Ο ΗΧΟΣ
ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΑΝ

Πώς από τη μεταπολεμική γενιά
γεννήθηκε μια καινούργια
καλλιτεχνική και πολιτική δύναμη

Μεσάνυχτα Πρωτοχρονιάς στο Λονδίνο και το Big Ben χτυπά την έναρξη μιας σημαντικής χρονιάς στη μουσική: 1965. O Χρόνος Μηδέν για το Rock. Ήταν τότε, που μια γενιά επαναστατημένων εφήβων, που είχαν μεγαλώσει ακούγοντας τα μαύρα blues τής Αμερικής, επινόησαν τη δική τους μουσική, που ανέβαζε την αδρεναλίνη. Μια ολόκληρη γενιά ωρίμαζε κι άνθιζε. Έφευγε το παλιό, ερχόταν το νέο. Έπαιρνες φωτιά κι έτρεχες!
Στις αρχές τής δεκαετίας τού ʼ60, η μουσική, που άκουγαν οι έφηβοι, ήταν ασφαλής, άψυχη. Τα ραδιοφωνικά κύματα γέμιζαν με βιομηχανοποιημένα τραγούδια από εργοστάσια τής pop, όπως το Brill Building στη Νέα Υόρκη. Έγραφαν τραγούδια για ερωτικούς ερμηνευτές, όπως ο Bobby Vinton και ο Bobby Vee.

Aπό τα γλυκανάλατα τού '60.
Ήταν καλοντυμένα λευκά παιδιά, που τραγουδούσαν pop μουσική. Ανέβαιναν στις αμερικάνικες πίστες και τραγουδούσαν play back.


John Lee Hooker, Boom!, Boom!
Υπήρχε μεγάλη βιομηχανοποίηση από την αμερικάνικη αγορά. Οι δισκογραφικές έστελναν «πακέτα» στη βρετανική αγορά κι ο κόσμος είχε κουραστεί. Μια νέα γενιά τής Βρετανίας ζητούσε επαναστατική μουσική. Βρήκε αυτό που έψαχνε στη μαύρη αμερικάνικη μουσική: τα blues. Ήταν μουσική, που πήγαζε από αγώνες.

Η αγγλική εργατική τάξη ταυτίστηκε με τους μαύρους τής Αμερικής.

Τα blues είχαν την οργή τής παρανομίας. Επινόησαν το δικό τους ήχο, που σού έπαιρνε τ΄αυτιά. Σε ταρακουνούσε. Ήταν υπέροχο.

Οι καλλιτέχνες των blues, όπως ο John Lee Hooker, o Muddy Waters κι ο Hawlinʼ Wolf είχαν δύναμη και μυστικισμό. Τα blues υπήρχαν πολύ πριν τα ονομάσουμε «blues». Είναι μια μουσική αλυσίδα, μια νότα, που αντηχεί στη ζωή μας.

Howlin' Wolf, Spoonful

Για τη λευκή Αμερική, τα blues ήταν «απαγορευμένος καρπός». Όχι, όμως, για τη Βρετανία, όπου τα μαύρα γκέτο τής Αμερικής, η χαμηλή τάξη των μαύρων, οι αγώνες για την ένταξή τους στο Νότο, όλα αυτά τα πολιτικά θέματα ήταν πολύ μακρινά. Οι λευκοί νέοι, που αγκάλιαζαν τη μουσική των μαύρων, δεν εμπλέκονταν σε πολιτικά θέματα, όπως στην Αμερική.

Muddy Waters, Hoochie coochie man
Οι νέοι τού Λονδίνου, τού Νιούκαστλ και τού Λίβερπουλ, έβαλαν τα χέρια τους στα «σκουπίδια» τής Αμερικής κι έβγαλαν έναν πολιτισμό.

Για τους επίδοξους μουσικούς υπήρχε ένα επιπλέον προνόμιο. Μπορούσαν εύκολα να μάθουν τα blues. Η δομή είναι σταθερή και πολύ απλή. Μόλις τη μάθεις, ως κιθαρίστας, νιώθεις αυτοπεποίθηση. Ξέρεις τι κάνεις, επειδή έχεις στα χέρια σου τις ρίζες τής pop μουσικής τού 20ού αιώνα.

