Η ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ
ΜΕ ΤΑ ΣΠΑΘΙΑ
ΑΡΧΙΖΕΙ
ΤΙΣ ΕΡΩΤΟΤΡΟΠΙΕΣ

Αθήνα, άνοιξη 416 π.Χ.
ώρα 23.00-24.00


IMAGE DESCRIPTIONΗ Αριάδνη είναι στον κήπο και κάνει ασκήσεις τεντώνοντας το σώμα της, ενώ ο φίλος της, ο Δημήτριος, εκτελεί μια σειρά από πολύπλοκες χορευτικές φιγούρες με το λυγερό κορμί του. Έχει κλειστά τα μάτια και χορεύει σε έναν ρυθμό που μόνο αυτός ακούει. Η Τύχη, η αυλήτρια, καλύπτει με τα δάχτυλά της τις τρύπες των νοτών σιωπηλά. Αργότερα θα παίξει κανονικά, αλλά προς το παρόν ο θίασος δεν θέλει να ενοχλήσει τους συνδαιτυμόνες του συμποσίου.

Το κεφάλι του «ιμπρεσάριού» τους, γνωστού σε όλους, και πλέον και στον ίδιο του τον εαυτό, ως «ο Συρακούσιος», ξεπροβάλλει από την πόρτα. «Μαζεύουν τα τραπέζια. Ετοιμαστείτε».

Η Αριάδνη και η παρέα της είναι η ψυχαγωγία του αποψινού συμποσίου. Πρόκειται για μια συγκέντρωση αριστοκρατών, άρα η δουλειά είναι ανάλογα καλοπληρωμένη. Ο Συρακούσιος τους είπε συνοπτικά ποιοι παρίστανται. Ο οικοδεσπότης είναι ο Καλλίας, ένας από τους ισχυρότερους πολιτικούς της Αθήνας. Καλεσμένοι είναι ο Αυτόλυκος, ένας βραβευμένος αθλητής, ένας φιλόσοφος ονόματι Σωκράτης, ο Νικήρατος, γιος του πολιτικού Νικία, και ένας αριστοκράτης από μια όχι και τόσο σημαντική οικογένεια, ο Αγάθωνας, ο οποίος συνοδεύεται από δυο φίλους του. Επίσης, υπάρχουν και τρεις εταίρες, η μία από τις οποίες έχει ήδη ζητήσει να φέρουν πιο δυνατό κρασί.

Η αυλήτρια κάνει έναν μορφασμό μόλις ακούει πόσες εταίρες είναι παρούσες. Αν η όλη κατάσταση εκφυλιστεί και καταλήξει σε ένα ξεγυρισμένο όργιο, όπως συμβαίνει συχνά, τότε λείπει μια κοπέλα, εκτός αν δύο άντρες πάνε μεταξύ τους. Αλλιώς, όλοι θα περιμένουν από την αυλήτρια να συμπληρώσει τον αριθμό. Ακόμα κι αν λάβει ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα έπειτα, δεν είναι ο ιδανικός τρόπος για να κλείσει τη βραδιά της. Θεωρεί τον εαυτό της μουσικό (και πολύ καλό μάλιστα), όχι πόρνη.

«Μην ανησυχείς», την καθησυχάζει ο Συρακούσιος. «Οι εταίρες γενικά ξέρουν ότι πρέπει να παραμείνουν σχετικά νηφάλιες. Επίσης, σίγουρα κάποιος απ΄ τους άντρες θα χάσει τις αισθήσεις του, οπότε ο αριθμός θα μικρύνει. Ετοιμαστείτε, άρχισαν τον παιάνα». (Σύμφωνα με την παράδοση, οι συνδαιτυμόνες των συμποσίων εγκαινιάζουν το δεύτερο μέρος της βραδιάς με μια σπονδή και έναν ύμνο προς τους θεούς. Ύστερα αρχίζει η σοβαρή οινοποσία. Άλλωστε, συμπόσιο σημαίνει κυριολεκτικά «συνάντηση για ομαδικό ποτό»).

Καθώς τελειώνει ο παιάνας, η τριάδα πηγαίνει στον ανδρώνα, το δωμάτιο του σπιτιού που προορίζεται για τις συγκεντρώσεις των αντρών, όπου τους παρουσιάζει ο «ιμπρεσάριος». «Πρώτα η αυλήτριά μας, που παίζει τέλεια. Ύστερα μια εξαιρετικά ικανή χορεύτρια, που γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη της. Και ένα αγόρι στο άνθος της ηλικίας και της ομορφιάς του, που χορεύει με απαράμιλλη χάρη».

