ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟ
ΑΡΜΑΤΟΛΙΚΙ

Η συναλλαγή
του Οδ. Ανδρούτσου
με τους οθωμανούς


IMAGE DESCRIPTIONΑπό τη στιγμή που κατέστειλε τις ταραχές στο Μοριά και υποχρέωσε τους αντάρτες να επιλέξουν ανάμεσα στο προσκύνημα και στην εξορία, ο Γκούρας έδειχνε διατεθειμένος να θέσει τα πράγματα κάτω από τη δεσποτική εξουσία του καταρτίζοντας πίνακες προγραφών και ενοχοποιώντας τον Μαυροκορδάτο. Τότε αιφνιδίως αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Ρούμελη, λόγω των ενεργειών των Τούρκων και του Οδυσσέα.

Φεύγοντας από το Ναύπλιο, ο Οδυσσέας είχε μεταβεί στο στρατόπεδο της Άμπλιανης, αλλά μη βρίσκοντας εκεί φιλικό κλίμα και συνειδητοποιώντας ότι οι κυβερνητικοί επίτροποι δεν επρόκειτο να του δώσουν ούτε μισθούς ούτε σιτηρέσιο, με αποτέλεσμα να ενθαρρύνεται κύμα λιποταξιών από τον στρατό του, αποσύρθηκε στην επαρχία της Λιβαδειάς, όπου ασκούσε τα καθήκοντα του στρατιωτικού διοικητή. Φαντασμένος, μνησίκακος και χολωμένος από την απογοήτευση, κατέφυγε σε μια κίνηση απελπισίας: τη συναλλαγή με τους μωαμεθανούς. Κατέληξε στη σύναψη συνθήκης με τον Ομέρ πασά για την επικράτεια της Λιβαδειάς, γεγονός που αποτέλεσε το πρελούδιο για πιο σημαντικές έως και εγκληματικές διαπραγματεύσεις, μετά την απογύμνωση της Ανατολικής Στερεάς από τις στρατιωτικές δυνάμεις της λόγω του εμφυλίου πολέμου.

Προς τα τέλη Ιανουαρίου κυκλοφόρησαν στηνΑθήνα ανησυχητικές πληροφορίες για την ολοένα και μεγαλύτερη οικειότητα του Οδυσσέα με τους Τούρκους, για διαβουλεύσεις που γίνονταν στη Χαλκίδα και για υποσχέσεις που του είχαν δώσει για ένα εκτεταμένο αρματολίκι, εξασφαλισμένο με σουλτανικό φιρμάνι. Οι φήμες αυτές επιβεβαιώθηκαν από το γεγονός ότι ένα στρατιωτικό σώμα Οθωμανών προωθήθηκε μέσω των στενών των Θερμοπυλών, καθώς και από δολοφονίες που διαπράχθηκαν στην ύπαιθρο με θύματα ανθρώπους που αντιστρατεύονταν τον Οδυσσέα.

Το θολό τοπίο φάνηκε να ξεκαθαρίζει από μια επιστολή, που με ημερομηνία 25 Φεβρουαρίου απηύθυνε ο Οδυσσέας στις δημοτικές αρχές, από τις οποίες ζητούσε να απελευθερώσουν έναν Τούρκο χειρουργό, καθώς επίσης και να του επιστρέψουν ένα ποσόν 14.000 πιάστρων, το οποίο είχε −κατά δήλωσή του− δαπανήσει για τον εφοδιασμό της Ακρόπολης. Σε περίπτωση που του αρνούνταν, απειλούσε να κάψει τα ελαιόδενδρα και τα σιτηρά τους. Σε απάντηση οι Αθηναίοι πρόκριτοι τον παρέπεμψαν στην κυβέρνηση, προετοιμάστηκαν να αμυνθούν και πίεσαν τον Γκούρα να επιστρέψει χωρίς χρονοτριβή. Στο ίδιο διάστημα ο Οδυσσέας έγραψε στους Μεγαρείς καλώντας τους να φανούν γενναίοι και να μη φοβούνται τίποτα, αφού ο σκοπός της εχθρότητάς του ήταν να λάβει αποζημίωση για τις βλάβες που είχε υποστεί από τουςΑθηναίους.

