ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Έθνος, νεωτερικότητα
και εθνικιστικός λόγος

Πέτρος Θεοδωρίδης,
έκδ. «Αντιγόνη»


  • Ο πολιτικός εθνικισμός τής γαλλικής επανάστασης χαρακτηριζόταν από μια βίαιη εκκοσμίκευση (secularization). Τη θρησκεία αντικαθιστά η λατρεία τού έθνους, η «πολιτική» θρησκεία (civil religion, όρος, που χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τον J.J.Rousseau στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», 1762), η λατρεία τού υπέρτατου όντος (καθιερώθηκε την άνοιξη τού 1794, ως επίσημη θρησκεία τού κράτους). Με τη γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε μια νέα πρόσληψη τού χρόνου, που αρχίζει με αφετηρία μια απόφανση, δηλαδή μια επαναστατική πράξη (έτος ένα τής γαλλικής επανάστασης). (Σελ. 52-53).
  • Ο εθνικισμός δεν υπήρξε ανεκτικός ως προς τις γλώσσες των μειονοτήτων. Στα 1794, ο Abbe Gregoire υπέβαλε στην κυβέρνηση ένα υπόμνημα «Περί τής ανάγκης και των τρόπων να εξαλειφθούν οι διάλεκτοι και να γενικευθεί η γαλλική γλώσσα». Στα μάτια τού διανοούμενου επαναστάτη η γαλλική γλώσσα («La Langue de la liberte», όπως την ονομάζει) εκπροσωπούσε την πρόοδο και ενοποιούσε το πολιτισμικό επίπεδο στο ανώτατό του σημείο. Στη διαδρομή τής γαλλικής επανάστασης ο εθνικός φανατισμός επικράτησε και οδήγησε τους ιακωβίνους στο να θέλουν να εξαλείψουν τις μή γαλλικές γλώσσες, που ομιλούνταν στη Γαλλία, συγκεκριμένα τη βρετονική και βασκική διάλεκτο, τα γερμανικά και ιταλικά, που τις θεωρούσαν όργανα των βασιλικών ιερέων για την υπεράσπιση τού παλαιού καθεστώτος. (Σελ. 53-54).
  • Ο Eric Nobsbawm αναφέρεται σε δυο ιστορικά παραδείγματα πολιτικών καθεστώτων, που «επινοήσαν» παραδόσεις, στα πλαίσια οικοδόμησης ενός εθνικού κράτους.
Στο πρώτο ιστορικό παράδειγμα, αυτό τής τρίτης γαλλικής δημοκρατίας, οι εθνικές γιορτές με σημαντικότερη την Ημέρα τής Βαστίλης, που καθιερώνεται το 1880, τονώνουν το εθνικό συναίσθημα, καθώς παραπέμπουν σε κοινά σημεία αναφοράς, σε πηγές περηφάνιας και αυτοπροσδιορισμού, ενώ παράλληλα συντελούν στη «θεσμοποίηση» τής επανάστασης, μετατρέποντάς την σε γιορτή. Πρόσθετο νομιμοποιητικό ρόλο παίζει η διάχυτη αίσθηση ευδαιμονίας και προόδου, που διέπει τις εκδηλώσεις αυτές, καθώς και τα δημόσια μνημεία (αγάλματα τής δημοκρατίας και επαναστατών), τα οποία παραπέμποντας σ΄ένα ιστορικό παρελθόν σχετικά πρόσφατο, προκαλούσαν συναισθήματα ταύτισης στους πολίτες και ενίσχυαν την πίστη τους στο καθεστώς.
Το δεύτερο ιστορικό παράδειγμα είναι εκείνο τής δεύτερης γερμανικής αυτοκρατορίας, που προέκυψε από το γαλλοπρωσικό πόλεμο τού 1870-71. Το καθεστώς αυτό αντιμετώπισε έντονο πρόβλημα νομιμοποίησης, καθώς από τη μια πλευρά περιελάμβανε δύο πληθυσμούς με διακριτά χαρακτηριστικά (τον πρωσσικό και το γερμανικό) και αφ΄ετέρου άφηνε εκτός τής επικράτειάς του σημαντικά τμήματα τού τελευταίου. Η δημιουργία κοινής συνείδησης δεν μπορούσε να επιτευχθεί με βάση στοιχεία τού παρελθόντος ή τής κουλτούρας των πληθυσμών, αφού πέρα από τη μυθολογία κοινά σημεία δεν υπήρχαν. Ετσι, επιλέχθηκε η λύση τού κοινού εχθρού: η «προαιώνια» αντιπαλότητα με τους γάλλους και ο πόλεμος τού 1870-71 ήταν τα μόνα σημεία, που συνέδεαν τον πληθυσμό τού νέου καθεστώτος. Τα μνημεία, που κατασκευάζονται, έχουν ως θέμα τους είτε τον πόλεμο, είτε την προσωποποίηση τού λαού (τον Deutsche Michel), ο οποίος παριστάνεται ως ο αγαθός γίγαντας, που καταπιέζεται από τους ξένους.
Εν τέλει, και τα δύο καθεστώτα έδωσαν έμφαση στα γεγονότα, που σηματοδότησαν τη γέννησή τους (Βαστίλλη - γαλλογερμανικός πόλεμος). Στη Γαλλία όμως, τα σύμβολα τής κοινότητας αντλούνται από την επανάσταση (σημαία, “Marsellaise”, το τρίπτυχο ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, κ.λπ.),  ενώ στη Γερμανία αναζητούνται σε κάθε δυνατή πηγή (μυθολογία, κοινός εχθρός, κ.λπ.). (Σελ. 110-111).
 