Τα blues ήταν μια εμπειρία απελευθέρωσης, που δημιούργησε μια δίψα για προσωπική έκφραση. Τα blues έλειωσαν το συναισθηματικό παγετώνα, όπου ήταν εγκλωβισμένη η μεταπολεμική δεκαετία τού ʼ50. Η έμφαση των blues στον αυτοσχεδιασμό ξεκλείδωσε τη δημιουργικότητα των νέων μουσικών.

Στο δυτικό Λονδίνο, το 1962, δημιουργήθηκε ένα συγκρότημα, όταν ο κιθαρίστας Keith Richards κι ο τραγουδιστής Mick Jagger ενώθηκαν με την αγάπη τους για τα blues. Ονόμασαν το συγκρότημα Rolling Stones από ένα στίχο τού Muddy Waters. Τα blues των Rolling Stones έδιναν μια αγγλική παραλλαγή και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στο κοινό των εφήβων.

«Ο Jagger ερχόταν στο κλαμπ (σ.σ. Crowdaddy Club) με το συγκρότημα... Ήταν ένας θηλυπρεπής νέος, που έβγαινε στη σκηνή κι έμενε όλο το βράδυ. Σού άφηνε χρόνο μόνο για ένα τραγούδι. Μετά βρήκε τον Brian Jones και γεννήθηκαν οι Rolling Stones... Θεωρώ, ότι ήταν ημιεπαγγελματίες λευκοί, που προσπαθούσαν να παίξουν μαύρη μουσική, αλλά δεν τα κατάφερναν. Κι αυτή ήταν η γοητεία τους. Η ωμότητα κι η αδεξιότητά τους άρεσε στον κόσμο. Ήταν φοβερό!» (Ginger Baker, ντράμερ των Cream και των Blind Faith).

Σύντομα, οι Stones έπαιζαν με τους ήρωες των blues, όπως τον Howlinʼ Wolf, τον οποίο είχαν σαν ίνδαλμα. Μπορεί όμως, να λάτρευαν έναν ήρωα, αλλά συγκροτήματα, όπως οι Stones, άδραξαν το μεγαλύτερο έπαθλο, επειδή χρησιμοποίησαν το blues ως βάση τής rock μουσικής.

Το 1964, η εκτέλεση τού «Little red rooster» τού Howlinʼ Wolf, ανέβασε τους Rolling Stones στο Νο 1. Η καριέρα τους απογειώθηκε και τη θέση τους στο Crowdaddy Club πήρε το νέο συγκρότημα, οι Yardbirds. Μέλος τους ήταν ένας εξαίρετος κιθαρίστας, που με τις μοναδικές εκτελέσεις των blues, άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι στη rock μουσική: Ο Eric Clapton.
Το μόνο, που είχαν οι Yardbirds ήταν ο Eric Clapton. Μέσα σε 18 μήνες, έγινε αυτό, που έγραφαν σʼ όλους τους τοίχους. Ο καλύτερος κιθαρίστας των blues στην Αγγλία.

Ο Clapton άκουσε τα blues, κάτι, που εξέφραζε τη μοναξιά και την απομόνωση, που ένιωθε μεγαλώνοντας.
Η επιθυμία τού Clapton να βυθιστεί στην ένταση τής μουσικής τον έφερε σε σύγκρουση με τα μέλη τού συγκροτήματος. Δεν τού άρεσε η πορεία τους, ήταν ο φανατικός τής ιστορίας, που ήθελε να μπει πιο βαθιά στα blues. Έτσι αποχώρησε, αλλά οι Yardbirds απόδειξαν, ότι είχαν πορεία ακόμη.

Και οι Rolling Stones συνέχισαν να αναπτύσσονται. Έγραφαν τα δικά τους τραγούδια με μια αποκαλυπτική ελευθερία. Το κλειδί ήταν, όταν άρχισαν να γράφουν. Χρησιμοποιούσαν τις επιρροές, που είχαν από τα blues και τις φιλτράριζαν μέσα απʼ τις δικές τους εμπειρίες.

