έδρα τής οικογένειας τού Αιήτη, Κολχίδα.

Επαγγελλόμενοι τη μαγεία στο λαό, εξαπατώντας τους αφελείς και επαιτούντες, ήταν διάφοροι αγύρτες, ορφοτελεστές, φαρμακομάντεις, καθαρτές κ.ά., οι οποίοι είχαν οπαδούς γριές εγκωμίστριες, περιμακτρίες, τυμπανίστριες, τελεστρίες κ.ά., που επιδίδονταν στη μαγεία.  

Οι μάγοι μετέρχονταν κάθε δόλο και κάθε απάτη. Μεταχειρίζονταν διάφορους επωδούς, γι΄αυτό λέγονταν κι επαοιδοί και κατάρες, πολλές φορές ακατάληπτες. Ισχυρότατα προφυλακτήρια θεωρούνταν οι επί τού βάθρου, τής ζώνης και τού στέμματος τής Εφεσίας Αρτέμιδας αναγραμμένες λέξεις: «άσκι (ή άσκιον), κατάσκι (ή κατάσκιον), λιξ, τέτραξ (ή τετράς), δαμνομενεύς, αίσιαι», οι οποίες δήθεν σήμαιναν: «σκότος, φως, γη, έτος, ήλιος, αληθής φωνή».

Φάρμακα, που χρησιμοποιούσαν οι αγύρτες ήταν: το πόλιον ή τριπόλιον, ο ασφόδελος, η σιδηρίτις καλυμένη με ιεροβοτάνη, για την εκρίζωση των οποίων πιστευόταν, ότι απαιτούνταν μεγάλοι κόποι και κίνδυνοι (Πλίνιος, ΧΧΧ, 2).

Αποτελεσματικότεροι των φαρμάκων θεωρούνταν οι μαγικοί λίθοι, είτε αερόλιθοι είτε από μυστικό μέρος ανασκαπτόμενοι, τους οποίους φορούσαν ως περίαπτα, περιάμματα, τελέσματα με επιγραφή συμβολικών λέξεων, μαγικές καταδέσεις ή καταδεσμοί, ζώνες, στέμματα, μαγικοί αριθμοί και ζωικές ουσίες (οστά ανθρώπων, άγριων ζώων, βάτραχοι, σαύρες κ.λπ.).

Με τις γοητείες και τις μαγείες πίστευαν, ότι σκοτιζόταν ο Ήλιος, άλλαζε η πορεία των άστρων, σχιζόταν η γη, σείονταν όρη, προκαλείτο ξηρασία ή βροχή, ευφορία ή αφορία τής γης, αναστελλόταν η ροή των ποταμών, καταβιβαζόταν η Σελήνη στη Γη, μαγεία, που ο Πλάτων την απέδιδε σε γυναίκες θεσσαλίδες («Γοργίας», 513 a).










Πήλινο ομοίωμα γυναίκας, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί σε πράξη ερωτικής μαγείας, με καρφιά σε διάφορα όργανά της (Μουσείο Λούβρου). Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»:
Η εξέλιξη τής μαγείας στην αρχαία Ελλάδα).

 
 

Οι κοπέλες με ετερόχρωμα μάτια πιστευόταν, ότι βάσκαναν, επέφεραν ασθένειες, θάνατο, μεταμόρφωση σε ζώα, κλάδοι όμως δάφνης και άλλων φυτών ή κρανία αναρτώμενα στις θύρες προφύλλασαν τα σπίτια. Και ερωτικά φίλτρα παρασκευάζονταν από τους μάγους, για επαναφορά δε άπιστου εραστή χρησιμοποιούταν η ίυγξ (σουσουράδα), περιστρεφόμενη σε τροχό (Θεόκριτος, «Ειδύλλια», Β΄17).

Οι καθαρμοί, οι λύσεις, οι τελετές, οι αποτροπιασμοί κ.λπ. αναφέρονταν κυρίως στους υποχθόνιους θεούς, που αποκαλούνταν τρόπαιοι, λύσιοι, φύξιοι, καθάρσιοι, αγνίτες, αποπομπαίοι και τους οποίους προσπαθούσαν να ελκύσουν σε εύνοια με πολλά μαγικά μέσα, όπως: κρητικά φυτά, αιγυπτιακά πτηνά, ιβηρικά οστά, χώμα τής Λήμνου, διοπτήρες δεμένους με μαγική κλωστή κ.ά.. Με τα μέσα αυτά, εξιλεώνοντας την οργή των θεών και των δαιμόνων απέβλεπαν κυρίως στη συγχώρηση αμαρτημάτων των ιδίων ή νεκρών συγγενών τους ή μετά θάνατο απόλαυση αγαθών. Αυτοί, που έκαναν τέτοιους εξιλασμούς υποβάλλονταν σε νηστείες, θαλάσσιο βάπτισμα ή έμεναν για μέρες καθισμένοι.


Από όλα αυτά τα στοιχεία, αναμεμιγμένα με «φιλοσοφικές» και θρησκευτικές δοξασίες, προήλθε η θεουργική μαγεία των νεοπλατωνικών, για την οποία έχουμε αρκετές πληροφορίες από διασωθέντες μαγικούς πάπυρους, αλλά κι από συγγραφείς τής εποχής.


