ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

 
Mark Mazower,
έκδ. «Πατάκη», 2012



Τα Βαλκάνια κατείχαν μια ενδιάμεση πολιτιστική ζώνη ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία - ήταν στην Ευρώπη, μα δεν τής ανήκαν. Οι ταξιδιώτες τού 19ου αιώνα, τη στιγμή, που έμπαιναν στις περιοχές των οθωμανών, ένιωθαν με πολύ πιο έντονο και αξιακά φορτισμένο τρόπο απ' ό,τι οι πρόδρομοί τους, ότι εγκατέλειπαν την Ευρώπη και πατούσαν το πόδι τους στην Ασία.

Το 1875, ο νεαρός Άρθουρ Έβανς, καθώς στεκόταν στις όχθες τού ποταμού Σάβου, που ήταν το σύνορο ανάμεσα στην Κροατία των Αψβούργων και στην οθωμανική Βοσνία, άρχισε να συνειδητοποιεί, «σε τι νέο κόσμο βρισκόμασταν».
 
Οι ίδιοι οι βόσνιοι, όταν αναφέρονται στην άλλη πλευρά τού Σάβου, λένε «η Ευρώπη» και έχουν δίκιο, γιατί ουσιαστικά, ένα πεντάλεπτο ταξίδι σε μεταφέρει στην Ασία. Οι ταξιδιώτες, που έχουν δει τις τουρκικές επαρχίες τής Συρίας, τής Αρμενίας ή τής Αιγύπτου, όταν μπαίνουν στη Βοσνία, εκπλήσσονται αμέσως, που βρίσκουν τις οικείες εικόνες τής Ασίας και τής Αφρικής να ξαναζωντανεύουν σε μια επαρχία τής ευρωπαϊκής Τουρκίας.

Οι δυτικοί επισήμαιναν την ανασφάλεια τής ατομικής ιδιοκτησίας, τους δαιδάλους τού οθωμανικού δικαίου και την έντονη και ζωτική εκείνη διάκριση ανάμεσα στην κυρίαρχη και στις υποτελείς θρησκείες. Πάνω απ' όλα, τους κατέπλησσε ένα σύνολο από αισθητικά ερεθίσματα, που έμοιαζαν με σκηνογραφία - τα καινούρια χρώματα, οι απρόσμενες μυρωδιές, τα πρωτόγνωρα μείγματα των λαών.

Ο νεαρός Χένρυ Χόλλαντ, όταν το 1812 αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα, σημείωσε: «Με το που μπαίνεις σε αυτές τις περιοχές, το σκηνικό αλλάζει ξαφνικά και βλέπεις μπροστά σου ένα νέο είδος ανθρώπων, με όλα εκείνα τα φανταχτερά εξαρτήματα τού ανατολίτικου χαρακτήρα και τού τοπίου, που για τόσα χρόνια μάγεψαν τη φαντασία μας στις ιστορίες τής Ανατολής. Τα ομοιόμορφα ήθη τού τούρκου, που πηγάζουν από τη θρησκεία του και από άλλες περιστάσεις, κάνουν αυτή την αλλαγή εξ ίσου αξιοπρόσεχτη στην πρώτη τούρκικη πόλη, που θα μπεις, όσο και σ' εκείνες, που είναι πολύ πιο απομακρυσμένες από τα ευρωπαϊκά έθνη».

Έναν αιώνα μετά, ένας νεαρός ρώσος δημοσιογράφος -αργότερα έγινε διάσημος με το όνομα Λέων Τρότσκι- κοίταζε έξω από το παράθυρο τού βαγονιού του ταξιδεύοντας με το τρένο από τη Βουδαπέστη στο Βελιγράδι τις παραμονές τού Α' βαλκανικού πολέμου, και αναπολούσε ενθουσιασμένος: «Ανατολή! Ανατολή! Τι μείγμα από φάτσες, φορεσιές, φυλετικούς χαρακτήρες και πολιτιστικά επίπεδα!».