Οι Stones έγιναν πιο επιτηδευμένοι ως τραγουδοποιοί κι ήταν έτοιμοι να πάρουν ρίσκα γράφοντας τραγούδια φορτωμένα με αλαζονεία, επανάσταση και σεξ. Το «Satisfaction» είναι από τα πρώτα σπουδαία τραγούδια τους. Ο Μuddy Waters θα ήθελε πολύ να το είχε γράψει ο ίδιος. Είναι απʼ τα υπέροχα blues, που βγήκαν απʼ την Chess Records.

Οι Rolling Stones
έφεραν έπαρση και σεξ.
Ο Keith Richards είδε σε όνειρο το ρεφραίν τού «Satisfaction»: «Ήταν ένα όνειρο - blues. Ενώ κοιμόμουν, ξύπνησα, πάτησα το play στο κασετόφωνο, το έπαιξα κι έπεσα για ύπνο.

Δεν θυμόμουν τίποτε, μέχρι, που είδα την κασέτα και το άκουσα. Γύρισα την κασέτα κι άκουσα 30ʼʼ τού “Satisfaction”, αλλά σε πολύ αργή εκδοχή. Μια soul εκδοχή τού blues και μετά, ακούγεται για σαράντα λεπτά το ροχαλητό μου
Το «Satisfaction» σηματοδότησε μια νέα κατεύθυνση στη μουσική. Το Rock. Στη διαδρομή ξεσήκωσε το κοινό. Πήραν την ουσία τού blues, τού R&B, τού rock & roll και πρόσθεσαν κάτι ακόμη, λίγο κούνημα των γοφών, λίγο λίκνισμα, τα χέρια ψηλά με μαράκες και λίγα άλματα, που ξετρέλαιναν τα κορίτσια. Έκαναν τους στίχους πιο απτούς, πιο εμπορικούς, πιό σέξυ και πούλησαν εκατομμύρια δίσκους!

Ήταν η στάση τους, όταν το τραγουδούσαν. Ο Jagger χλεύαζε με το μικρόφωνο. Οι γονείς τον μισούσαν, επειδή ήξερε, ότι αν τον μισούσαν εκείνοι, τα παιδιά τον λάτρευαν.

Οι Stones δεν ήταν οι μόνοι. Ένα νέο κύμα συγκροτημάτων πειραματιζόταν με νέους ήχους. Οι Kinks ηλέκτριζαν τα τσάρτ με παραμορφωμένους ήχους κιθάρας στο «You really got me».

Το πρώτο, που σε αιχμαλωτίζει, είναι ο ήχος τής κιθάρας. Οι Kinks όφειλαν τον τραχύ ήχο τής κιθάρας τους στον τρόπο, με τον οποίο χειριζόταν ο Dave Davies τον εξοπλισμό του, που, όπως λέει: «Αναζητούσα έναν ήχο, που θα εξέφραζε αυτό που ένιωθα. Με είχε απογοητεύσει τόσο πολύ ο ήχος τής κιθάρας, που πήρα ένα ξυράφι κι έκοψα τα ηχεία. Το έβαλα μέσα κι έβγαζε έναν πνιχτό ήχο. Είπα: “Αυτό είναι!”».
Kinks, You really got me

Ο παραγωγός των Kinks, Shel Talmy, έβαλε το «άγγιγμα τού Μίδα» στο rock ήχο ενός άλλου συγκροτήματος, που εμπνεύστηκε από τους Kinks, για να βρουν τη δική τους φωνή. Τους Who. «Οι Who με αναζήτησαν, όταν έκανα επιτυχίες με τους Kinks. Πήγα και τους είδα. Έκανα πρόβα σε μια εκκλησία και το πρώτο τραγούδι, που έπαιξαν, με μάγεψε».