 

 
Σχολάρχης τής Περιπατητικής Σχολής, ύστερα από το θάνατο τού Αριστοτέλη έγινε ο πιστός φίλος και μαθητής του, Θεόφραστος (γ΄αι. π.Χ.), ο οποίος δίδαξε κι έγραψε πολλά και συντέλεσε πολύ στο να εξαπλωθούν οι αριστοτελικές φιλοσοφικές αντιλήψεις.

 



Στα χρόνια αυτά, η φιλοσοφία είχε αρχίσει ήδη να  εκφυλίζεται κι οι –πλέον μόνο κατʼ όνομα– φιλόσοφοι αναλώνονταν σε φλυαρίες, ενώ στο τέλος κατέληξαν να ασχολούνται με το μυστικισμό κι έτσι άνοιξαν διάπλατο το δρόμο για τον τέλειο εκφυλισμό της με την τελική επικράτηση τού χριστιανισμού, οπότε η «φιλοσοφία» κατάντησε θεραπαινίδα τής θεοκρατίας. (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Όταν η Φιλοσοφία αποκόπηκε από τα Μαθηματικά).

Τα πνευματικά κινήματα τής ύστερης αρχαιότητας, τα οποία συχνά δέν διακρίνονταν εύκολα μεταξύ τους, έμοιαζαν περισσότερο με θεολογίες.


Πρώτα θα μιλήσουμε για το γνωστικισμό. Ο όρος προέρχεται από τη γνώση -όχι οποιαδήποτε γνώση, αλλά την κατ' εξοχήν γνώση, «τη γνώση τού θεού». Για τους πιστούς αυτού τού ιδεώδους, ο ύψιστος σκοπός στη ζωή ήταν να αποδράσουν από το κακό περιβάλλον, που τους πολιορκούσε, και να ανέβουν στην περιοχή τού αγαθού, το οποίο είναι και η ύψιστη πραγματικότητα.

Να αποδράσεις από τον ορατό κόσμο, «γνωρίζοντας το θεό», είναι η σωτηρία. Το να είσαι γνωστικιστής σήμαινε να ανεβείς πάνω από όλα τα γήινα πράγματα κι έτσι να χάσεις το ενδιαφέρον σου για το σώμα, τις ανάγκες του, τις λειτουργίες του και τις συγκινήσεις του. Όλα τα υπόλοιπα έρχονταν μετά.

Έχει διατυπωθεί η άποψη, ότι ο γνωστικισμός προήλθε από τον ορφισμό, αλλά ότι επηρεάστηκε και από τη βαβυλωνιακή αστρική θρησκεία και από τον ερμητισμό. Αυτό όμως, είναι δύσκολο να αποδειχτεί, επειδή την εποχή εκείνη ο ορφισμός, όπως και ο πυθαγορισμός, είχαν χάσει μεγάλο μέρος από τον αρχικό τους χαρακτήρα.

Κάποιοι γνωστικιστές ηγέτες -π.χ. ο Καρποκράτης από την Αλεξάνδρεια (περί το 20 μ.Χ.)- προφανώς χρησιμοποιούσαν μαγικές επικλήσεις, ναρκωτικά και μηνύματα από τα πνεύματα ή τους δαίμονες.

Ο ερμητισμός είναι ένα συναφές κίνημα. Έχουμε ένα αξιοσημείωτο σώμα ερμητικών κειμένων, που υπόσχονται στην ανθρωπότητα βαθύτερη γνώση τής φύσης και μεγαλύτερο έλεγχο πάνω σʼ αυτήν. Η μαγεία, η αστρολογία και η αλχημεία αποτελούσαν όλες μέρος τού ερμητισμού. Το ίδιο το όνομα προέρχεται από τον Θωθ, την αιγυπτιακή εκδοχή τού ελληνικού θεού, Ερμή, ο οποίος είναι για ορισμένους ο σημαντικότερος θεός τής Ελλάδας, τής Ρώμης και τής Αιγύπτου γύρω στην εποχή τής υποτιθέμενης γέννησης τού Χριστού και γιʼ αυτό τιμάται με τον τίτλο Τρισμέγιστος, «ο τρεις φορές μέγιστος». Σε μια προσπάθεια προσέλκυσης ιουδαίων προσήλυτων, συνδέθηκε ακόμα και με τον Μωυσή (Ευσέβιος, «Ευαγγελική προπαρασκευή», 9,27,3).

Εδώ παρατηρούμε την τάση να ανεβεί ένας σχετικά ήσσων ελληνικός θεός στην ψηλότερη δυνατή βαθμίδα και να εμπλουτιστεί η εικόνα του, για να το πούμε έτσι, με χαρακτηριστικά δανεισμένα από άλλες θρησκείες, ιδιαίτερα τις πιο παληές και σεβαστές. 'Ενας τέτοιος σύνθετος θεός θα ήταν ισχυρός αντίπαλος τής δημοφιλούς θεάς Ίσιδας.