Τυφλή μπροστά στα θύματα τής μουσουλμανικής πλευράς, η χριστιανική Ευρώπη παρέβλεπε τις τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμών, που πυροδότησε η παρακμή των οθωμανών. «Ο κόσμος λέει συχνά στη Δύση, ότι πρέπει να μεταφερθούν όλοι οι Τούρκοι, με άλλα λόγια, οι μουσουλμάνοι, στην Ασία, ώστε να μετατραπεί η ευρωπαϊκή Τουρκία σε καθαρά χριστιανική αυτοκρατορία», είχε γράψει ο Αμί Μπουέ το 1854. «Μια τέτοια απόφαση θα ήταν εξ ίσου απάνθρωπη όσο και η εκδίωξη των εβραίων από την Ισπανία ή των προτεσταντών από τη Γαλλία, και επιπλέον ελάχιστα εφικτή, δεδομένου, ότι οι ευρωπαίοι ξεχνούν πάντοτε πως στην ευρωπαϊκή Τουρκία οι μουσουλμάνοι είναι κατά το πλείστον σλάβοι ή αλβανοί, και άρα τα δικαιώματά τους στη γη είναι το ίδιο αρχαία όσο κι εκείνα των χριστιανών συμπατριωτών τους».


«Η φήμη, το όνομα, η εμφάνιση, τα συνήθη μέτρα και

σταθμά ενός πράγματος, το αντίκρισμά του, σχεδόν
πάντοτε λανθασμένα και αυθαίρετα στην αρχή, [...]
όλα αυτά περνούν από γενιά σε γενιά απλώς και μόνο
επειδή ο κόσμος τα πιστεύει, ώσπου βαθμιαία καταλήγουν
να γίνουν μἐρος τού ίδιου τού πράγματος και ταυτίζονται
με την υλική του υπόσταση. Εκείνο, που ήταν αρχικά μια
επίφαση γίνεται στο τέλος, χωρίς σχεδόν καμμιά εξαίρεση,
η ουσία και λειτουργεί ως τέτοια».
Φρειδερίκος Νίτσε

 
 

Στα τέλη τού 20ού αιώνα, ο κόσμος μιλούσε για τα Βαλκάνια σαν να υπήρχαν ανέκαθεν. Διακόσια χρόνια νωρίτερα δεν είχαν ακόμα γεννηθεί. Οι οθωμανοί δεν εξουσίαζαν τα Βαλκάνια, αλλά τη «Ρούμελη», τα αλλοτινά εδάφη των «ρωμαίων», που τα είχαν πάρει από το Βυζάντιο. Οι μορφωμένοι ορθόδοξοι υπήκοοι τού σουλτάνου αυτοαποκαλούνταν «ρωμαίοι» ή απλούστερα «χριστιανοί». Για τους δυτικούς, που ήταν εξοικειωμένοι με τους κλασικούς γεωγραφικούς όρους, όπως Μακεδονία, Ήπειρος, Δακία και Μοισία, ο όρος «Βαλκάνια» δε σήμαινε σχεδόν τίποτα. «Μου γεννήθηκαν πολλές προσδοκίες», έγραφε ένας ταξιδιώτης το 1854, «όταν άκουσα, πως επρόκειτο να διαβούμε ένα “Μπαλκάν”. Διαπίστωσα, όπως, πολύ γρήγορα, ότι ο ηχηρός αυτός τίτλος σημαίνει απλώς μια ράχη, που λειτουργεί ως υδατοκρίτης ή ένα διάσελο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα κάποια μεγάλη ή ρομαντική θέα».

Μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα, κυρίως εξ αιτίας των απότομων στρατιωτικών και διπλωματικών αλλαγών, μια νέα γεωγραφική έννοια ρίζωσε στην καθημερινή γλώσσα. Το 1917 ένα δόκιμο βιβλίο ιστορίας τού Ανατολικού Ζητήματος μιλούσε για «τις εκτάσεις, που οι γεωγράφοι τής προηγούμενης γενιάς περιέγραφαν ως “ευρωπαϊκή Τουρκία”, για τις οποίες όμως, οι πολιτικές αλλαγές, μάς ανάγκασαν να αναζητήσουμε ένα νέο όνομα. Το όνομα, που δίνεται συνήθως σ' αυτό το τμήμα είναι “η βαλκανική χερσόνησος” ή πιο απλά, “τα Βαλκάνια”».