«Το πρώτο συγκρότημα, που πίστεψα, ότι ήταν καθαρά rock, ήταν οι Who. Υπήρχε συνοχή ανάμεσα στο μπάσο, στα ντράμς και τον τραγουδιστή. Κατάλαβα, ότι ήταν κάτι διαφορετικό, δεν ήταν rhythm and blues». (Keith Altham, δημοσιογράφος τού Rock).

Ο τραγουδιστής Roger Daltrey εμφανιζόταν στη σκηνή με θρασύτητα. Ο κιθαρίστας Pete Townshend άρχισε να διπλασιάζει το τέμπο τού δωδεκάμετρου blues και να εξωθεί την κιθάρα στα όριά της. «Όταν κάναμε το “I canʼt explain”, αλλάξαμε τη σκηνική μας παρουσία. Τα βάλαμε όλα σʼ ένα καζάνι, τʼ ανακατέψαμε, τα βαρεθήκαμε, κάναμε πιο γρήγορο το ρυθμό, παίξαμε με τις νότες, τροποποιήσαμε τις μελωδίες και βγήκε αυτό που βγήκε. Ήμαστε τυχεροί, που είχαμε τον ιδιοφυή Townshend, που δεν έπαιρνε μόνο τις πληροφορίες, αλλά μπορούσε να τις μετατρέψει σε μουσικές νότες» (Roger Daltrey).

Οι Who συνδύασαν το επαναστατικό πνεύμα τής μοντέρνας σκηνής με μια τολμηρή έκφραση τής pop art τής δεκαετίας τού ʽ60.

Όπως λέει ο Daltrey, «oι κοπέλες έρχονταν, για να δουν τί φορούσαν τα μέλη τού συγκροτήματος. Το σακάκι τού John και το δικό μου ήταν φτιαγμένα από σημαίες. Ο Keith φορούσε μπλουζάκια με στόχους και καρδιές. Ως ένα σημείο, όλα εξελίχτηκαν γύρω από την τέχνη τής pop, επειδή δεν ήταν περιορισμένη σε πλαίσιο, όπως άλλες τέχνες. Την απολαμβάνουν εκατομμύρια έφηβοι.»

Συγκροτήματα, όπως οι Who,
εξερευνούσαν νέες ιδέες
και εικόνες κι ήταν εμφανές,
ότι διαμορφωνόταν
ένα νέο μουσικό κίνημα.

Το 1965 ήταν ο Χρόνος Μηδέν για το Rock. Τα μέσα εκείνης τής δεκαετίας, ήταν η εποχή, που τα μεταπολεμικά μωρά είχαν μεγαλώσει, δεν ήταν πια έφηβοι κι είχαν δημιουργήσει μια νέα γενιά, που άνθιζε καλλιτεχνικά.

Το 1965, οι Who κυκλοφόρησαν το τραγούδι, που προσδιόρισε τη νέα rock μουσική: «My genaration». Δεν υπήρχαν δεδομένα. Όλα τα τραγούδια ήταν καινούργια. Οι τεχνικές ήταν καινούριες, οι ρυθμοί, τα μοντέλα, το γεγονός, ότι κάλυπταν θέματα για όσα συνέβαιναν στον κόσμο. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει ποτέ.

Οι Who έφεραν μια νέα στάση
και δυνατό ήχο.
Το Rock επηρέασε τα πάντα.
Στο «My generation» υπάρχει ένα απίστευτο τραύλισμα, όταν λέει «γιατί δεν πάτε να γ...». Ήταν καταπληκτικό το τραύλισμα σ΄εκείνη τη φράση. Έκανε ντεμπούτο στην Αμερική. Άκουγες το δίσκο κι έλεγες «τώρα θα το πει!».

Ήταν αφιερωμένο στην αδυναμία άρθρωσης των επαναστατημένων νέων, που δεν μπορούσαν να μιλήσουν και δυσκολεύονταν να σκεφτούν. Ήταν, όπως εκείνη η παλιά ατάκα, που έλεγε: «Γιατί επαναστατείς; Τί έχεις;».