Ενώ η Τύχη δίνει στην Αριάδνη τους τροχούς που θα πετάει στον αέρα και θα ξαναπιάνει, ακούγεται ένα βροντερό χτύπημα στην πόρτα. Ο Καλλίας, εμφανώς δυσαρεστημένος, στέλνει τους υπηρέτες να δουν ποιος είναι. «Αν είναι φίλοι, καλέστε τους μέσα. Αλλιώς, πείτε ότι το συμπόσιο τελείωσε».

Ύστερα από λίγα λεπτά μια μεθυσμένη φωνή βρυχάται από το προαύλιο: «Πού είναι ο Αγάθωνας; Πηγαίνετέ με στον Αγάθωνα!» Έπειτα μπαίνει μέσα τρικλίζοντας ο Αλκιβιάδης, υποβασταζόμενος από δυο υπηρέτες.

«Χαίρεται, φίλοι», λέει από την είσοδο. «Θέλετε έναν μεθυσμένο στο γλέντι σας; Ή να δώσω αυτό το στεφάνι στον Αγάθωνα, όπως ήρθα να κάνω, και μετά να φύγω; Αφήστε με να βγάλω αυτό το στεφάνι από το κεφάλι μου, και να στεφανώσω τον πιο δίκαιο και σοφό απ΄ όλους τους άντρες.

«Με περιγελάτε γιατί είμαι μεθυσμένος; Γελάστε όσο θέλετε, αλλά ξέρετε ότι λέω αλήθεια. Πείτε μου όμως πρώτα: είμαστε σύμφωνοι; Θα πιείτε μαζί μου, ή όχι;»

Μετά από τις παραινέσεις όλων, ο Αλκιβιάδης αναλαμβάνει τα ηνία. «Παραείστε ξεμέθυστοι, φίλοι μου. Εντελώς απαράδεκτο! Μου επιτρέψατε την είσοδο με την προϋπόθεση ότι θα πιούμε μαζί. Διορίζω τον εαυτό μου αρχηγό του γλεντιού μέχρι να μεθύσετε όλοι εξίσου με μένα.

«Δώστε μου μια μεγάλη κούπα κρασί. Ή μάλλον όχι. Υπηρέτη, φέρε μου την υδρία με το κρύο κρασί». Αυτή η υδρία είναι ένα δοχείο με διπλά τοιχώματα, που το ένα περιέχει παγωμένο νερό για να κρυώνει και να αραιώνει το κρασί των καλεσμένων. Όταν τη γεμίζεις με κρασί, έχεις μια ικανή ποσότητα. Ο Αλκιβιάδης την πίνει μονορούφι.

Παρόλο που παραπατάει εμφανώς, διατάζει τον υπηρέτη: «Γέμισέ την πάλι και δώσ΄ τη στον Σωκράτη. Αν και, όπως θα παρατηρήσετε, καλοί μου φίλοι, χαμένη θα πάει. Θα την αδειάσει όλη, αλλά δεν πρόκειται να μεθύσει».

Ο Σωκράτης πίνει όλο το περιεχόμενο του δοχείου, χωρίς σχόλια.

Επιτέλους, η Αριάδνη αρχίζει την παράστασή της. Η Τύχη παίζει τονίζοντας υπερβολικά τον ρυθμό για να βοηθήσει την Αριάδνη στον χορό της. Οι άντρες, όλοι τους παλαίμαχοι πολεμιστές, αναγνωρίζουν ένα πασίγνωστο εμβατήριο και τραγουδούν τους στίxους με πάθος. Ο Δημήτριος δίνει τρεις τροχούς στην Αριάδνη, ενώ εκείνη ήδη χειρίζεται άλλους έξι. Τους πετάει τόσο ψηλά που σχεδόν ακουμπούν τα δοκάρια της στέγης. Το νούμερό της είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Χορεύει από κάτω τους, τους πιάνει και τους ξαναπετάει ψηλά, με απόλυτο ρυθμικό συγχρονισμό.