Θα πρέπει να υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα σ' αυτές τις ομάδες. Σαφώς είχαν πολλά κοινά, η καθεμία τους όμως, ήταν υποχρεωμένη να έχει ένα διακριτικό γνώρισμα, που απαιτούσε ολοκληρωτική δέσμευση από τη μεριά τού νεόφυτου.
 
Παρʼ όλη του τη μόρφωση, ο Πλίνιος διατήρησε πολλές θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές και μεγάλο μέρος απʼ αυτή την παράδοση ήταν λαϊκές παραδόσεις με επιστημονικό προσωπείο.

Η μαγεία περιέχει «σκιές αλήθειας» (veritatis umbras), που οφείλονται στις «τέχνες τής παρασκευής δηλητηρίων» (veneficae artes). Άρα, τα ναρκωτικά είναι εκείνα, που δουλεύουν πραγματικά κι όχι τόσο τα ακαταλαβίστικα των ξορκιών και των τελετών. Ωστόσο, διαπιστώνει ο Πλίνιος, «δεν υπάρχει κανείς, που να μη φοβάται τα ξόρκια» (28.4), αφήνοντας να φανεί, ότι δεν αποκλείει και τον εαυτό του.

Τα βασκάνια και τα φυλαχτά, που φορούσαν οι άνθρωποι ως είδος προληπτικής ιατρικής, δεν τα συνιστά ούτε τα καταδικάζει. Είναι καλύτερο να σφάλλεις από την πλευρά τής προφύλαξης, γιατί, ποιος ξέρει, ένα νέο είδος μαγείας, μια μαγεία, που λειτουργεί πραγματικά, μπορεί να αναπτύσσεται κάπου τούτη ακριβώς τη στιγμή.


Η «Φυσική ιστορία» τού Πλίνιου τού Πρεσβύτερου (α΄αι. μ.Χ.) είναι μια πολύτομη επισκόπηση τής επιστήμης, τής ψευδοεπιστήμης, τής τέχνης και τής τεχνολογίας. Αντικατοπτρίζει την κατάσταση τής γνώσης κατά την ύστερη
ελληνιστική εποχή και βασίζεται σε εκατό περίπου παληότερες αυθεντίες. Αυτό το ογκώδες συμπίλημα ασχολείται με την κοσμολογία, τη γεωγραφία, την ανθρωπολογία, τη ζωολογία, τη βοτανολογία, τη φαρμακολογία, την ορυκτολογία, τη μεταλλουργία και τις χρήσεις τους στην παληά τέχνη. Είναι ένα ορυχείο ορθών και λαθεμένων πληροφοριών, επειδή όμως, όλες σχεδόν οι πηγές τού Πλίνιου έχουν χαθεί, έχει κάποια αξία.

Ο ίδιος ο Πλίνιος δεν ήταν ούτε φιλόσοφος ούτε ειδικευμένος επιστήμονας. Είχε αναπτύξει μια «φιλοσοφία» προερχόμενη εν μέρει από μέσους στωικούς σαν τον Ποσειδώνιο, στην οποία υπήρχε χώρος τόσο για τις δυνάμεις τής θρησκείας όσο και για εκείνες τής λαϊκής και τής προηγμένης μαγείας.

Πίστευε στις παληές παραδόσεις και ήταν πεισμένος, ότι η δύναμη ορισμένων βοτάνων ή ριζών είχε αποκαλυφθεί στους ανθρώπους από τους θεούς. Οι θεϊκές δυνάμεις, στη μέριμνά τους για την ευημερία τής ανθρωπότητας, έχουν τρόπους να μάς κάνουν να ανακαλύψουμε τα μυστικά τής φύσης. Οι θεοί, με τη σοφία και την αγάπη τους, μάς φέρνουν σιγά-σιγά πιο κοντά στη δική τους θέση.


Ο Πλίνιος αφιερώνει την αρχή τού Βιβλίου 30 στους μάγους, αναφέρεται όμως σ' αυτούς κάθε τόσο και στα Βιβλία 28 και 29. Γι' αυτόν είναι κατά βάση μάγοι, μπορούν όμως να είναι και ιερείς μιας ξένης θρησκείας, όπως οι δρυίδες των κελτών στη Βρετανία και τη Γαλατία. Περιλαμβάνει ακόμη και τον Μωυσή σε μια λίστα φημισμένων μάγων, σαν να είχε ακούσει το παραμύθι τής Παλαιάς Διαθήκης για την παράσταση, που έδωσε ο Μωυσής μπροστά στον Φαραώ.

Πολλοί επαγγελματίες μάγοι τής εποχής εκείνης ήταν επίσης θεραπευτές, έκαναν ορισμένες τελετές, απηύθυναν προσευχές σε υπερφυσικές δυνάμεις και πολλοί απʼ αυτούς ήξεραν σίγουρα κάτι από αστρολογία, έστω κι αν δεν ασκούσαν άλλες τεχνικές μαντείας.