Από την πρώτη στιγμή, τα Βαλκάνια δεν ήταν απλώς και μόνο μια γεωγραφική κατηγορία. Ο όρος, σε αντίθεση με τους προγενέστερούς του, ήταν φορτισμενος με αρνητικές συνυποδηλώσεις βίας, αγριότητας, πρωτογονισμού, σε βαθμό τέτοιο, που δύσκολα βρίσκει κανείς ιστορικά παράλληλα. «Γιατί “άγρια Ευρώπη”;» αναρωτιόταν ο δημοσιογράφος Χάρρυ ντε Ουίντ στο ομώνυμο βιβλίο του το 1907. «Διότι [...] ο όρος περιγράφει με ακρίβεια τις άγριες και αναρχούμενες χώρες ανάμεσα στην Αδριατική και στη Μαύρη Θάλασσα».

Η Ευρώπη, εξοικειωμἐνη με μια ιστορία γεμάτη εξεγέρσεις και αντεκδικήσεις, που διαρκούσε σχεδόν έναν αιώνα και κορυφώθηκε μετά το 1900 με τις τρομοκρατικές βομβιστικἐς ενέργειες τής Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης, τη βασιλοκτονία στη Σερβία το 1903 και τις εκτεταμένες σφαγές, που διαπράχθηκαν απ' όλες τις πλευρές κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολἐμων, δεν άργησε να συνδεσει την περιοχή με τη βία και την αιματοχυσία.

Η αιματηρή δεκαετία, που ακολούθησε, για να λήξει το 1922 με την ήττα των ελλήνων από τους τούρκους στη Μικρά Ασία και την υποχρεωτική ανταλλαγή περίπου δύο εκατομμυρίων προσφύγων, δε θα μπορούσε, φυσικά, να αλλάξει την εικόνα. Βεβαια, τώρα πια οι βαλκανικοί λαοί αυτοκυβερνιόνταν, κάτι, που τόσοι και τόσοι δυτικοί συνήγοροί τους είχαν ευχηθεί για λογαριασμό τους.

Ποιο ήταν όμως το αποτέλεσμα;

Μια πανσπερμία από μή βιώσιμα, ανταγωνιστικά κρατίδια, που κατάτρεχαν τους υπηκόους τους - ακριβής ενσάρκωση τής «μικροκρατίας», «κρατιδιοκρατίας», που οι αντίπαλοι τής απεριόριστης εξάπλωσης των εθνικών κρατών είχαν φοβηθεί, ότι θα προέκυπτε. Οι φιλελεύθεροι δυσκολεύονταν να συμβιβάσουν το χαρμόσυνο ιδεώδες τής αυτοδιάθεσης των εθνών με την πραγματικότητα ενός κόσμου κατακερματισμένου και αποσταθεροποιημένου. Σε άλλα νέα κράτη, όπως στη Γερμανία και στην Ιταλία, ο εθνικισμός τού 19ου αιώνα είχε συγχωνεύσει τα μικρά, απαρχαιωμένα κρατίδια και είχε συμπήξει έτσι ευρύτερες και οικονομικά πιο ορθολογικές μονάδες. Στα Βαλκάνια είχε συμβεί το αντίθετο.

Στο μεσοπόλεμο, οι μυθιστοριογράφοι και οι σκηνοθέτες τού κινηματογράφου μετέτρεψαν την περιοχή σε εξωτικό σκηνικό για υποθέσεις μυστηρίου γεμάτες διαφθορά, ασυλλόγιστους σκοτωμούς και εύκολα εγκλήματα. Στη μεταπολεμική εποχή, μερικά από αυτά τα κλισέ ξεθώριασαν. Τα Βαλκάνια εξαφανίστηκαν από τη συνείδηση τής Δύσης στη διάρκεια τού Ψυχρού Πολέμου και το Σιδηρούν Παραπέτασμα έκοψε στα δύο τη νοτιοανατολική Ευρώπη, χωρίζοντας την Ελλάδα από τους κομμουνιστές γείτονές της.

Η Αλβανία έγινε σχεδόν απροσπέλαστη.

Η Γιουγκοσλαβία τού Τίτο έγινε το ίνδαλμα των αμερικανών ιθυνόντων και τής Νέας Αριστεράς στην Ευρώπη. Οι διακηρύξεις περί αδέσμευτης στάσης στη διεθνή σκηνή και αυτοδιαχείρισης των εργατών στο εσωτερικό βρήκαν αλλού ευήκοα ώτα.

Η εξουσία τού Τσαουσέσκου στη Ρουμανία ήταν περισσότερο γνωστή για τον έντονο αντισοβιετισμό της, παρά για την αφόρητη καταπίεση τού ντόπιου πληθυσμού.