Οι θεατές, ενθουσιασμένοι, βροντοφωνάζουν επιδοκιμαστικά, αλλά η Αριάδνη είναι τόσο απορροφημένη και συγκεντρωμένη που δεν δίνει σημασία. Πετάει έναν τροχό λίγο πιο ψηλά από τους άλλους και, χωρίς να κοιτάζει, εκτοξεύει άλλον έναν τροχό που της ρίχνει ο Δημήτριος. Δέκα οι τροχοί. Τα χειροκροτήματα ζωηρεύουν κι άλλο. Πιο ψηλά, πιο ψηλά, μέχρι που οι τροχοί αγγίζουν το ταβάνι. Η Αριάδνη, εξακολουθώντας να χορεύει, γνέφει δυο φορές για να δείξει στον Δημήτριο ότι μπορεί να καταφέρει άλλους δύο τροχούς ακόμα.

Κάνει μια περιστροφή, πιάνει έναν τροχό και τον ξαναρίχνει ψηλά. Παίρνει και τον τελευταίο τροχό, κάνει μια φιγούρα και τον πετάει. Τώρα χορεύει με δώδεκα τροχούς, οπότε ο συγχρονισμός της δεν είναι ο καλύτερος. Καθώς οι τροχοί πέφτουν διαδοχικά, τους πετάει στο πλάι, στον Δημήτριο, ο οποίος τους αρπάζει έναν-έναν και τους στοιβάζει στο τραπέζι δίπλα του. Τώρα η Τύχη παίζει στον ρυθμό της Αριάδνης και τελειώνει τη μελωδία της τη στιγμή που τοποθετείται στο τραπέζι κι ο τελευταίος τροχός. Η Αριάδνη υποκλίνεται, ελαφρώς λαχανιασμένη.

IMAGE DESCRIPTIONΟ Σωκράτης ξεκινάει τα δυνατά χειροκροτήματα, ξεβολεύοντας ταυτόχρονα τον Αλκιβιάδη, ο οποίος μισοκοιμάται με το κεφάλι του στηριγμένο στο μπράτσο του Σωκράτη. Δηλώνει: «Κύριοι, το κορίτσι αυτό απέδειξε με την παράστασή της ότι η φύση της γυναίκας είναι καθ΄ όλα ίση με τον άντρα. Άλλη μια απόδειξη ως προς αυτό. Τα μόνα στα οποία υπολείπονται τα κορίτσια είναι η σωματική δύναμη και (εφόσον είναι νεότερα) η κρίση. Όσοι από εσάς είστε παντρεμένοι, καλό θα είναι να εκπαιδεύσετε τις συζύγους σας όσο μπορείτε, έτσι ώστε να γίνουν πραγματικές σύντροφοί σας».

Ένας από τους συμπότες κάνει μια προφανή παρατήρηση. «Αν αυτή είναι η γνώμη σου, Σωκράτη, τότε γιατί δεν εκπαιδεύεις τη δικιά σου γυναίκα; Έχω την εντύπωση ότι άφησες το Ξανθό σου Άλογο ατίθασο και ανεξημέρωτο, γιατί η σύζυγός σου είναι η πιο ατίθαση και ανεξημέρωτη απ΄ όλες».

«Λοιπόν», απαντάει ο Σωκράτης, «θα σου απαντήσω κι εγώ μεταφορικά. Αν θέλεις να γίνεις εξαίρετος ιππέας, δεν θέλεις ένα υπάκουο άλογο που του έχουν περάσει χαλινάρι. Πρέπει να έχεις ένα άλογο με αδάμαστο χαρακτήρα. Αν καταφέρεις να τιθασεύσεις ένα τέτοιο ζώο, όλα τα υπόλοιπα άλογα θα σου φανούν παιχνιδάκι.

«Στην περίπτωσή μου, εγώ θέλω να συναναστρέφομαι με τους ανθρώπους και να εκπαιδεύω τους ανθρώπους. Και επιλέγω να ζω με μια ατίθαση γυναίκα, γιατί αν μπορώ να ανεχτώ εκείνη, τότε σίγουρα θα μπορώ να ανεχτώ τους άλλους ανθρώπους».

Κατά τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας φέρνουν έναν μεγάλο τροχό στο δωμάτιο και τον παρουσιάζουν με φιοριτούρες. Ο τροχός έχει σχεδόν το μπόι της Αριάδνης και έχει στερεωμένα στην περίμετρό του σπαθιά με την αιxμή προς τα μέσα κι ένα σχετικά μικρό κενό στο κέντρο. Ο Δημήτριος κρατάει τον τροχό απ΄ τη μια άκρη, ο Συρακούσιος από την άλλη, και η Τύχη αρχίζει και παίζει πιο γρήγορα τον αυλό της.