Ο Πέτρος Θεοδωρίδης σπούδασε πολιτική επιστήμη και παιδαγωγικά και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στις διεθνείς σχέσεις στο πανεπιστήμιο τής Φλωρεντίας, διεθνείς σπουδές , δημόσιο δίκαιο και πολιτική επιστήμη στα αντίστοιχα τμήματα τού νομικού τμήματος τού Α.Π.Θ.. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ασχολείται με τη μελέτη τής εθνικιστικής ιδεολογίας και τής εθνικής ταυτότητας.  

Για το συγγραφέα, ο οποίος στο υπό κρίση βιβλίο του με λιτό και συνάμα παραστατικό τρόπο δείχνει τη φύση και την πορεία διαμόρφωσης τής εθνικής ταυτότητας στις νεωτερικές κοινωνίες, «δεν είναι το έθνος, που (προσδι)ορίζει τον εθνικισμό, αλλά το ακριβώς αντίστροφο. Με άλλα λόγια, ως ιδέα και ως ομάδα, το έθνος δεν προϋπάρχει τής ιδεολογίας τού εθνικισμού. Η διαιρετική πολιτική ιδεολογία τού εθνικισμού συγκροτεί τη συλλογική ταυτότητα: έθνος, ως μια οριζόντια αδελφότητα, η οποία νομιμοποιεί μετα-παραδοσιακούς τρόπους πολιτικής κυριαρχίας.

»Παρόλο που η άποψη αυτή είναι ευρύτατα διαδεδομένη στον ακαδημαϊκό χώρο, δύσκολα γίνεται αποδεκτή από τον κοινό νου, ο οποίος συνήθως αντιστέκεται στην απομυθοποίηση των στερεοτύπων του. Ο Θεοδωρίδης, ωστόσο, είναι και σαφής: όπως και άλλοι, ασκεί κριτική στον ιδεολογικό λόγο τού εθνικισμού, έρχεται ενάντια στο ρεύμα και παράλληλα αναλύει ορισμένες από τις κυριότερες τυπολογίες του (π.χ. "πολιτικός" / "πολιτιστικός" εθνικισμός). Οι τυπολογίες αυτές αντιστοιχούν σε διαφορετικές λειτουργίες τού εθνικού κράτους, τής ιδιότητας τού πολίτη, καθώς και σε διαφορετικές εκδοχές τής "πολιτικής τής ταυτότητας". Τρεις είναι οι βασικοί άξονες τής ανάλυσής του: α) Η κατάδειξη τού κοινωνικο-ιστορικού βάθους τού εθνικιστικού φαινομένου. β) Η συνοπτική και χρήσιμη κατάθεση μιας ευρείας προβληματικής, της οποίας είναι καλός γνώστης. γ) Η επισήμανση τής διαφοράς τού εθνικισμού τής "κλασσικής" νεωτερικότητας (δηλαδή τού 18ου και 19ου αιώνα) από τον εθνικισμό (ούς) των κοινωνιών τής ύστερης νεωτερικότητας». (Νίκος Δεμερτζής, καθ. παν. Αθηνών, από τον Πρόλογο τού βιβλίου.)


ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 46423

    19 Νοε 2018

    https://i.postimg.cc/wTPrJj8h/maziar-1024x683.jpg

    ;)