Τελικά, ακόμη κι ένας πολυδιαβασμένος άνθρωπος σαν τον Πλίνιο δεν είναι σίγουρος τί να πιστέψει και τί να απορρίψει. Για να είναι ασφαλής και για να κάνει το έργο τον όσο το δυνατόν χρησιμότερο, παραθέτει, μαζί με πολλά φάρμακα, στα οποία έχει εμπιστοσύνη, αρκετές δεισιδαιμονίες και μαγικές τελετές, για τις οποίες έχει σοβαρές αμφιβολίες. Αντιπαθεί τους επαγγελματίες μάγους, δυσπιστεί απέναντι σʼ ό,τι κάνουν, τους αποκαλεί «απατεώνες» και «τσαρλατάνους» και όμως, παραδέχεται, ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα,  που αυτοί ξέρουν και μπορούν να τα κάνουν.
 



Παρʼ όλο, που ο ίδιος ο Πλούταρχος παίρνει τα όνειρα (ιδίως εκείνα τού θανάτου) και τους οιωνούς στα σοβαρά, κρατά τον όρο δεισιδαίμων για εκείνους, που έχουν υπερβολική ή αποκλειστική πίστη σε τέτοια φαινόμενα. Σίγουρα, είναι ζήτημα διάκρισης.

Δείχνει επίσης, πως θεωρεί δεδομένες άλλες μαγικές πρακτικές, όπως το να βλάψεις κάποιον με κακό μάτι και δίνει μια εξήγηση τού φαινομένου αυτού («Συμποσιακά», 5.7).



 
Στον Πλούταρχο, από τη Χαιρώνεια (α΄- β΄αι. μ.Χ.), οφείλουμε την πραγματεία «Περί δεισιδαιμονίας», η οποία θυμίζει το πιο πάνω σκιαγράφημα τού Θεόφραστου. Ο Πλούταρχος ορίζει τη δεισιδαιμονία ως «φόβο για τη θεϊκή ιδιότητα ή για τους θεούς», αν και τα παραδείγματα, που χρησιμοποιεί, δείχνουν, ότι έχει στο νού του ένα είδος φόβου, που γίνεται έμμονη ιδέα. Ειδικά, αναφέρει μαγικές τελετές και ταμπού, φυλαχτά και ξόρκια, την προσφυγή για συμβουλές σε επαγγελματίες μάγους και μάγισσες, και την ακατάληπτη γλώσσα των προσευχών, πού απευθύνονται στους θεούς.

Πιστεύει επίσης, σε δαίμονες, που υπηρετούν ως πράκτορες ή σύνδεσμοι μεταξύ θεών και ανθρώπων και είναι υπεύθυνοι για πολλά υπερφυσικά γεγονότα στην ανθρώπινη ζωή, τα οποία αποδίδονται συνήθως στη θεϊκή παρέμβαση. Έτσι, ένας δαίμονας, όχι ο Απόλλων ο ίδιος, είναι η πραγματική δύναμη πίσω από το μαντείο των Δελφών. Κάποιοι δαίμονες είναι καλοί, κάποιοι κακοί, αλλά ακόμη και οι καλοί μπορούν, σε ένα ξέσπασμα θυμού, να κάνουν κακά πράγματα.

Γενικά, ο Πλούταρχος, αν και κοροϊδεύει τον υπερβολικό, αρρωστημένο φόβο για τις υπερφυσικές δυνάμεις, δέχεται ένα ορισμένο ποσοστό αυτού, που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «λαϊκή δεισιδαιμονία», φροντίζει όμως, να επιλέξει μόνον ό,τι μπορεί να συμφιλιωθεί με τη δική του φιλοσοφική διδασκαλία, και αυτό που επιλέγει, το καθαρίζει και τού δίνει, όσο γίνεται, μια ορθολογική εξήγηση. Δεν συζητά λεπτομερειακά την τελετουργική μαγεία και μοιάζει να απορρίπτει την αστρολογία.

Στο έργο του με θέμα τη βιογραφία τού Ρωμύλου (κεφ. 12) χλευάζει ένα φίλο του Βάρρωνα, που προσπάθησε να προσδιορίσει το χρόνο και τη μέρα τής γέννησης τού Ρωμύλου με βάση το χαρακτήρα του και ορισμένα γεγονότα τής ζωής του. Ο αστρολόγος εκείνος πίστευε, ότι η ενέργεια αυτή θα οδηγούσε εμμέσως και στον υπολογισμό τού χρόνου ίδρυσης τής Ρώμης.

   

















Ένα φανταστικό πορτραίτο τού 17ου αιώνα,
τού εξελληνισμένου σύρου, Λουκιανού.

  
Ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα (β΄αι. μ.Χ.) ταξίδευε από πόλη σε πόλη δίνοντας μαθήματα. Σπούδασε επίσης φιλοσοφία, αν και δεν ανήκε σε καμμιά ιδιαίτερη σχολή. Οι φιλοσοφικοί του διάλογοι δείχνουν μεν την επιρροή των πλατωνικών διαλόγων, ο ίδιος όμως, δεν είναι πλατωνικός. Θαυμάζει τους επικούρειους, επειδή πολέμησαν τις δεισιδαιμονίες υπό οποιαδήποτε μορφή. Ένα από τα θέματα των κειμένων του είναι η τρέλα τής δεισιδαιμονίας.