Τη νύχτα της 14ης Μαρτίου, ένα μπουλούκι στρατιωτών του μαζί με Τούρκους, εισέβαλαν σε χωριά που βρίσκονταν στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας και επιδόθηκαν σε άγριο πλιάτσικο.

Στις 15 Μαρτίου κατέφθασε ο Γκούρας και μαζί με τα στρατιωτικά σώματα που τον είχαν ακολουθήσει από την Πελοπόννησο βάδισαν στις 24 του μηνός προς την κατεύθυνση της Δόμβραινας και των Πλαταιών, για να πολεμήσουν με τον Οδυσσέα. Εκείνος, παρά την ενίσχυση με τριακόσιους Οθωμανούς ιππείς και Αρβανίτες, ένιωθε αδύναμος και γι΄ αυτό είχε υποχωρήσει στις Λιβανάτες, ένα παραθαλάσσιο μέρος κοντά στην Αταλάντη. Κατόπιν ζήτησε από τον αδελφό του, Γιαννάκη, να καταλάβει το μοναστήρι τον Αγίου Γεωργίου, απέναντι από τη δική του θέση. Στις 12 Απριλίου έγινε μάχη στην οποία νίκησαν οι Έλληνες κι έτσι την επομένη ο Γιαννάκης υποχρεώθηκε να παραδοθεί μαζί με εξήντα άνδρες. Επειδή, όμως, ο Γκούρας κατάλαβε ότι ο Γιαννάκης δεν ενέκρινε τις επιλογές του αδελφού του, τον έστειλε στις Λιβανάτες να κομίσει προτάσεις περί συμβιβασμού.

Ο Οδυσσέας είχε ήδη μετανιώσει για τη βιασύνη του να συμμαχήσει με την ημισέληνο, καθώς είχε διαπιστώσει ότι αυτή η απόφασή του είχε κλονίσει σε τέτοιον βαθμό τους Έλληνες υποστηρικτές του, ώστε όχι μόνο αξιωματικοί και στρατιώτες αλλά και ο ίδιος ο ιδιαίτερος γραμματικός του, τον είχαν εγκαταλείψει. Ο Οδυσσέας ήταν ο πιο δύσπιστος από τους θνητούς και απόλυτα εξοικειωμένος με τη συνήθη απιστία των Τούρκων, τους οποίους τόσο συχνά είχε εξαπατήσει και στα χέρια των οποίων είχε τώρα τόσο απερίσκεπτα εναποθέσει τη μοίρα του. Γνώριζε καλά ότι αν παρέμενε στο πλευρό τους, αργά ή γρήγορα το κεφάλι του θα στόλιζε την αυλή του σουλτάνου. Η απελπισία τον οδήγησε να εγκαταλείψει τους απίστους. Έτσι, με το πρόσχημα της αναγνώρισης εδάφους βγήκε στις 20 Μαρτίου από τις Λιβανάτες και κατέφυγε στο στρατόπεδο του Γκούρα. Εκείνος τον έθεσε υπό αυστηρό περιορισμό σε έναν πύργο της Ακρόπολης των Αθηνών και εξακολούθησε την πολιορκία στις Λιβανάτες, όπου οι μουσουλμάνοι εξαγριωμένοι από την αποσκίρτηση τον Οδυσσέα, έσφαξαν τους λίγους χριστιανούς που είχαν στην εξουσία τους.