«Το τραύλισμα στο «My generation» δείχνει την απόγνωση και την οργή τού τραγουδιού. Υπάρχουν στιγμές, που θέλεις να ρίξεις γροθιά σε κάποιον, αλλά συγκρατείσαι. Ήμασταν ένα οργισμένο συγκρότημα κι ήμασταν πολύ επικίνδυνοι. Δεν ήξερες πότε θα ξεσπούσες. Δεν ήξερες τί θʼ ακολουθούσε. Ούτ΄εμείς το ξέραμε. Ήταν σα να παίρναμε φωτιά και να τρέχαμε. Πολύ πρωτοποριακός δίσκος και, φυσικά, η επιθυμία “ελπίζω να πεθάνω πριν γεράσω”, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.». (Roger Daltrey).

Το «My genetarion» έκανε γνωστούς τους Who στην Αμερική, που ήδη είχε αγκαλιάσει την εισβολή βρετανικών συγκροτημάτων, που είχαν δικό τους στυλ και περισσή αδρεναλίνη.
Οι Animals άνοιξαν το δρόμο τής επανάστασης τού Rock μʼ ένα τραγούδι, που απεικόνιζε την blues κληρονομιά τής Αμερικής.

To
«House of the risin sun» ήταν ένας παραδοσιακός θρήνος για έναν διαβόητο οίκο ανοχής στη Νέα Ορλεάνη.
«Μάς μισούσαν στη Νέα Ορλεάνη, λόγω αυτού τού τραγουδιού. Δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους τής Νέας Ορλεάνης. Προσπαθούσαν ν΄αποκαταστήσουν τη φήμη τους κι ένα συγκρότημα λευκών τραγουδούσε για το πορνείο». (Eric Burdon).

«Για εμάς, η folk μουσική ήταν στην απέναντι πλευρά τού δρόμου. Ήταν στα καφέ, όπου ρουφούσαν καπουτσίνο κι άκουγαν μουσική. Εκεί που παίζαμε εμείς, κανένας δεν έπινε καπουτσίνο. Μάλιστα, κάποια από τα μπαρ ήταν πολύ επικίνδυνα. Βλέπαμε ανθρώπους να πιάνονται στα χέρια και να σκοτώνονται. Όμως, λέγαμε, ότι έτσι ήταν η κατάσταση, αφού είχαμε επιλέξει αυτή τη δουλειά.» (Robbie Robertson, The Band).

Στη Βρετανία, ο Eric Clapton βρήκε δημιουργική ελευθερία και το 1966, σχημάτισε το δικό του συγκρότητα με δυο απʼ τους πιο ταλαντούχους jazz και blues μουσικούς. Τον Ginger Baker (ντραμς) και τον Jack Bruce (μπάσο). Ήταν οι Cream.

«Είμαστε η αφρόκρεμα, μπορούσαμε να παίξουμε. Μουσικά, ήμασταν πολύ πιο μπροστά απʼ τους άλλους. Αν παίζαμε μουσική γραμμένη απʼ τον Μίκυ Μάους, θα ήταν υπέροχη, επειδή θα την εκτελούσαμε εμείς!» (Ginger Baker).

Μπορεί ένα συγκρότημα με τόσο γιγαντιαία εγώ να συνεργαστεί αρμονικά; «Ξέραμε, ότι ο Eric δεν ήταν σταθερός σε κάτι. Δεν μπορούσε να μείνει πολύ καιρό σ΄ένα συγκρότημα. Λανσάριζε ένα σούπερ συγκρότημα. Πόσο μπορούσε να κρατήσει αυτό; Ο Ginger Baker ήταν τζαζίστας κι είχε πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Ο Jack Bruce είχε παίξει με πολλούς άλλους. Τον ξέραμε, ήταν καλό παιδί και πολύ καλός μπασίστας. Είχε ενδιαφέρον τί θα έκαναν αυτοί οι τρεις μαζί». (Chris Dreja, The Yardbirds).

