Η ΡΩΣΙΑ
ΑΠΕΝΑΝΤΙ
ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

Άντα Διάλλα (έκδ. Αλεξάνδρεια)

   

Το κοινό συχνά αγνοεί τη ρωσική ιστορία ή την προσλαμβάνει μέσα από στερεότυπα, είτε θετικά είτε αρνητικά. Ακόμη, ο γνωστός μύθος της «ανεξερεύνητης ρωσικής ψυχής» καθιστά διαχρονικά τη Ρωσία στα μάτια μας μια χώρα μυστηριώδη, εν μέρει εξωτική και εν μέρει ευρωπαϊκή/δυτική.

  

Στο υπό κρίση βιβλίο επιχειρείται μια επαναπροσέγγιση τής ρωσικής ιστορίας ως οργανικά ενταγμένης στον πυρήνα τής ευρωπαϊκής ιστορίας και προτάσσεται η ανάγκη να απομακρυνθεί η μελέτη της από οριενταλιστικές θεωρήσεις. Εξετάζεται ο ρωσικός εθνικιστικός λόγος κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα· πιο συγκεκριμένα μελετάται ο σλαβισμός και τα διάφορα αφηγήματα περί ρωσικής ταυτότητας που προκύπτουν από αυτόν σε συνδυασμό με τη ρωσική εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα στο χώρο των Βαλκανίων και τής λεγόμενης Οθωμανικής Ανατολής. Η προσέγγιση αυτή γεφυρώνει τη διχοτομία μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής και ερευνά το λεπτό για την εποχή πρόβλημα τού συσχετισμού μεταξύ αυτοκρατορίας και έθνους.

 

Η δρ Αντα Διάλλα είναι ιστορικός. Έχει σπουδάσει στο Κρατικό Πανεπιστήμιο τής Μόσχας και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διδάσκει Ευρωπαϊκή Ιστορία στο τμήμα Ιστορίας και θεωρίας της Τέχνης (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών). Έχει διδάξει Ρωσική Ιστορία και Ιστορία τής Ανατολικής Ευρώπης στα Πανεπιστήμια τής Κρήτης και τής Θεσσαλίας. Από το 1992 εργάζεται ως ερευνήτρια στο Ιστορικό Αρχείο τού Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (από το 2005 ως διευθύντρια). Επιπλέον, τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στο χώρο τής διανοητικής ιστορίας, τής ιστορίας των διεθνών σχέσεων και τής μελέτης τού εθνικού φαινομένου. (Διαβάστε τη συνέντευξη τής κ. Διάλλα στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Τα έθνη επινοούνται και κατασκευάζονται).


Ας δούμε τι αναφέρει η ίδια η συγγραφέας στον πρόλογο τού βιβλίου της: «Το ανά χείρας βιβλίο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής μου διατριβής με τίτλο «Ο Πανσλαβισμός και το Ανατολικό Ζήτημα στό δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα: ο ρωσικός διάλογος». Όταν στα τέλη τής δεκαετίας τού 1990 ξεκίνησα την έρευνά μου, σκόπευα να μελετήσω τις ελληνικές αντιλήψεις και πολιτικές απέναντι στη Ρωσία, όπως αυτές διαμορφώνονταν από τις διακυμάνσεις τού λεγόμενου Ανατολικού Ζητήματος. Αποδελτιώνοντας τον ελληνικό περιοδικό Τύπο τού 19ου αιώνα, διέκρινα ότι μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856) βαθμηδόν πρυτανεύει η αντίληψη για την εγγενή επεκτατικότητα τού ρωσικού κράτους· η ρωσική εξωτερική πολιτική όλο και συχνότερα εκλαμβάνεται ως πανσλαβική. Αυτό, φυσικά, δεν συνιστά μια ελληνική ιδιοτυπία. Στην Ευρώπη, από τα τέλη τού 18ου  αιώνα η Ρωσία προσλαμβάνεται ως ο εσωτερικός ευρωπαίος Άλλος, ενώ η εξωτερική της πολιτική στον 19ο αιώνα εκλαμβάνεται μέσα από το πρίσμα της ρωσοφοβίας.