Στο διάλογο «Φιλοψευδής» γελοιοποιείται ένας απατεώνας. Κάποιοι φιλόσοφοι, και μαζί τους ένας στωικός, ένας περιπατητικός και ένας πλατωνικός, όπως και ένας γιατρός, μιλούν για θαυμαστές θεραπείες. Παρατίθενται κάποια εκπληκτικά παραδείγματα. Αυτό οδηγεί σε μια συζήτηση για την ερωτική μαγεία και άλλα φοβερά κατορθώματα.

Εδώ βρίσκουμε την πρωταρχική εκδοχή τού μύθου τού μαθητευόμενου μάγου, όπως την αφηγείται ο ίδιος ο μαθητευόμενος. Το όνομά του είναι Ευκράτης και έχει σπουδάσει με ένα μεγάλο μάγο, ονόματι Παγκράτη, ο οποίος έχει ξοδέψει είκοσι τρία χρόνια, για να μάθει μαγεία από την Ίσιδα. Ο Παγκράτης δεν χρειαζόταν υπηρέτες: πήρε ένα κομμάτι ξύλο -για παράδειγμα ένα σκουπόξυλο- το έντυσε με κάποια ρούχα και έφτιαξε κάτι σα ρομπότ, που έμοιαζε με ανθρώπινο ον για όλους τους άσχετους.

Μια μέρα, ο μαθητευόμενος κρυφακούει το δάσκαλο να ψιθυρίζει μια μαγική φόρμουλα από τρεις συλλαβές, κι όταν ο δάσκαλος φεύγει, τη δοκιμάζει στο σκουπόξυλο. Τα αποτελέσματα είναι πολύ γνωστά από το ποίημα τού Γκαίτε «Ο μαθητευόμενος τού μάγου».

Στο τέλος τής συζήτησης αυτής, ακόμη και ο σκεπτικιστής (πιθανόν ο ίδιος ο Λουκιανός) είναι μπερδεμένος και έχει χάσει την πίστη του στούς αξιοσέβαστούς «φιλόσοφους», που διδάσκουν τους νέους και διαιωνίζουν παληές δεισιδαιμονίες. Ωστόσο, ακόμη δεν ξέρει τί να πιστέψει και τί να μήν πιστέψει.









Μαθητευόμενος μάγος:
Από τον Λουκιανό στον... Disney.

 
 

Οι επαγγελματίες μάγοι τής ύστερης αρχαιότητας δέχονταν επισκέψεις για παροχή συμβουλών από γυναίκες και άνδρες όλων των κοινωνικών στρωμάτων, αλλά ανάμεσα στους καλύτερους πελάτες τους ήταν ο μικρόκοσμος των λαϊκών ειδώλων, όπως των αθλητών και των ηθοποιών, πού όφειλαν να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ακόμη και μεταξύ των μορφωμένων όμως, η μαγεία ήταν δημοφιλής, επειδή βοηθούσε να εξηγηθεί η κακοτυχία. Τόσο για τους χριστιανους όσο και για τους ειδωλολάτρες, κάθε είδος κακοτυχίας -ένα ατύχημα, μια αρρώστια, ακόμη κι ένας εφιάλτης- μπορούσε να είναι έργο υπερανθρώπινων παραγόντων, δαιμόνων, που είτε δρούσαν από μόνοι τους είτε κινητοποιούνταν από έναν εχθρό.

Οι νεοπυθαγόρειοι δίδασκαν, πως εξαγνίζουν την ψυχή τους προετοιμάζοντας τον εαυτό τους για μια άλλη καλύτερη ζωή. Με τέτοια κηρύγματα σε ένα κόσμο, που ζούσε μέσα στη φτώχεια και την αθλιότητα, αποκτούσαν οπαδούς φανατικούς επηρεάζοντας χιλιάδες κόσμο με το σύνθημά τους, πως η τωρινή ζωή είναι προσωρινή και πως η αιώνια και μακάρια ζωή, που θα την απολαύσουν όλοι οι πεινασμένοι, οι διωγμένοι και οι κακομοίρηδες, βρίσκεται στον ουρανό. Από την άποψη αυτή, ο νεοπυθαγορισμός πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στο χριστιανισμό.
 
 
Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ήταν θαυματουργός
 μάγος, ο οποίος συνήθως χαρακτηρίζεται ως
  νεοπλατωνικός αν και μάλλον έρρεπε προς το
   νεοπυθαγορισμό. Γεννήθηκε στην Καππαδοκία
    στις αρχές τού α΄αιώνα μ.Χ.. Για αυτόν έχει
     γράψει ο Φιλόστρατος ένα περιεκτικό έργο,
      «Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον».

        Σύμφωνα με τον Απολλώνιο, τα ζώα έχουν
       θεϊκή ψυχή, είναι αμαρτία να σκοτώσεις ένα
      ζώο, είτε για να το φας είτε για να χρησιμο-
     ποιήσεις τη γούνα του ή το δέρμα του κι υπάρχει
    μετενσάρκωση τής ψυχής, ισχυριζόταν δε, πως
  θυμόταν τις δικές του προηγούμενες υπάρξεις.
 Από το Φιλόστρατο τού αποδιδόταν εγκατάβαση
στον Κάτω Κόσμο κι αναστάσεις νεκρών.