«Ήμασταν πολύ ανταγωγιστικοί σε μια ηλικία, που νιώθεις, ότι είσαι “γρήγορο πιστόλι”. Ήθελα να είμαι ο καλύτερος, ο πιο τρομακτικός μπασίστας και πιστεύω, ότι ήμουν. Το είχα καταφέρει αυτό. Ήμουν ο πιο ηχηρός. Πήραμε τη γλώσσα των blues και την εφαρμόσαμε στη μοντέρνα μουσική. Το βλέπαμε με έπαρση, πιστεύαμε, ότι μόνο εμείς τα καταφέρναμε και το βγάζαμε αυτό στα blues χωρίς να τα παραποιούμε. Αυτό κάναμε, κυρίως». (Jack Bruce).

Οι Cream επέτρεψαν στον Clapton να εκφράσει τη δεξιοτεχνία του. Απ΄το συγκρότημα τριών βιτρουόζων, που μάχονταν για να υπερισχύσουν γεννήθηκε ένα ατέλειωτο rock σόλο. «Δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να παίζουμε. Κανένας από εμάς δεν ήταν αρχηγός τού συγκροτήματος, για να πει “σταματήστε, φτάνει!”. Έτσι, αν ξεκινούσε ένας, τον αφήναμε να παίζει κι εμείς ακολουθούσαμε την κατεύθυνση, που έδινε.» (Eric Clapton).

Το άλμπουμ των Cream, τού 1967, «Disraeli gears», έδωσε μια νέα κατεύθυνση στο πνεύμα των blues, έναν πειραματικό ήχο ψυχεδέλειας, που τροφοδοτούσαν τα ναρκωτικά, με χαρακτηριστική τη δυσοίωνη γραμμή τού μπάσου τού Bruce.


Jack Bruce, Sunshine of your love
«Δουλεύαμε όλο το βράδυ και δεν είχαμε βγάλει τίποτε.

Έτσι έπιασα τις χορδές κι έκανα αυτό...

Ο Pete Brown κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ανέτειλε ο ήλιος κι έγραψε “κοντεύει να χαράξει”.

Αυτό ήταν
». (Jack Bruce).
Το εξώφυλλο τού «Disraeli gears» ήταν ένα περιστρεφόμενο μοντάζ, που υπαινισσόταν την επέκταση τού Rock ως καλλιτεχνικού μέσου.

Η ψυχεδελική σκηνή, η σκηνή των ναρκωτικών τού Λονδίνου, επηρέασε πολλούς μουσικούς να πάρουν μια πιο σοβαρή κατεύθυνση πιστεύοντας, ότι αυτό που έκαναν, ήταν αληθινή τέχνη. Με άλλα λόγια, επινόησαν το Rock.
Η ψυχεδέλεια οδήγησε μυαλά σε νέες ιδέες, ήχους και εικόνες, αλλά ώθησε τη rock μουσική σε ένα κόσμο ηδονισμού και υπερβολής. Ο δημοσιογράφος τού Rock, Keith Altham, περιγράφει χαμογελώντας: «Πήγαμε στο καμαρίνι, χτυπήσαμε την πόρτα κι ακούσαμε: “Περάστε”. Ανοίξαμε την πόρτα και είδαμε τον Ginger Baker να κάθεται σε μια πολυθρόνα με το εσώρουχο. Κρατούσε ένα μπουκάλι σαμπάνια στο ένα χέρι κι ένα τσιγαριλίκι, χοντρό σα ρωμαϊκό κερί στο άλλο. Είχε μια ξανθιά στο ένα γόνατο και μια μελαχροινή στο άλλο. “Γειά σου, Ging! Τι κάνεις;” Κι ο Ginger απάντησε: “Ζω τη ζωή ρωμαιοκαθολικού μοναχού”!».

Όταν οι Cream πέρασαν το βαρύ rock τους απέναντι στον Ατλαντικό, θορύβησαν την Αμερική με το σοκ τού «καινούργιου». «Ήταν πολύ διαφορετικό για το αμερικάνικο κοινό. Ήταν τελείως καινούργιο γιʼ αυτούς και τους άρεσε. Κάναμε περιοδείες σε όλες τις Πολιτείες. Πήγαμε παντού. Όπου κι αν πήγαμε, γινόταν ό,τι και στην Αγγλία. Ήταν πιο πολλοί έξω, παρά μέσα στο μαγαζί». (Ginger Baker).