 

   

Στην Ελλάδα ερμηνεύεται επιπλέον μέσα από ψυχώσεις, εθνικές φοβίες, μύθους, συχνά και άγνοια, απότοκα μεγαλοϊδεατικών οραμάτων και ανασφαλούς συλλογικής ταυτότητας. Η έκπληξη και οι ανησυχίες που προκαλούν οι αντίπαλοι βαλκανικοί-σλαβικοί εθνικισμοί, σε συνδυασμό με τα αυτοκρατορικά μαξιμαλιστικά οράματα ορισμένων ρωσικών κύκλων για την κληρονομιά του «Μεγάλου Ασθενούς», δημιουργούν τις πεποιθήσεις για τις προς τον Νότο βλέψεις της Ρωσίας, την προστασία των Σλάβων τής Βαλκανικής και τέλος την ενσωμάτωσή τους στον ρωσικό κρατικό κορμό. Ο πανσλαβισμός θα χρεωθεί, όπως άλλωστε και στην Ευρώπη, στη ρωσική εξωτερική πολιτική· ο φόβος τού πανσλαβισμού θα εδραιωθεί στην Ελλάδα με τη συνθήκη τού Αγίου Στεφάνου και τη δημιουργία τής Μεγάλης Βουλγαρίας.

 

Συνεχίζοντας τότε την ερευνά μου στη Ρωσία και μελετώντας τον ρωσικό περιοδικό Τύπο, τα φυλλάδια, τα Αρχεία τού Υπουργείου Εξωτερικών, προσωπικά αρχεία, διαπίστωσα, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, μια διαφορετική εικόνα από αυτήν που είχα σχηματίσει μελετώντας τα ελληνικά τεκμήρια. Διαπίστωσα, ότι αυτό, το οποίο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη τού δεύτερου μισού του 19ου αιώνα αποκαλείται επιθετικός, επεκτατικός πανσλαβισμός, στο εσωτερικό τής ρωσικής ιντελλιγκέντσιας ονομάζεται σλαβικό ζήτημα, σλαβική ιδέα, σλαβική αμοιβαιότητα· και εννοεί, κατά την ορολογία τής εποχής, την «εθνική αφύπνιση» των σλαβικών λαών, τις κοινές σλαβικές καταβολές καθώς και τη μεταξύ τους συνεργασία. Με άλλα λόγια, το θέμα αφορούσε στη διαμόρφωση των επιμέρους εθνικών σλαβικών ταυτοτήτων, τής ρωσικής μη εξαιρουμένης· συνδεόταν με τα πολιτικά αιτήματα των νεαρών σλαβικών εθνικισμών και κυρίως με «την εθνική αρχή»· σχετιζόταν, τέλος, με όψεις τής διεθνούς ζωής και διπλωματίας.

 

Η μικρή αυτή περιπέτεια και η διάσταση μεταξύ δύο διαφορετικών οπτικών -τής ελληνικής και τής ρωσικής- στάθηκε η αφορμή να μεταστραφεί το ερευνητικό μου ενδιαφέρον. Πίστεψα, ότι εάν δεν κατανοούσα τι σημαίνει ο σλαβισμός στο ρωσικό περιβάλλον, εάν δεν άλλαζα δηλαδή οπτική γωνία, εάν δεν έβλεπα και από την αντίπερα, ρωσική όχθη, η κατανόηση των στάσεων και των συμπεριφορών τού Ελληνικού Βασιλείου απέναντι στην «προστάτιδα δύναμη» θα ήταν ενδοσκοπική και μονολογική· δεν θα λάμβανε υπόψη τις διαφορετικές πραγματικότητες και αντιλήψεις, κινδυνεύοντας να προσεγγίσει το θέμα με τα δεδομένα «αυτονόητα». Έως σήμερα το ελληνικό κοινό συχνά έχει άγνοια ή προσλαμβάνει τη Ρωσία μέσα από μύθους και στερεότυπα είτε θετικά είτε αρνητικά. Η Ρωσία εκπροσωπεί τα πάντα: το ξανθόμαλλο γένος ελευθερωτή τού ελληνισμού, τους φοβερούς πανσλαβιστές, τους ομόδοξους, τους φίλους, τους εχθρούς, τους προστάτες, τους συμμάχους και αντιπάλους, τις προσδοκίες, τις φοβίες και τις ανησυχίες. Επιπλέον, ο μύθος τής ανεξερεύνητης ρωσικής ψυχής την καθιστά διαχρονικά στα μάτια Ελλήνων και λοιπών Ευρωπαίων μια χώρα μυστήριο, εν μέρει εξωτική εν μέρει ευρωπαϊκή/δυτική.

