ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ
ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ
ΣΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Ο ελληνικός ιμπεριαλισμός
στη Μακεδονία


1990-2018:
ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Ο κόσμος στις αρχές της δεκαετίας του 1990

Οι ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους


Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι παγκόσμιες ισορροπίες για μια ακόμη φορά άλλαξαν. Αυτό που ονομάστηκε «Ψυχρός Πόλεμος», δηλαδή η για σχεδόν πενήντα χρόνια πλανητική σύγκρουση του Δυτικού Καπιταλιστικού Μπλοκ με το Ανατολικό «Σοσιαλιστικό» Μπλοκ σε γεωπολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο, έληξε με την οριστική επικράτηση του πρώτου. Οι πάλαι ποτέ ανατολικές «Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες» διαλύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από νέα έθνη-κράτη.

Αυτή η διάλυση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε μέχρι και σε επαναχάραξη συνόρων σε διάφορα σημεία του πλανήτη, για τα κράτη που βρίσκονταν με τη μεριά των νικητών αποτέλεσε μια τεράστια ευκαιρία προώθησης των ιμπεριαλιστικών τους βλέψεων και συμφερόντων. Ήταν στ' αλήθεια μια ευκαιρία ξαναμοιράσματος του κόσμου.

IMAGE DESCRIPTIONΤο ελληνικό κράτος, ως κράτος του δυτικού κόσμου, βρέθηκε με την πλευρά των νικητών. Επεδίωξε λοιπόν κι αυτό να επωφεληθεί για λογαριασμό του από την αλλαγή των παγκόσμιων συσχετισμών και το ξαναμοίρασμα του κόσμου, εκμεταλλεύθηκε την εγγύτητά του με τα ηττημένα βαλκανικά κράτη του ανατολικού μπλοκ, φιλοδοξώντας να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη στο χώρο των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Το ελληνικό «οικονομικό θαύμα» της δεκαετίας του '90 βασίστηκε εξ ολοκλήρου στην υποτιμημένη εργασία των μεταναστών που κατέφταναν στην ελληνική επικράτεια.

Παράλληλα, δύο σημαντικά γεγονότα αυτής της περιόδου, έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στις φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους.

Το πρώτο ήταν η εισβολή των Η.Π.Α στο Ιράκ το 1990, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή, πράγμα που επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει άμεσα το βασικό αντίπαλο του ελληνικού κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή το τουρκικό κράτος. Το χάος που επικράτησε μετά την εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ, πυροδότησε την επανεμφάνιση του κουρδικού αντάρτικου στα νότια σύνορα της Τουρκίας, ενισχύοντας έτσι τις αποσταθεροποιητικές τάσεις στο εσωτερικό της και δίνοντας παράλληλα στο ελληνικό κράτος τη δυνατότητα να «στριμώξει» και να πιέσει τον «προαιώνιο εχθρό».

Το δεύτερο σημαντικό γεγονός ήταν η διάλυση του κράτους της «Ενωμένης Γιουγκοσλαβίας», που συνέβη το 1991. Η άλλοτε πολυεθνική Ομοσπονδία, διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη με έναν εξαιρετικά βίαιο εμφύλιο πόλεμο και στη θέση της δημιουργήθηκαν πέντε νέα κράτη: η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία, η Σερβία/Μαυροβούνιο (η οποία για ένα διάστημα διατηρούσε ακόμα το όνομα «Γιουγκοσλαβία») και στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, η Μακεδονία, η οποία ανακηρύχθηκε ως ανεξάρτητο κράτος το Νοέμβριο του 1991 με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Το νεοσύστατο μακεδονικό κράτος ήδη από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του εμφανίστηκε ως ένα κράτος προορισμένο για να διαλυθεί: μικρό, αδύναμο, δίχως δικό του στρατό και με έντονες διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό του, οι οποίες θα λέγαμε ότι είναι χαραγμένες στο dna του και το ακολουθούν μέχρι και σήμερα. Βασικό συστατικό αυτών των τάσεων ήταν η στάση των γειτονικών κρατών απέναντι στη Μακεδονία, τα οποία ήδη από την πρώτη στιγμή άρχισαν να εκμεταλλεύονται τα προβλήματα της Μακεδονίας για να της δημιουργήσουν περαιτέρω αποσταθεροποιητικές τάσεις.