IMAGE DESCRIPTIONΟ Αμπάς πασάς, διοικητής στο Ζητούνι, βάδισε κατά τον Τουρκοχωρίου, αλλά εκεί συνάντησε σθεναρή αντίσταση από τους Έλληνες του Στάθη Κατσικογιάννη και ο Κριεζώτης ύστερα από μια σφοδρή αναμέτρηση ανέβηκε το ρεύμα του Κηφισού προς τη Γραβιά. Οι κινήσεις αυτές ανάγκασαν τον Γκούρα να σπεύσει ταχύτατα προς τα Σάλωνα, με αποτέλεσμα η φρουρά από τις Λιβανάτες να βγει κόβοντας δρόμο μέσα από τις τάξεις των πολιορκητών.

Προτού βγει στον πόλεμο, ο Οδυσσέας είχε ασφαλίσει την οικογένειά του στο άντρο του στον Παρνασσό. Είχε εμπιστευθεί τη φύλαξη στον Trelawny (πρόσφατα παντρεμένο με τη μικρότερη αδελφή του Οδυσσέα, σ.σ. Edward John Trelawny, 1792-1881, Άγγλος τυχοδιώκτης και συγγραφέας) και σε λίγους άνδρες. Η σπηλιά αυτή είχε την ιδιοτυπία να είναι εντελώς απόρθητη. Από τη στιγμή που τραβούσαν τις ανεμόσκαλες οι καταφεύγοντες σε αυτήν, κανένας στρατός και κανένα πυροβολικό δεν ήταν δυνατον να την προσβάλει. Όταν συνέλαβαν τον Οδυσσέα, τον οδήγησαν σε ένα σημείο από όπου θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν οι συγγενείς του μέσα από το σπήλαιο. Εκεί ανάγκασαν τον αιχμάλωτο οπλαρχηγό να υπογράψει μια διαταγή για την παράδοσή τους, αλλά ο γαμπρός του την αψήφησε με περιφρόνηση, ισχυριζόμενος ότι ήταν προϊόν άσκησης βίας.

Η υπόλοιπη ιστορία του Οδυσσέα θα αναφερθεί συνοπτικά. Υπήρξε ένοχος τόσο πολλών βάρβαρων πράξεων και είχε δημιουργήσει τέτοιο πλήθος θανάσιμων εχθρών, ώστε η μόνη εγγύηση για την ασφάλειά του βρισκόταν πλέον στη μεγαλοψυχία του Γκούρα, ο οποίος στην αρχή πάσχισε να σώσει το παλιό αφεντικό του. Επειδή, όμως, ο ίδιος στερούνταν κρίσης και επίσης επηρεαζόταν από ανθρώπους του περιβάλλοντός του, ενέδωσε τελικά σε μια απρόθυμη συγκατάθεση για την εκτέλεση του Οδυσσέα.

Με το ξημέρωμα της 17ης Ιουνίου φάνηκε το άψυχο κορμί του Οδυσσέα να κείτεται στη βάση του πύργου, όπου κρατούνταν. Ειπώθηκε ότι στην προσπάθειά του να κατέβει έσπασε το σκοινί από το οποίο κρεμόταν και ο θάνατός του αποδόθηκε στην πτώση. Κανείς, ωστόσο, δεν πίστεψε αυτήν την ιστορία. Αντιθέτως, η εκδοχή που επικράτησε είναι ότι τον στραγγάλισαν και ύστερα τον πέταξαν από την κορυφή του πύργου. Στη συνέχεια ο Γκούρας ένιωσε τύψεις για τον θάνατο του πρώην φίλου του,
άκουγε με πόνο να προφέρουν το όνομά του και που και που μουρμούριζε: «Σ΄ αυτήν την υπόθεση παραπλανήθηκα!».





ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

IMAGE DESCRIPTIONΤο παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Thomas Gordon: Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης,
έκδ. «Αρχιπέλαγος», Αθήνα, 2010.