Οι Cream είχαν μεγάλη επιτυχία στην περιοδεία τους στην Αμερική, αλλά οι Who ξεσήκωσαν τα πλήθη, όταν έπαιξαν στο Monterey. Έφεραν μαζί τους νέες ιδέες για τη rock μουσική και τί μπορούσε να καταφέρει με πολλή ενέργεια και θέαμα.

«Ανεβάζαμε την αδρεναλίνη, βγάζαμε επιθετικότητα και δείχναμε στο κοινό, ότι ήμασταν απελπισμένοι, ότι θέλαμε να εκτονωθούμε, να εκτονωθούμε μπροστά τους. Αυτό είχε περισσότερη σχέση με την τέχνη και τη μουσική, απʼ όσο φαντάζεται ο κόσμος». (Pete Townshend).

Janis Joplin, Cry baby

Όταν οι Who έφτασαν στο Monterey, τον Ιούνιο τού 1967, άφησαν τους χίπηδες άναυδους από δέος και θαυμασμό. Δεν καταλάβαιναν όλα εκείνα τα περί «αγάπης και λουλούδια». Τα θεωρούσαν βλακείες.

Υπήρχε όλη εκείνη η μουσική για την ειρήνη και την αγάπη, όπως οι Mamas and Papas κι άλλα παρόμοια συγκροτήματα, αλλά υπήρχαν και μπλουζίστες, όπως ο Otis και βέβαια, η Janis. Ήταν κι οι Who, που έμοιαζαν εξωγήινοι. Δεν ήταν διαφορετική μόνο η μουσική τους, ήταν κι επιθετικός ο τρόπος, που έπαιζαν, σαν σε πόλεμο. «Θέλαμε να διαλύσουμε το μυαλό τους. Ανοίξαμε τους ενισχυτές, για να μην ακούν τις σκέψεις τους». (Pete Townshend).

Οι Who συνδύαζαν άγριο ήχο μα θεαματικές καταστροφές, που ανέβασαν το Rock σε θεατρική παράσταση. «Ο κόσμος είπε, ότι έσκασε ρουκέτα, όταν σπάσαμε την κιθάρα. Αν δεν ήσουν εκεί, δεν θα καταλάβαινες, ότι ήταν συναυλία. Είχε να κάνει με την εικόνα και τον ήχο. Ήταν σα να θυσιάζεις ένα ζώο, και, κάποιες νύχτες, πολύ αργά, επειδή οι κιθάρες έσπαζαν συνεχώς. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός». (Roger Daltrey).

Οι Who άλλαξαν την ιδέα τής rock εκτέλεσης. Όταν οι Stones άρχισαν να εμφανίζονται στα κλάμπ, όλοι κάθονταν στα σκαμπό. Στο Monterey ανέθεταν τη διοργάνωση σε εταιρείες, που δεν ήταν συνηθισμένες στα καμώματα των Who. Όταν άρχισαν να σπάζουν τον εξοπλισμό, οι υπάλληλοι τής εταιρείας έτρεχαν, για να σώσουν τα πράγματα! Εκείνη τη στιγμή, ο Keith Moon όρμησε στη σκηνή και πέταξε το ντράμ στο χώρο των δημοσιογράφων και γύρισε μέσα απ΄τον καπνό σα να ήταν ο Εξολοθρευτής!

Το Monterey καθιερώθηκε ως μεγάλη αρένα τής rock μουσικής κι εκπροσώπησε το απόγειο τού καλοκαιρινού έρωτα, όταν η αθώα αισιοδοξία τής δεκαετίας τού ΄60, έδωσε τη θέση της σε πιο αβέβαιους καιρούς.

Μια ουτοπία, όπως εκείνη τού ΄67 δεν μπορούσε να κρατήσει, επειδή δεν ήταν καθολικά αποδεκτή. Ήταν ένα τμήμα τής κοινωνίας, μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Ξεχνάμε, ότι δεν είχαν όλοι μακριά μαλλιά και χαϊμαλιά.