 

   

Την εποχή αυτών των αναζητήσεων, το ενδιαφέρον μου για τον ρωσικό εθνικισμό ενισχύθηκε και από την κοσμογονία στις ρωσικές σπουδές που ακολούθησε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Στη Δύση υπήρχε έκδηλη η τάση να μελετηθεί η ρωσική ιστορία με νέους, μη ψυχροπολεμικούς όρους· από την άλλη, τα ψυχροπολεμικά σύνδρομα και ο αντιρωσισμός ήταν διάχυτα φαινόμενα στις πολιτικές και θεωρητικές αναλύσεις. Ακόμη και αποδυναμωμένη, η Ρωσία τής δεκαετίας του 1990 συμβολοποιούνταν, όπως και στον 19ο αιώνα, ως η αρκούδα που απλώνει την απειλητική της σκιά στον κόσμο· στις νέες συνθήκες όχι βεβαίως εξαιτίας τής ισχύος της, αλλά ακριβώς εξαιτίας τής αδυναμίας της. Ένας έμμονος σχηματικός λόγος περιέγραφε (και εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να περιγράφει) τη χώρα: αγριότητα στο εξωτερικό σε αρμονία με την αγριότητα στο εσωτερικό, αμφότερα εγγραφόμενα στις ιστορικές παραδόσεις που ξεκινούν από τη Μοσχοβία. Στην ίδια τη Ρωσία, στη συγκυρία τής δεκαετίας τού 1990, η αποδυναμωμένη χώρα αναζητούσε τη νέα της ταυτότητα μετά από 70 χρόνια κομμουνιστικής ιδεολογίας και για πρώτη φορά μετά από πέντε αιώνες εκτός αυτοκρατορικού πλαισίου. Το θέμα του ρωσικού εθνικισμού και, σε συνάρτηση με αυτό, η δυτική αγωνία να προβλέψει ποια θα ήταν η διεθνής συμπεριφορά τής χώρας έγιναν τότε φλέγοντα πολιτικά προβλήματα, που οδήγησαν όμως σε γόνιμες διεπιστημονικές έρευνες για τη ρωσική ιστορία.


Αυτό το κλίμα μου έδωσε την τελική ώθηση να αφήσω έξω από τη μελέτη μου την Ελλάδα· να επικεντρωθώ στον ρωσικό 19ο αιώνα και να εξετάσω τον ρωσικό εθνικιστικό λόγο διαμέσου μιας έκφανσής του: το λόγο του σλαβισμού. Επέλεξα να παρακολουθήσω το σλαβισμό και τα διάφορα αφηγήματα περί ρωσικής ταυτότητας που προκύπτουν από αυτόν σε συνδυασμό με τη ρωσική εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα στο χώρο των Βαλκανίων και τής λεγόμενης Οθωμανικής Ανατολής. Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει την κατάργηση τής διχοτομίας μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής και λαμβάνει υπόψη της το λεπτό για τον 19ο  αιώνα πρόβλημα τού συσχετισμού μεταξύ αυτοκρατορίας και έθνους».

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