Ο Sir Thomas Gordon (1788-1841) υπήρξε αξιωματικός του βρετανικού στρατού και ιστορικός. Αξιομνημόνευτος είναι ο ρόλος που διαδραμάτισε στα γεγονότα του ΄21, στη δεκαετία του 1820 και 1830, αλλά και η συγγραφική προσφορά του στην εξιστόρησή τους.
Γεννήθηκε στη Σκωτία και σπούδασε στο Eton και το Brasenose College στην Οξφόρδη. Από το 1808-1810 υπηρέτησε στο «Royal Scots Greys», σύνταγμα ιππικού του βρετανικού στρατού και προάχθηκε στο βαθμό του λοχαγού. Κληρονόμησε μεγάλη περιουσία και τον Μάιο του 1810 παραιτήθηκε από την υπηρεσία, για χάρη των ταξιδιών. Για αρχή πήγε στα Ιωάννινα, όπου έτυχε θερμής υποδοχής από τον Αλή πασά.

Τα ταξίδια του στη διετία 1810-1812 περιέλαβαν την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, καθώς και περιοχές της Ανατολίας, της Περσίας και της Μπαρμπαριάς. Το 1813 διατέλεσε λοχαγός του ρωσικού στρατού ακολουθώντας τη σκωτική διασπορά στη Ρωσία. Στις αρχές του 1814 επέστρεψε στη χώρα του. Το 1815 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παντρεύτηκε την Μπάρμπαρα Καν από την Αρμενία (αργότερα βαρόνη de Sedaiges). Την ίδια χρονιά βρέθηκε στο σαράι του Αλή Πασά στα Ιωάννινα και το φθινόπωρο στο Βουκουρέστι. Εκεί γνώρισε τους Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη.

Το καλοκαίρι του 1821, μαζί με άλλους φιλέλληνες και ρωμιούς σπουδαστές και επιστήμονες του εξωτερικού, επιβιβάστηκαν στο ίδιο πλοίο, στη Μασσαλία, και κατέβηκαν στην Ελλάδα. Έφερε μαζί του εξακόσιες ξιφολόγχες, μολύβι και τρία βομβοβόλα. Όταν έφθασε στην Ελλάδα, μετέβη στο στρατόπεδο των Τρικόρφων, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τον Δημήτριο Υψηλάντη και όσους οπλαρχηγούς και προκρίτους βρίσκονταν εκεί. Στο πρόσωπο του Gordon, ο οποίος ανέλαβε να οργανώσει το πρώτο τακτικό στρατιωτικό σώμα από ρωμιούς, διέβλεπαν την πρώτη έμπρακτη εκδήλωση βοήθειας του φιλελληνισμού γενικώς και των άγγλων ειδικότερα.

Τον Αύγουστο του 1821 ο Gordon έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τρίπολης. Οι σφαγές και οι λεηλασίες που έγιναν κατά τη διάρκεια της Άλωσης της Τριπολιτσάς, του προκάλεσαν τέτοια δυσφορία, ώστε έφυγε από την Ελλάδα.

Τον Νοέμβριο του 1822 η προσωρινή κυβέρνηση της Ερμιόνης, του απέστειλε επιστολή ζητώντας του να επιστρέψει. Αρνήθηκε, αλλά εντάχθηκε στη Φιλελληνική Επιτροπή του Λονδίνου. Αρνήθηκε την πρόσκληση της επιτροπής να πάει στην Ελλάδα, επειδή ήταν εναντίον των πελοποννήσιων, οι οποίοι ήταν μέλη της κυβέρνησης και τους θεωρούσε κοινούς ληστές. Ως μέλος της επιτροπής όμως, υποστήριξε σθεναρά το διορισμό του λόρδου Byron.
Η επιτροπή αυτή εργάστηκε για τη σύναψη δύο δανείων το 1824 (800.000 λιρών) και το 1825 (2.000.000 λιρών).