Σε γενικές γραμμές, η Ελλάδα έγινε μια παρυφή τής «Δύσης», ενώ τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη συναποτέλεσαν το λιγότερο μελετημένο κομμάτι τής κομμουνιστικής ανατολικής Ευρώπης. Ο μαζικός τουρισμός οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπους στις παραλίες και στα χιονοδρομικά κέντρα τής περιοχής και μετέτρεψε τη δημοτική της παράδοση σε βραδινή διασκέδαση. Η γραφικότητα πήρε τη θέση τής βίας και οι σοβαρότερες απειλές για το μέσο τουρίστα ήταν πια οι κακοί δρόμοι και οι περίεργοι καμπινέδες.

Αυτά ήταν τα καλά τής μακρόχρονης ειρήνης, που απλώθηκε πάνω από την Ευρώπη με τον Ψυχρό Πόλεμο. Πολλοί σήμερα, τα θεωρούν όχι μόνο μακρινά, αλλά και απατηλά, σαν ένα διάλειμμα, που συσκότισε προσωρινά τον αληθινό
χαρακτήρα των Βαλκανίων. Από τότε, που κατέρρευσε ο κομμουνισμός, έχει γίνει πιο εύκολο να αντιμετωπίζει κανείς και πάλι τη νοτιοανατολική Ευρώπη ως ενιαία οντότητα, αλλά παράλληλα έχουν επανέλθει στο προσκήνιο οι καθιερωμένες υποτιμητικές συνυποδηλώσεις της. Ίσως μάλιστα, οι συγκρούσεις, που προκλήθηκαν από τη διάλυση τής Γιουγκοσλαβίας, να έκαναν τον κόσμο πιο επιρρεπή σε τέτοιους συνειρμούς: γιατί τώρα το φταίξιμο για τη μαζική βία δε ρίχνεται μόνο στον Τίτο και στον κομμουνισμό, αλλά και στην ίδια την εθνοτική ποικιλία και στις μακραίωνες ιστορικές διαιρέσεις ανάμεσα στις θρησκείες και στους πολιτισμούς.

Δύσκολα βρίσκεις ανθρώπους, που έχουν να πουν κάτι καλό για την περιοχή, και ακόμα πιο δύσκολα μπορείς να μιλήσεις γι' αυτήν με όρους, που θα κινούνται πέρα από το καλό και το κακό. Μπορούμε άραγε να ξαναδούμε τα Βαλκάνια δίχως παρωπίδες, μακριά από τις διαθλαστικές παραμορφώσεις, που συνηθίσαμε τόσα χρόνια; Να το ερώτημα, που θέτει αυτό το βιβλίο.

Στην εξαιρετικά πρωτότυπη αυτή ιστορία του, ο καθηγητής Ιστορίας στο Birkbeck College τού πανεπιστημίου τού Λονδίνου, Mark Mazower, διαλύει τα τρέχοντα κλισέ τής Δύσης για τα Βαλκάνια και, αντί να αναπαράγει τα στερεότυπά της, περιγράφει με ζωηρότητα πώς τα βουνά, οι αυτοκρατορίες και οι θρησκείες διαμόρφωσαν τη ζωή των κατοίκων τής περιοχής.

Γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία, τα Βαλκάνια εκτέθηκαν στις διαρκείς επιδρομές νομαδικών λαών μέσα στους αιώνες. Οι οροσειρές έκαναν την καλλιέργεια τής γης δύσκολη και τον πολιτικό έλεγχο σχεδόν αδύνατο, ενώ έδωσαν τη δυνατότητα σε μικρές κοινότητες να ζουν η μια πλάι στην άλλη ως τα τέλη τού 20ού αιώνα.

Αυτοκρατορίες βασισμένες στη θρησκεία και όχι στην εθνοτική ταυτότητα διαμόρφωσαν ήθη και πεποιθήσεις μ΄έναν τρόπο, που δεν εξαφανίστηκε εντελώς με τον ερχομό τού σύγχρονου κόσμου.

Η αφήγηση τού Mazower απλώνεται πολύ, τόσο χρονικά -από τους ρωμαίους ως τις μέρες μας, με ενδιάμεσους σταθμούς το βυζαντινό και το οθωμανικό παρελθόν- όσο και στο χώρο, αντιμετωπίζοντας τα πρώην οθωμανικά εδάφη
στην Ευρώπη ως μέρος μιας περίπλοκης μεν, αλλά κοινής ιστορικής κληρονομιάς.