Εκμεταλλεύτηκαν την ανομοιογενή εθνοτική σύσταση του μακεδονικού κράτους, του οποίου ο πληθυσμός αποτελείτο από ένα 65% Σλαβομακεδόνων, ένα 30% Αλβανόφωνων και ένα 5% πολιτών άλλων εθνοτήτων (Σέρβων, Τούρκων, Ρομά). Την ίδια στιγμή, το ελληνικό κράτος μετά από πολλές δεκαετίες εθνοκαθάρσεων, πολέμων και διωγμών, είχε να επιδείξει μια αξιοσημείωτη εθνική ομοιογένεια.

Παράλληλα, το γειτονικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει μια διαλυμένη οικονομία, προϊόν της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ, καθώς και χίλια δυο άλλα προβλήματα. Όλοι οι γείτονες του μακεδονικού κράτους έσπευσαν να εντείνουν κι άλλο την ανομοιογένεια και την αποσταθεροποίησή του. Η εκ γενετής αδυναμία του μακεδονικού κράτους ήταν σε πλήρη γνώση όλων των γειτονικών κρατών, και φυσικά και του ελληνικού, το οποίο δεν έμεινε έξω από το χορό.


Τα Βαλκάνια μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Προσέξτε πώς η Ελλάδα, η Αλβανία, η Βουλγαρία και η Σερβία, «περικυκλώνουν» το μακεδονικό κράτος.
1992. Φωτογραφία από τα original μακεδονικά συλλαλητήρια. Ο «ελληνικός λαός» διαδηλώνει
για την «ελληνικότητα» της Μακεδονίας και εμφανίζεται έτοιμος ακόμα και για πόλεμο.


Η τριετία 1992-1995

Οι βασικές γραμμές και επιδιώξεις του ελληνικού κράτους
γύρω από το Μακεδονικό Ζήτημα


Από το 1992, το ελληνικό κράτος, παρουσιάζοντας την ύπαρξη του όρου «Μακεδονία» στην ονομασία του μακεδονικού κράτους ως ένδειξη «αλυτρωτισμού» και ισχυριζόμενο ότι το μακεδονικό κράτος (σημείωση: την περίοδο για την οποία μιλάμε το μακεδονικό κράτος δεν διέθετε στρατό και μετά βίας διατηρούσε αστυνομία) ήταν πιθανό στο μέλλον να εγείρει εδαφικές διεκδικήσεις κατά του «ελληνικού» κομματιού της Μακεδονίας, ξεκίνησε την άσκηση έντονων διπλωματικών πιέσεων εναντίον του.

Χρησιμοποιώντας λοιπόν ως αφορμή κι ως πρόσχημα το «όνομα», το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να προχωρήσει στην αναγνώριση του μακεδονικού κράτους, ενώ ταυτόχρονα μπλόκαρε για χρόνια την οποιαδήποτε προσπάθεια αναγνώρισής του από άλλα κράτη, επιδιώκοντας έτσι να το απομονώσει από τη «Διεθνή Κοινότητα». Επιπλέον, άρχισε να απαιτεί αλλαγές τόσο στην ονομασία όσο και σε άρθρα του Συντάγματος του μακεδονικού κράτους, τα οποία το ελληνικό κράτος θεωρούσε «αλυτρωτικά».

Συνεχίζοντας την επιθετική του πολιτική και αυξάνοντας όλο και περισσότερο την πίεση, το ελληνικό κράτος επέβαλε το 1994 εμπάργκο κατά του κράτους της Μακεδονίας προσδοκώντας τον οικονομικό του στραγγαλισμό. Απώτερος στόχος των ελληνικών πιέσεων ήταν η μετατροπή του μακεδονικού κράτους σε ένα κράτος υπό την ελληνική επιρροή και «ηγεμονία».