IMAGE DESCRIPTION
Ο Gordon προσκλήθηκε την άνοιξη του 1826 από τον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, Παναγιώτη Νοταρά, για την προώθηση της ενότητας και της στρατιωτικής πειθαρχίας. Έφτασε στο Ναύπλιο το Μάιο του 1826 και διαπίστωσε ότι οι διαφορές ανάμεσα στους ρωμιούς είχαν σβήσει ακόμη και την εχθρότητα κατά των οθωμανών. Έφερε μαζί του το υπόλοιπο των 14.000 λιρών από το δεύτερο δάνειο, που η Αγγλία είχε παραχωρήσει στην επαναστατική κυβέρνηση. Από τότε αρχίζει η ενεργότερη συμμετοχή του.

Αργότερα παραιτήθηκε από την αρχηγία των στρατευμάτων του Πειραιά, επειδή οι προτάσεις του δεν έγιναν δεκτές από την κυβέρνηση. Ως χαρακτήρας ήταν ευερέθιστος. Απαιτούσε πειθαρχία, αλλά ήταν άπειρος στη διοίκηση ατάκτων.
Επανήλθε στην Ελλάδα το 1828. Από το 1828 έως 1831, διενήρησε τις ανασκαφές στον Ναό της Ήρας, κοντά στο Άργος.
Μετά, έφυγε στην Αγγλία κι ασχολήθηκε με τη συγγραφή της Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο Gordon δεν ήταν φιλικά διακείμενος προς τον Καποδίστρια.

Το 1835, μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ελλάδα, προσκλήθηκε από τον Armansperg και επανήλθε στην Ελλάδα. Του ανατέθηκε το καθήκον της εμπέδωσης της τάξης στη Στερεά Ελλάδα και η πάταξη της ληστείας, έργο το οποίο εκτέλεσε με επιτυχία. Στη συνέχεια ανέλαβε τη στρατιωτική διοίκηση της Πελοποννήσου και κατόπιν διορίστηκε πρώτος αρχηγός του σώματος γενικών επιτελών. Οι διαφωνίες του με τον Armansperg τον οδήγησαν σε οριστική παραίτηση. Επέστρεψε στην πατρίδα του, τη Σκωτία, όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Από την πλειονότητα των ιστορικών ο Gordon θεωρείται ότι επέδειξε φιλελληνική δράση, ενώ κατ΄ άλλους υπήρξε πράκτορας των βρετανών. (Βλ. Κυρ. Σιμόπουλου: Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21, έκδ. «Στάχυ», Αθήνα, 1991, τόμ. Α΄, σελ. 367-387, κεφ. «Η περίεργη περίπτωση Γκόρντον»).

Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης χαρακτηρίζεται ως ένα από τα εγκυρότερα και σοβαρότερα έργα για το ΄21 διαθέτοντας σημαντικό σε έκταση υλικό και παρέχοντας ολοκληρωμένη, μετριοπαθή και αντικειμενική εικόνα, λόγω και της συμμετοχής του ίδιου του συγγραφέα σε προσωπικό επίπεδο. Έτυχε εξαρχής της γενικής αποδοχής κι επηρέασε καταλυτικά ιστορικούς, όπως οι Σπυρίδων Τρικούπης και George Finlay. Ερμηνεύει όμως, τα γεγονότα, τις κινητήριες δυνάμεις του ξεσηκωμού και τις εσωτερικές διαμάχες −πρόσωπα και καταστάσεις− κλίνοντας προς τη σκοπιά της αγγλικής πολιτικής.




IMAGE DESCRIPTIONΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
στην «Ελεύθερη Έρευνα»
άλλα άρθρα για την οθωμανική περίοδο
και το 1821, στο Αφιέρωμα:

1821:
Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ
ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ

Το άγνωστο ΄21


Ο Sir Thomas Gordon (1788-1841) ήταν σκωτσέζος συνταγματάρχης, μεγαλοκτηματίας και περιηγητής,
ένας από τους πρώτους ευρωπαίους που ήλθαν στην Ελλάδα το ΄21.