Λατρευόταν από τους οπαδούς του ως άγιος άνθρωπος ή ως θείο ον και είχε ένα τέμενος στον τόπο γέννησης του, τα Τύανα. Κάποια εποχή, ένα άγαλμά του βρισκόταν στο ιδιωτικό παρεκκλήσι ενός ρωμαίου αυτοκράτορα μαζί με αγάλματα τού Αβραάμ, τού Ορφέα, τού Ιησού και άλλων. 

 
Και η χριστιανική Εκκλησία επίσης, απέδιδε την κακοτυχία στη δύναμη τής μαγείας. Κάποιοι θεολόγοι πίστευαν, ότι ο θεός είχε δώσει στους δαίμονες την άδεια να δρουν ως «δημόσιοι εκτελεστές» του (Ωριγένης, «Κατά Κέλσου»,  8.31), να τιμωρούν την ανθρώπινη φυλή για το αμάρτημα τού Αδάμ. Έτσι, ο κόσμος είχε γίνει μια αυλή για τους δαίμονες, μια περιοχή, όπου μπορούσαν να απελευθερώσουν τις καταστροφικές τους τάσεις: «Έστειλε πάνω τους την οργή τής αγανάκτησής του και παραφορά και βάσανο και κατοχή από κακά πνεύματα» («Ψαλμοί», 78:49).

Ο Γρηγόριος ο Μέγας (στ.ʼ αι. μ.Χ.) προειδοποιούσε, ότι κάθε γυναίκα, που κοιμόταν με τον άνδρα της την παραμονή μιας θρησκευτικής λιτανείας, καλούσε στην ουσία ένα δαίμονα να την κυριεύσει κι ότι μια καλόγρια, που έτρωγε μαρούλι δίχως να κάνει προηγουμένως το σημείο τού σταυρού, μπορούσε να καταπιεί έναν δαίμονα, που κούρνιαζε στα χείλη της. Οι δαίμονες ήταν παντού, και μόνον η Εκκλησία μπορούσε να δώσει προστασία.
 









Ο νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος από τη Συρία, δέν ξέρουμε πότε γεννήθηκε, παρά μόνο τη χρονιά τού θανάτου του (330 μ.Χ.).

Ήταν κι αυτός μυστικιστής, θεολόγος κι όχι φιλόσοφος.

Πίστευε στη μαγεία και στις αγυρτείες των ιερέων των μυστηρίων (βλ. «Περί αιγυπτίων μυστηρίων», 4.2).

Η φιλοσοφία είχε ξεπέσει σε μωρολογούσα «επιστήμη» και γι΄αυτό τα πνευματικά προϊόντα τής τοτινής εποχής είναι τα περισσότερα καθαρές μωρολογίες.

 
 

 
Ο Λιβάνιος αντιδρούσε στα κακά όνειρα σαν να ήταν συμπτώματα μαγικών επωδών και καταρών. Όποτε ένα πρόσωπο ένιωθε ανεπαρκές σε σχέση με τη δημόσια εικόνα του ή εικόνα της (ένας ρήτορας, που ξεχνούσε το λόγο, που είχε αποστηθίσει, μια πολύ ευυπόληπτη κυρία, που ερωτευόταν κάποιο παρακατιανό), πίστευε, ότι είχε μεσολαβήσει μαύρη μαγεία. Έτσι, δεν είναι πάντα απλώς η κακοτυχία, αλλά η κακοτυχία συνοδευμένη από ένα αίσθημα ντροπής ή ενοχής αυτό, που οδηγεί κάποιον να υποπτευθεί μαγική παρέμβαση.












Τις μετά θάνατο ζωές, τις αθανασίες τής ψυχής, τους δαίμονες κ.λπ. μεταφυσικές ανοησίες, δέν τις εφηύρε από μόνος του ο χριστιανισμός. Απλά, τις υιοθέτησε από την εκφυλισμένη «φιλοσοφική» σκέψη τής ύστερης αρχαιότητας.



Οι νεοπλατωνικοί -τουλάχιστον κάποιοι απʼ αυτούς- έγιναν οι πιο φλογεροί υπερασπιστές τής τελετουργικής μαγείας και της θεουργίας.

Ο Πλωτίνος (Λυκόπολη Αιγύπτου, γ΄αι. μ.Χ.), πήρε στοιχεία από την πλατωνική φιλοσοφία, τα ανακάτεψε με κάθε λογής άλλα μυστικιστικά φιλοσοφήματα κι έφτιαξε ένα δικό του κράμα με το μανδύα τού αποκρυφισμού. Το θείο, σύμφωνα με τη θεωρία του, βρίσκεται στο υπερπέραν και δέν μπορεί να γίνει αντιληπτό με τα αισθητήρια όργανα, αλλά μόνο άν πέσουμε σε έκσταση μπορούμε να το οραματιστούμε και να επικοινωνήσουμε με αυτό, όπως έκανε εκείνος («Εννεάδες», 6,8,1).