IMAGE DESCRIPTIONΠαράλληλα με την πολιτική της άσκησης πίεσης σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο, το ελληνικό κράτος κατέστρωσε και εξέτασε σχέδια για το ενδεχόμενο της διάλυσης του μακεδονικού κράτους. Το σενάριο στρατιωτικής εισβολής στο κράτος της Μακεδονίας και διαμελισμού του μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας έπεσε στο τραπέζι. Άλλωστε, η Ελλάδα είχε υποστηρίξει τη Σερβία και στην εθνοκάθαρση της Βοσνίας από το μουσουλμανικό της πληθυσμό. Η υποστήριξη των σφαγών στη Βοσνία κατά τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο μπορεί και πρέπει να ιδωθεί και ως μια προσπάθεια ανάσχεσης της τουρκικής επιρροής στα Βαλκάνια, του περίφημου «μουσουλμανικού τόξου».

Αυτήν την περίοδο, στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, η εθνική ενότητα γνώρισε στιγμές ανεπανάληπτης δόξας με το σύνολο του εθνικού κορμού να συντάσσεται απροκάλυπτα με τις επιδιώξεις του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Τα περίφημα «μακεδονικά συλλαλητήρια» (τα original, όχι τα σημερινά), οργανωμένα και καθοδηγούμενα πλήρως από το ελληνικό κράτος συγκέντρωσαν και συσπείρωσαν την συντριπτική πλειοψηφία του «ελληνικού λαού», ο οποίος ανεξαρτήτως ιδεολογικών ή κομματικών προτιμήσεων διαδήλωνε κατά εκατομμύρια για την «ελληνικότητα» της Μακεδονίας και εμφανιζόταν πρόθυμος για όλα, ακόμα και για πόλεμο. Τα συνθήματα «η Μακεδονία είναι Ελληνική», «Η λύση είναι μία, σύνορα με τη Σερβία» και «Στα όπλα, στα όπλα, να πάρουμε τα Σκόπια», συνυπήρχαν κατά τη διάρκεια των συλλαλητηρίων και η γενική αίσθηση που επικρατούσε ήταν ότι (τους «Σκοπιανούς») «τους έχουμε».

Για λόγους που δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με ακρίβεια, αλλά υποπτευόμαστε πως έχουν να κάνουν με το γεγονός πως το ελληνικό κράτος δεν έπαιζε μπάλα μόνο του στα Βαλκάνια, τα πολεμικά του σχέδια τελικά δε μπήκαν σε εφαρμογή· αντίθετα, συνεχίστηκε η άσκηση διπλωματικής και οικονομικής πίεσης. Η απόφαση δεν ήταν απλή. Στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους υπήρξε διχογνωμία σχετικά με το ποια από τις δυο κατευθύνσεις έπρεπε να ακολουθηθεί. Αυτή η διχογνωμία εκφράστηκε με τη σφοδρή και δημόσια σύγκρουση του τότε Υπουργού Εξωτερικών, Α. Σαμαρά, κύριου εκφραστή της γραμμής της στρατιωτικής εισβολής, με τον τότε πρωθυπουργό της χώρας, Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος εξέφραζε τη γραμμή της διπλωματικής και οικονομικής πίεσης προς το κράτος της Μακεδονίας. Η σύγκρουση αυτή οδήγησε τελικά στην αποπομπή του Α. Σαμαρά από την τότε κυβέρνηση της ΝΔ. και συνοδεύτηκε από βαριά υπονοούμενα περί «κρυφής ατζέντας» και «μυστικών συνεννοήσεων» του Σαμαρά με τη σερβική πλευρά, προκειμένου να δρομολογηθεί η με στρατιωτικά μέσα διάλυση της Μακεδονίας.

Είμαστε βέβαιοι ότι έπαιξε ρόλο το γεγονός πως το ελληνικό κράτος γνώριζε ότι δεν ήταν ο μοναδικός ενδιαφερόμενος στην περιοχή, καθώς τόσο το αλβανικό όσο και το βουλγαρικό κράτος διατηρώντας «πατήματα», γλωσσικά και εθνοτικά, στο κράτος της Μακεδονίας, επεδίωκαν με την σειρά τους την αποσταθεροποίησή του και τη διάλυσή του προς όφελός τους.