Jimi Hendrix, Hey Joe
Η Αμερική τελματώθηκε στο Βιετνάμ κι η Ευρώπη δεινοπαθούσε απ΄τις κοινωνικές αναταραχές. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Όλα είχαν πάρει πολιτική χροιά.

Δεν μπορούσες πια να είσαι παιδί των λουλουδιών και να φτιάχνεις στεφάνι από μαργαρίτες στο Hyde Park, γιατί έρχονταν αστυνομικοί και σε χτυπούσαν στο κεφάλι. Το ΄67 δεν υπήρχε πρόβλημα. Σού άναβαν και το τσιγαριλίκι!

Το 1969, το φεστιβάλ τού Woodstock έσβησε το όνειρο των χίπηδων τής δεκαετίας τού ΄60. «Πιστεύω, ότι ήταν η αρχή τής αλλαγής. Οι επιχειρήσεις άρχισαν να ελέγχουν τί έκαναν οι καλλιτέχνες. Μπορεί να ήταν η αρχή για κάτι, αλλά για μένα ήταν το τέλος». (Roger Daltrey).

Οι Rolling Stones προσαρμόστηκαν γρήγορα στη νέα κατάσταση, θα βυθίζονταν όμως, στο σκοτάδι, μια χρονιά, που τους έπληξαν αντιξοότητες και μια τραγωδία, από το μυστηριώδη θάνατο τού κιθαρίστα Brian Jones στο δολοφονικό χάος στο φεστιβάλ τού Altamont, στην Καλιφόρνια, το 1969, όταν οι Stones προσέλαβαν Hellʼs Angels για ασφάλεια.

Δεν ήταν έξυπνο να βάλουν Hellʼs Angels υπέυθυνους ασφαλείας! Το είχαν ξανακάνει σε συναυλία στο Hyde Park, όπου είχαν άγγλους Hellʼs Angels, που δεν ήταν τόσο αξιαγάπητοι, αλλά ήταν κουτάβια σε σχέση με τους τύπους τού Los Angeles, που ήταν ψυχοπαθείς.

Λεπτά μετά το δεύτερο τραγούδι των Stones, οι Hellʼs Angels όρμησαν στο πλήθος, που ήταν γύρω απʼ τη σκηνή. Ένας άνθρωπος δολοφονήθηκε, ενώ οι κάμερες κατέγραφαν και η αθωότητα τής δεκαετίας τού ʼ60 χάθηκε για πάντα. Το Altamont σήμανε το τέλος εκείνης τής εποχής, που έκλεισε με μαύρη κορδέλα. Έκτοτε, όλα έγιναν πιο εμπορικά. Το ελεύθερο πνεύμα πέθανε στο Altamont.

Το Altamont μπορεί να έφερε το τέλος τής δεκαετίας τού ʼ60 και τής πρώτης εποχής τού Rock, κανένας, όμως, δεν αρνείται τα επιτεύγματα τής δεκαετίας. Το Rock γεννήθηκε απ΄τα Blues, αλλά αναπτύχθηκε κι ακολούθησε εκατοντάδες νέες, συναρπαστικές κατευθύνσεις. Δημιουργήθηκαν εκατομμύρια υπέροχα συγκροτήματα.

Το Rock έδωσε τον ήχο των καιρών, που άλλαζαν. Είχε γίνει μια αξιόπιστη πολιτική και καλλιτεχνική δύναμη. Είχε δώσει μουσική, ένταση, στάση και τρόπο ζωής.


Σημείωση
:
Το παραπάνω κείμενο βασίστηκε σε αποσπάσματα
από το «Μy generatiοn», το πρώτο μέρος
τού ντοκυμανταίρ τού ΒΒC Twο, «Seven Αges of Rοck»,
συμπαραγωγή ΒΒC Wοrldwide και VH1.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 35134

    30 Ιουλ 2015


    https://www.youtube.com/watch?v=qYS732zyYfU