Πριν προλάβουν οι θεατές να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει, η Αριάδνη πηδάει μέσα στον κρίκο με τα σπαθιά
και προσγειώνεται με μια τούμπα. Βγάζει τον χιτώνα της, αποκαλύπτοντας μια πάρα πολύ κοντή φούστα
και τα σφιχτοδεμένα στήθη της. Ύστερα κάνει άλλη μια τούμπα και περνάει μέσα από τον κρίκο, ενώ ένα από τα σπαθιά της γδέρνει ελαφρώς τον αστράγαλο. Μόλις προσγειώνεται, ρίχνει μια ματιά κάτω για να δει αν τα πόδια της βρίσκονται ακριβώς στη σωστή θέση και μετά κάνει μια ανάποδη τούμπα και σηκώνει τα πόδια ψηλά αφού περνάει μέσα από τον τροχό, για να προσγειωθεί με τα χέρια. Μετά από μια στιγμή αγωνίας, βάζει δύναμη και εκτινάσσεται πάλι στον αέρα, περνάει πάλι μέσα από τον τροχό και πέφτει με τα πόδια.

Η Αριάδνη το επαναλαμβάνει αυτό τρεις φορές, με μεγάλη ταχύτητα, ώσπου οι τρομαγμένοι θεατές την εκλιπαρούν να σταματήσει. Ύστερα, ατάραχη και αβλαβής, κάνει μια σειρά από κανονικές και ανάποδες τούμπες και ολοκληρώνει την παράστασή της, ενώ οι παρευρισκόμενοι έχουν βουβαθεί από τον θαυμασμό, πράγμα προτιμότερο απ΄ τα χειροκροτήματα.

«Ωραία», λέει τελικά ο Σωκράτης, «τώρα που είδατε ένα κορίτσι, ούτε καν γυναίκα, να ρίχνεται με τόση τόλμη στα σπαθιά, μπορείτε να αρνηθείτε ότι το θάρρος πηγάζει από την εκπαίδευση; Ότι μπορεί να διδαχτεί;»

«Πράγματι», αποκρίνεται κάποιος με θέρμη. «Ο φίλος μας ο Συρακούσιος θα μπορούσε να πει στις αρχές της Αθήνας ότι είναι έτοιμος, έναντι κάποιον σημαντικού ποσού, να δώσει θάρρος σε όλους τους Αθηναίους για να αντιμετωπίσουν τα δόρατα των εχθρών από κοντινή απόσταση. Αυτή η χορεύτρια είναι απόδειξη ότι μπορεί να το καταφέρει».


Έχει έρθει η ώρα να κάνει ένα διάλειμμα η Αριάδνη. Αποσύρεται για να πλυθεί, ενώ ο Δημήτριος ψυχαγωγεί τους συνδαιτυμόνες με τις χορευτικές φιγούρες του, συστρέφοντας το κορμί του σαν ασπόνδυλο φίδι, και η Τύχη παίζει μια νοσταλγική μελωδία στον αυλό της. Αφού η Αριάδνη πλένεται και ντύνεται ξανά, ηρεμεί ακούγοντας τη μουσική.

Όμως, αναστατώνεται όταν ακούει δυνατά γέλια. Ευχαρίστηση, κατάπληξη, ακόμα και πόθος − αυτά είναι τα συναισθήματα που προκαλεί συνήθως ο Δημήτριος όταν χορεύει. Αλλά ιλαρότητα; Ρίχνει μια ματιά και ανακαλύπτει ότι ο Δημήτριος κάνει κι αυτός διάλειμμα. Όμως ο Σωκράτης χορεύει προκλητικά στην πίστα, με τα γένια του να κουνιούνται με διαφορετικό ρυθμό απ΄ αυτόν της κοιλιάς του. Η Τύχη προσπαθεί να παίξει, αλλά ξεσπάει συνεχώς σε χαχανητά, με εντελώς αντιεπαγγελματικό τρόπο.