Ο συγγραφέας, από τους εξέχοντες βρετανούς ιστορικούς τής νεότερης Ευρώπης, έγραψε ένα εξαιρετικά πλούσιο και μεστό βιβλίο, το οποίο όχι μόνο προσφέρει ένα απολύτως απαραίτητο ιστορικό και πολιτιστικό υπόβαθρο για την κατανόηση τής σημερινής βαλκανικής πολιτικής πραγματικότητας, αλλά παρέχει επιπλέον στον αναγνώστη μια νέα εικόνα των σχέσεων αυτής τής περιοχής με την Ευρώπη συνολικά.

«Η κανονιστική ιστορία προβάλλει ως υπόδειγμα ένα σχήμα ιστορικής εξέλιξης και στη συνέχεια καταπιάνεται με την ερμηνεία των παρεκκλίσεων. Η σκέψη τού 19ου αιώνα θεωρούσε δεδομένο, ότι έτσι λειτουργεί η ιστορία κι ότι αυτό, που θα περιέγραφε κανείς, ήταν η επιτυχία ή η αποτυχία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας να ανεβεί το μονοπάτι τής προόδου από την καθυστέρηση και τη βαρβαρότητα προς τον πολιτισμό.

»Όταν οι μελετητές τού 20ού αιώνα προτίμησαν να μιλήσουν για το μονοπάτι από την παράδοση προς το νεοτερισμό, άλλαξαν τους όρους, αλλά διατήρησαν πολλά στοιχεία τής ίδιας γραμμικής αντίληψης. Χρησιμοποίησαν μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικού εκδημοκρατισμού καθολικής, υποτίθεται, εγκυρότητας, προκειμένου να καταλάβουν, γιατί τα κράτη και οι κοινωνιες των Βαλκανίων έμειναν φτωχές και ασταθείς και δεν έγιναν αυτό, που θα έπρεπε να έχουν γίνει.

»Είναι αμφισβητήσιμο όμως, εάν η σχετική φτώχεια στη νοτιοανατολική Ευρώπη ή ακόμα και η πολιτική τής εθνοτικής βιας μπορούν στ' αλήθεια να εξηγηθούν ως συμπτώματα καθυστέρησης. Το εθνολογικό μείγμα των Βαλκανίων έμεινε εντυπωσιακά αναλλοίωτο για αιώνες - και στους περισσότερους από αυτούς δεν υπήρξαν καθόλου εθνοτικές συγκρούσεις. Γιατί να γίνει άραγε το μείγμα τόσο εκρηκτικό τους τελευταιους ένα - δύο αιώνες;

»Τα σημερινά δεδομένα μαζικοποίησης τής πολιτικής και τού αστικού βιομηχανικού βίου, τής εμφάνισης νέων κρατικών δομών και τής διάδοσης των γραμματικών γνώσεων και τής τεχνολογιας μπορεί να αποδειχτούν τελικά εξ ίσου σημαντικά στα Βαλκάνια όσο και η υποτιθέμενη αιώνια πραγματικότητα των θρησκευτικών ρήξεων, τής αγροτικής παραδοσιακότητας και τού χάσματος μεταξύ εθνοτήτων. Ίσως διαπιστώσουμε τότε, ότι η ιστορία, που διηγούμαστε, δεν επιβεβαιώνει και τόσο πολύ, παρά μάλλον υπονομεύει το όποιο αίσθημα ευρωπαϊκής ανωτερότητας. Γιατί, όπως η Ευρώπη έδωσε στα Βαλκάνια τις κατηγορίες, με τις οποίες οι λαοί τους αυτοπροσδιορίστηκαν, έτσι τους έδωσε και τα ιδεολογικά όπλα -κυρίως με τη μορφή τού νεότερου ρομαντικού εθνικισμού- με τα οποία να αυτοκαταστραφούν.

»Με άλλα λόγια, η προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα Βαλκάνια σημαίνει, ότι πρέπει να δούμε την ιστορία σαν κάτι περισσότερο από έναν καθρέπτη, τον οποίο κρατάμε με τρόπο, που κρύβει το παρελθόν και αντανακλά τις ίδιες τις αρετές μας» (σελ. 49-50).

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