Πίστευε στους μάγους, στους καταδέσμους, στις μαγικές επωδές («Εννεάδες», 4,4,40-44). Φανταζόταν τον εαυτό του θεόπνευστο και θεωρούσε, ότι η ζωή μαζί με τους ανθρώπους είναι αμαρτία και διαστροφή. Στην προσωπική του ζωή είχε εφαρμόσει ασκητικό βίο. Η μυστικοπάθεια τόσο πολύ τον είχε απομονώσει από τη ζωή, ώστε πάθαινε παρακρούσεις.
















Ο Πλωτίνος έπαιρνε τη μαγεία στα σοβαρά. Πίστευε, ότι η ψυχή ήταν ντυμένη με ένα αιθέριο περίβλημα, το όχημα, το οποίο φωτιζόταν από θεϊκό φως, ώστε να γίνονται ορατά τα πνεύματα και οι ψυχές (ή οι δαίμονες). Η ίδια η ψυχή μπορούσε να ανεβεί προς το Απόλυτο μέσω τής έκστασης.

 
Ήταν μόνο κατ΄όνομα φιλόσοφος, όπως και όλοι οι υπόλοιποι -κακώς αποκαλούμενοι- φιλόσοφοι τής εποχής του. Στην ουσία ήταν ένας μανιακός, που περνιόταν για φιλόσοφος, γιατί η εποχή του τέτοιους αναζητούσε κι αυτούς αναγνώριζε σαν πνευματικούς ηγέτες.

Τέτοιος ήταν ο περίφημος ιδρυτής τού νεοπλατωνισμού, που και στις μέρες μας ορισμένοι αδαείς τον θαυμάζουν και προσπαθούν να σύρουν από την αφάνεια τις θεωρίες του και να τους δώσουν κύρος.

Ο Πορφύριος στην «Προς Ανεβώ επιστολή» του, επικρίνει τις υπερβολικές αξιώσεις ορισμένων αιγύπτιων θεουργών: αυτοί απειλούσαν να φοβίσουν όχι μόνο τους δαίμονες ή τα πνεύματα των νεκρών, αλλά και τον Ήλιο και τη Σελήνη και άλλα θεϊκά όντα ανώτερης τάξης, ισχυρίζονταν, πως ήταν ικανοί να σείσουν τους ουρανούς, να αποκαλύψουν τα μυστήρια τής Ίσιδας ή να συμβάλουν από απόσταση στις ιερές τελετές της.
 











Ύστερα από το θάνατο τού Πλωτίνου υπήρξαν πολλοί, που ακολουθούσαν τα μυστικιστικά δόγματά του κι εξακολουθούσαν σε πολλές περιοχές νʼ αναπτύσσουν και να διδάσκουν το νεοπλατωνικό μυστικισμό.

Ένας τέτοιος μαθητής ήταν ο Πορφύριος (κυρίως λεγόταν Μάλχος), που καταγόταν από τη Συρία (γ΄αι. μ.Χ.).

Παρ΄όλες τις προσπάθειες και αναλύσεις του, δεν μπόρεσε να δώσει πνοή στη θεωρία τού δασκάλου του, που στην πραγματικότητα ήταν η νεκρώσιμη ακολουθία τού αρχαίου κόσμου, που αργοπέθαινε και τραβούσε για το σκοτάδι τού μεσαίωνα.


Πώς είναι δυνατόν κατάφωρα ψέματα να αναγκάσουν τους θεούς να πουν την αλήθεια; Και γιατί επιμένουν οι αιγύπτιοι θεουργοί, ότι τα αιγυπτιακά είναι η μόνη γλώσσα, που καταλαβαίνουν οι θεοί; Αυτό, στο οποίο επιτίθεται ο Πορφύριος, δέν είναι η θεωρία, ότι η μαγεία λειτουργεί, αλλά οι τεχνικές, που χρησιμοποιούσαν οι αιγύπτιοι μάγοι και η κατάφωρη αυτοδιαφήμισή τους.

Ο Ιάμβλιχος απαντά στην επιστολή τού Πορφύριου στο έργο του «Περί αιγυπτίων μυστηρίων», το οποίο είναι κατά βάση μια υπεράσπιση τής τελετουργικής μαγείας και θεουργίας, και ασχολείται, από «φιλοσοφική» άποψη, με τις τεχνικές, που επιφέρουν την παρουσία δαιμόνων ή θεών. Ο Ιάμβλιχος πιστεύει ακράδαντα, ότι ο κόσμος διευθύνεται από ένα πλήθος δαιμόνων κι ότι ο μάγος-ιερέας, αν έχει μυηθεί και εκπαιδευτεί δεόντως, μπορεί να έρθει σε επαφή μʼ αυτές τις δευτερεύουσες θεότητες και να τις ελέγξει ως ένα βαθμό.

Στο έργο αυτό, που είναι μια σημαντική πηγή, για να καταλάβουμε το θρησκευτικό αίσθημα στην αρχαιότητα, ο Ιάμβλιχος περιγράφει τα οράματα με πνεύματα, που είχε δει, τα οποία ήταν πιθανόν ψευδαισθήσεις σε κατάσταση ημιεγρήγορσης.
 