«Τι τρέχει;» επικρίνει ο Σωκράτης τους παρευρισκόμενους με σοβαρό ύφος. «Πολύ σας αρέσει να γελάτε. Σας φαίνεται αστείο το ότι θέλω να φροντίσω την υγεία μου με την άσκηση, έτσι ώστε να τρώω και να κοιμάμαι καλύτερα; Δεν θέλω να γίνω ούτε δρομέας με φουσκωτές γάμπες και λεπτούς ώμους, ούτε πυγμάχος με δυνατούς ώμους και αδύναμα πόδια. Ο χορός ασκεί το σώμα ομοιόμορφα, βοηθάει την ισορροπημένη του ανάπτυξη».

Και στριφογυρίζει.

«Ή μήπως γελάτε επειδή δεν θα ΄πρεπε να ψάχνω αντίπαλο για να παλέψω στο γυμναστήριο; Πράγματι, δεν υπάρχει πια λόγος να ξεγυμνώνω το γέρικο σώμα μου δημοσίως. Θα γυμνάζομαι σε εσωτερικό χώρο τον χειμώνα και στη σκιά το καλοκαίρι, όταν κάνει ζέστη. Εξακολουθείτε να γελάτε. Γιατί; Επειδή θέλω να αδυνατίσει η παραφουσκωμένη κοιλιά μου; Αυτός είναι ο λόγος;»

Στρέφεται προς τον Συρακούσιο. «Όσο εντυπωσιακό κι αν είναι να κάνεις τούμπες ανάμεσα σε αιxμές σπαθιών, είναι πολύ επικίνδυνο και δεν νομίζω ότι ταιριάζει με την παρούσα ατμόσφαιρα του συμποσίου. Μήπως θα μπορούσες να πείσεις τις νεαρές σου να βάλουν και λίγη παντομίμα στον χορό τους; Νομίζω ότι και σ΄ αυτούς θα αρέσει και ταυτόχρονα θα προσθέσει στο γλέντι μας τη χάρη και τη γοητεία που προφανώς εγώ απέτυχα να δώσω».

«Εξαίσια ιδέα!» αναφωνεί ο Συρακούσιος. «Περίμενε μια στιγμή μόνο». Τρέχει στο πίσω δωμάτιο, εκεί όπου βρίσκονται η Τύxη, ο Δημήτριος και η Αριάδνη αγκαλιασμένοι από τον ενθουσιασμό τους. Τους παίρνει μόλις λίγα λεπτά να σκεφτούν ένα θέμα, εμπνευσμένο από τη συνονόματη της Αριάδνης, την κόρη του Μίνωα, του βασιλιά της Κρήτης.

Όπως γνωρίζουν όλοι στο κοινό, εκείνη η Αριάδνη βοήθησε τον Θησέα να σκοτώσει τον Μινώταυρο, δίνοντάς του ένα χρυσό νήμα για να μην χαθεί μέσα στον λαβύρινθο. Έπειτα, ο Θησέας και η Αριάδνη κλέφτηκαν και το έσκασαν από την Κρήτη. Όμως ο άπιστος Θησέας εγκατέλειψε την ερωμένη του στο νησί της Νάξου. Ωστόσο, η Αριάδνη γέλασε τελευταία, γιατί ο θεός Διόνυσος είδε την απαρηγόρητη κοπέλα και την παντρεύτηκε.

Ο χορός αναπαριστά τη στιγμή μετά τον γάμο, όταν ο Διόνυσος πάει να διεκδικήσει τη νύφη του, αφού έχει διώξει τους τελευταίους καλεσμένους.

Οι θεατές παρακολουθούν με προσήλωση την Αριάδνη να κάθεται σε έναν αυτοσχέδιο θρόνο, ενώ η Τύχη αρχίζει να παίζει έναν βακχικό κώμο. Η Αριάδνη παραμένει καθιστή, αλλά η ανυπομονησία είναι φανερή στο πρόσωπό της.

Ο Δημήτριος χορεύει ανάλαφρα μπροστά της και την αγκαλιάζει τρυφερά. Η Αριάδνη, με προσποιητή σεμνότητα, τυλίγει τα χέρια της γύρω του και ύστερα λικνίζονται και οι δύο στον ρυθμό της μουσικής. Ο Δημήτριος τη σηκώνει όρθια και συvεχίζουν να χορεύουν, άλλοτε σφιχταγκαλιασμένοι και άλλοτε με ελεύθερα χορευτικά βήματα.

Ο Δημήτριος και οι Αριάδνη είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι: νέοι, γυμνασμένοι και όμορφοι. Καθώς συνεχίζουν να χορεύουν, οι θεατές αρχίζουν σιγά-σιγά να αντιλαμβάνονται ότι το πάθος δεν είναι προσποιητό. Ουσιαστικά, οι δύο νέοι έχουν ξεχάσει το κοινό και χορεύουν μόνοι τους, για δική τους ευχαρίστηση. Δεν πρόκειται για μίμηση, αλλά για δύο νέους ανθρώπους που κάνουν κάτι που επιθυμούν από καιρό.

«Μ΄ αγαπάς;» ψιθυρίζει ο Δημήτριος καθώς λυγίζει το σώμα της Αριάδνης σε έναν εναγκαλισμό.

«Ναι», τον διαβεβαιώνει εκείνη με κάθε ειλικρίνεια.

Ο Δημήτριος την πιάνει στα χέρια και τη στροβιλίζει επιδέξια, πηγαίνοντας προς το πίσω δωμάτιο, όπου τους περιμένει μια καρέκλα. Δεν έχουν αντιληφθεί ότι πέρασαν μόλις τα μεσάνυχτα, όπως δεν δίνουν σημασία στους καλεσμένους του συμποσίου, και φεύγουν για να ξεκινήσουν την επόμενη μέρα όπως θέλουν εκείνοι.




IMAGE DESCRIPTIONΚαλώς ήρθατε στην Αθήνα του 416 π.Χ. Ο μήνας είναι ο Ελαφηβολιών, λίγο πριν από τη θεατρική γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων (αρχές Απρίλη). Εκείνο τον καιρό ο αστικός πληθυσμός της Αθήνας είναι γύρω στις 30.000 − σε καμία άλλη περίοδο της ιστορίας δεν υπήρξε μεγαλύτερη συγκέντρωση μεγαλοφυιών ανά τετραγωνικό μέτρο.

Ενώ η πόλη βρίσκεται εν τω μέσω του μοιραίου πολέμου που θα θέσει τέλος στον χρυσό αιώνα της, εμείς θα περάσουμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ένα εικοσιτετράωρο μαζί με κάποιους συνηθισμένους Αθηναίους. Θα τους δούμε να συναντιούνται περιστασιακά με μερικούς από τους σπουδαίους άντρες της πόλης, οι οποίοι δεν παρουσιάζονται σαν πρότυπα πνευματικής ευφυίας αλλά σαν απλοί άνθρωποι με καθημερινές ανησυχίες. Άλλωστε, οι μεγαλοφυίες δεν φέρονται όλη την ώρα μεγαλοφυώς. Οι περισσότεροι είναι φυσιολογικοί άνθρωποι, που πάνε στην τουαλέτα, τσακώνονται με τις συζύγους τους και αρέσκονται να πίνουν με τους φίλους τους.

Στα πιο πολλά αρχαία κείμενα οι απλοί πολίτεςτης Αθήνας εμφανίζονται μόνον όταν αλληλεπιδρούν με τις ξεχωριστές μορφές της πόλης. Στο βιβλίο αυτό συμβαίνει το αντίθετο: οι μεγαλοφυίες της Αθήνας εμφανίζονται μόνον όταν αλληλεπιδρούv με τους απλούς πολίτες στην καθημερινότητά τους.

Τα κεφάλαια, που δεν βασίζονται σε ανασύνθεση αρχαιολογικών ευρημάτων, προέρχονται συνήθως από κείμενα της εποχής, που παρουσιάζονται με άλλο μάτι, από τη σκοπιά ενός συνηθισμένου Αθηναίου. Στα κεφάλαια που έχουν ξαναγραφτεί μ΄ αυτό τον τρόπο έχω συμπεριλάβει παραπομπές στα πρωτότυπα κείμενα.

Μολονότι κάποιες από τις ανασυνθέσεις είναι υποθετικές, εντούτοις βασίζονται στις καλύτερες μελέτες που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή. Κάθε ώρα της μέρας αυτών των Αθηναίων είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να μεταδώσει −κατά προτίμηση με τα λόγια των ίδιων− την εμπειρία της ζωής σε μια εξαιρετική, δυναμική, λαμπρή και ανήθικη πόλη στο αποκορύφωμα του μεγαλείου της.