 
Τον τελευταίο καιρό, αρκετοί άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν σχηματίσει τη λανθασμένη εντύπωση, ότι ο δήθεν τέλειος και αθώος αρχαίος κόσμος, κάποια στιγμή άρχισε να δέχεται τις θανάσιμες επιθέσεις τού κακού χριστιανικού μεσαιωνισμού, που τελικά επικράτησε κι ότι αρχαίο ελληνικό πνεύμα και χριστιανισμός είναι έννοιες διαμετρικά αντίθετες και, κατά συνέπεια, αντίπαλες.

Δέν δύνανται ν΄αντιληφθούν όμως, ότι τα αδιέξοδα τού αρχαίου κόσμου ήταν εκείνα, που έφεραν το χριστιανισμό στο προσκήνιο κι όχι το αντίστροφο. Δέν ήταν ο χριστιανισμός ο «κακός τού έργου», ο υπεύθυνος για την παρακμή και πτώση τού πολιτισμού. Αν δέν ήταν ο χριστιανισμός, θα ήταν κάποια άλλη από τις πολλές ψυχοθρησκευτικές παρακρούσεις, που μαζικά γεννοβολούσε η ύστερη αρχαιότητα.

Ο μεσαίωνας στον αρχαίο κόσμο κυοφορήθηκε, αργά και σταθερά με διαδικασίες απόλυτα φυσιολογικές και αναμενόμενες.
 

 
Η παρακμή στην ύστερη αρχαιότητα έφερε την απαθλίωση και την απόγνωση σε μεγάλα στρώματα τού πληθυσμού, μα, παράλληλα, και οι πόλεμοι, οι ανταρσίες των δούλων και οι εμφύλιοι κοινωνικοί σπαραγμοί δημιούργησαν και μέσα στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα το αίσθημα τής αβεβαιότητας κι έτσι ήταν ευνοϊκοί οι όροι, το δόγμα τής μετεμψύχωσης, τα κηρύγματα των ορφικών και οι αγυρτείες των ιερέων τού Μίθρα, τού Όσιρι και των άλλων ανατολικών θρησκειών, να δημιουργήσουν σύγχυση και παραζάλη στην κοινωνία τής τοτινής εποχής.


Έτσι, από τις τέτοιες αντικειμενικές συνθήκες , δημιουργήθηκε το αίσθημα τού φόβου μπροστά στην ιδέα τού θανάτου. Οι πλούσιοι, ήθελαν να παραταθεί η ζωή τους κι ονειροπολούσαν σαν τελευταίο καταφύγιο τής ψυχής τους τα Ηλύσια Πεδία, ενώ άλλοι τρομοκρατούνταν, μη τυχόν η μέλλουσα ζωή είναι τέτοια, όπως την περιγράφανε οι νεοπυθαγόρειοι, οι ορφικοί και το ιερατείο των χαλδαίων, των περσών και των αιγυπτίων.

Από την τέτοια λοιπόν νοοτροπία, το πρόβλημα τού θανάτου, σαν προέκταση τού δόγματος τής αθανασίας τής ψυχής, έγινε αντικείμενο «έρευνας» των «φιλοσόφων» στα χρόνια τής έσχατης παρακμής.

Σιγά-σιγά, οι νεοπυθαγόρειοι, οι ορφικοί και οι νεοπλατωνικοί, βρίσκοντας ευνοϊκή περίσταση, κατάκτησαν έδαφος. Η διανοητική ζωή ολοένα ξέπεφτε και κατάντησε αγυρτεία και μυστικισμός, που φορούσε τη μάσκα τής φιλοσοφίας.

Οι μεσογειακές μάζες, που είχαν απαθλιωθεί, ζητούσαν κάποιο Σωτήρα, γι΄αυτό, λίγο αργότερα, ο ιουδαϊκός μεσσιανισμός τής Παλαιστίνης βρήκε πολλούς οπαδούς ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα των αστικών μεσογειακών κέντρων και, μέσα σε δυο-τρεις αιώνες, ο χριστιανισμός ριζοβόλησε και γιγαντώθηκε.

Από τότε πια, παύει να ακούγεται και η φωνή των επικουρείων, που στάθηκε ίσαμε τα τελευταία, η μόνη κραυγή μέσα στο σκοτάδι τού μυστικισμού.  


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
  • Γ. Κορδάτου: «Ιστορία τής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», έκδ. «Μπουκουμάνη».
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου».
  • Φιλόστρατος: «Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον», έκδ. «Κάκτος».
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


2 ΣΧΟΛΙΑ

  • Bielidopoulos

    17 Φεβ 2015

    ~
    https://palaixthon.wordpress.com/2007/10/30/η-ελληνικότητα-του-βυζαντίου/

    Αν και δεν προσυπογράφω το κείμενο, εφιστώ την προσοχή στο πρώτο μέρος που έχει τίτλο: "- Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ -"

  • Ανώνυμος 29609

    5 Σεπ 2014

    Ηigh-tech κάθοδος στον... Αδη:
    http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=23600

    http://www.youtube.com/watch?v=GrI1FsH4UH8

    I.Bielidopoulos