Σήμερα, την άνοιξη του 416, η Αθήνα απολαμβάνει ένα ειρηνικό διάλειμμα από τον καταστροφικό Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο οποίος διήρκεσε από το 431 ως το 404 π.Χ. Ο πρώτος γύρος των εχθροπραξιών πήρε τέλος πριν από πέντε χρόνια, με τη Νικίειο Ειρήνη. Παρά τις επανειλημμένες επιθέσεις των Σπαρτιατών, που κατέστρεφαν τα αγροκτήματα και τους δεντρόκηπους της πόλης, η Αθήνα βγήκε από εκείνο τον πόλεμο πιο δυνατή από ποτέ. Μάλιστα, τώρα, υπό τις παραινέσεις του Αλκιβιάδη, του τρομερού παιδιού της αθηναϊκής πολιτικής, η πόλη σχεδιάζει την παράτολμη εισβολή και κατάκτηση της Σικελίας.

Μέσα σε αυτή τη φρενιασμένη ατμόσφαιρα καθοριστικών καινοτομιών και πολιτικών μηχανορραφιών, όταν κάποια από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού σφυρηλατούvται με τα εργαλεία της δουλείας και της καταπιεστικής επεκτατικής πολιτικής, οι συνηθισμένοι Αθηναίοι προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα στην καθημερινότητά τους εν μέσω εξαιρετικών συνθηκών.

Αυτή είναι η ιστορία τους.


Το άρθρο αποτελείται από αποσπάσματα του βιβλίου του Philip Matyszak: «24 ώρες στην Αρχαία Αθήνα», έκδ. «οξύ», Αθήνα, 2019.


Τελικά ο Αλκιβιάδης πέτυχε να γίνει η εκστρατεία στη Σικελία και ηγήθηκε ενός τεράστιου στόλου για να καταλάβει την πόλη των Συρακουσών. Λίγο αργότερα τον καθαίρεσαν από στρατηγό και τον ανακάλεσαν στην Αθήνα, όπου οι εχθροί του τον είχαν κατηγορήσει για ιεροσυλία. Τη στρατηγία ανέλαβε ο Νικίας, ο οποίος δεν έβλεπε εξαρχής με καλό μάτι το όλο εγχείρημα.

Ύστερα από κάμποσες άσχημες αναποδιές, οι Αθηναίοι διπλασίασαν τις προσπάθειές τους, ως συvήθως, και έστειλαν στη Σικελία ακόμα περισσότερο στρατό και πλοία. Οι δυνάμεις αυτές ηττήθηκαν ολοσχερώς σε μια από τις πιο τρομερές στρατιωτικές πανωλεθρίες της Ελλάδας.

Οι Σπαρτιάτες εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία των Αθηναίων και τους κήρυξαν πόλεμο. Διέθεταν μεγάλα οικονομικά κονδύλια, καθώς τους χρηματοδοτούσαν οι Πέρσες, και ήταν καλά πληροφορημένοι για τις στρατηγικές αδυναμίες της Αθήνας από τον Αλκιβιάδη, ο οποίος επέλεξε να εκδικηθεί την Αθήνα και να μην γυρίσει πίσω.

Οι Αθηναίοι πολέμησαν σκληρά ως το τέλος, αλλά μετά από σχεδόν μία δεκαετία σφοδρών εχθροπραξιών, η πόλη έχασε και τα τελευταία πλοία και στρατεύματά της. Πολιορκημένοι και αβοήθητοι, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν στους Σπαρτιάτες. Τα τείχη της πόλης γκρεμίστηκαν για άλλη μία φορά και ο απεχθής Κριτίας τέθηκε στην ηγεσία, ως ανδρείκελο των Σπαρτιατών.

Ωστόσο, η Αθήνα, όπως ήταν αναμενόμενο, ανέκαμψε. Ύστερα από μια εξέγερση, αποκαταστάθηκε η δημοκρατία και τα τείχη της πόλης χτίστηκαν πάλι. Η Αθήνα συνέχισε να προκαλεί απροκάλυπτα τη Σπάρτη και να παρέχει ρήτορες και φιλοσόφους στον κόσμο.

Όμως, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.



Ο Philip Matyszak διδάσκει στο Institute of Continuing Education του πανεπιστημίου του Cambridge.
Είναι γνωστός για το ερευνητικό του έργο στην αρχαία Ιστορία.
Έχει γράψει περισσότερα από είκοσι βιβλία.
Μένει στο British Columbia του Καναδά.