Επίσης, το «Μακεδονικό» δεν ήταν το μοναδικό ζήτημα στην ατζέντα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής εκείνη την περίοδο. Όπως έχουμε πει, μετά την εισβολή των Η.Π.Α στο Ιράκ το 1990, το ελληνικό κράτος είχε ξανανοίξει τους λογαριασμούς του με την Τουρκία, ασκώντας της όλο και περισσότερη πίεση και προσπαθώντας να εντείνει την αποσταθεροποίησή της. Μια πιθανή εισβολή της Ελλάδας στο κράτος της Μακεδονίας θα μπορούσε λοιπόν να πυροδοτήσει έναν γενικευμένο πόλεμο μεταξύ Ελλάδας, Αλβανίας, Βουλγαρίας, Σερβίας και πιθανότατα και της Τουρκίας, με αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να κληθεί να αντιμετωπίσει δύο εμπόλεμα μέτωπα, τόσο στα βόρεια όσο και στα ανατολικά σύνορά του και με τις πιθανότητες επικράτησής του τουλάχιστον αμφίβολες.

Έπειτα από τρία χρόνια ελληνικής διπλωματικής και οικονομικής πίεσης, η πρώτη φάση του Μακεδονικού ζητήματος έληξε το 1995 με την υπογραφή της «Ενδιάμεσης» συμφωνίας της Νέας Υόρκης. Επρόκειτο για μια συμφωνία προσωρινής διπλωματικής «ανακωχής» βάσει της οποίας τα δυο κράτη υποτίθεται πως υποχρεώθηκαν σε «αμοιβαίες υποχωρήσεις» μέχρι και την οριστική λύση του ζητήματος. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η Ελλάδα προχώρησε σε άρση του εμπάργκο και άρχισε να αναπτύσσει οικονομικές σχέσεις με τη Μακεδονία. Άμεσα ξεκίνησε η επέκταση του ελληνικού κεφαλαίου στο κράτος της Μακεδονίας με την δραστηριοποίηση εκατοντάδων ελληνικών επιχειρήσεων (τράπεζες, κατασκευαστικές εταιρίες, super market, εταιρίες κινητής τηλεφωνίας κ.ά.) εντός της μακεδονικής επικράτειας. Ουσιαστικά, το ελληνικό κράτος, εξακολουθώντας να κρατά το όλο ζήτημα ανοιχτό και εκκρεμές, ξεκίνησε να αποκτά μεγαλύτερα πατήματα στο εσωτερικό του γειτονικού κράτους με οικονομικά μέσα και με «ειρηνικό» τρόπο. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι εγκατέλειψε ποτέ την τακτική της διπλωματικής πίεσης, ούτε ότι σταμάτησε την προσπάθεια εκμετάλλευσης των διαλυτικών τάσεων στο εσωτερικό του μακεδονικού κράτους, απλά προσπαθούσε να βελτιώσει τη θέση του έναντι των ανταγωνιστών του.


Αριστερά: Το ψύχραιμο ύφος του αφεντικού. Η οργισμένη κραυγή της Ελληνίδας. Η σοβαρότητα του μπάτσου. Η σύνθεση των συλλαλητηρίωv του ΄92 σε όλο της το μεγαλείο.
Δεξιά: Στον εμφύλιο πόλεμο Σλαβομακεδόνων και Αλβανοφώνων, το ελληνικό κράτος παρείχε βοήθεια στις επίσημες μακεδονικές αρχές στέλνοντας όπλα,
στρατιωτικούς συμβούλους, στρατιωτικά ελικόπτερα και τεθωρακισμένα άρματα μεταφοράς προσωπικού.
Στη φωτογραφία, κλιμάκιο του ελληνικού στρατού συγκεντρώνει τα όπλα των Αλβανοφώνων ανταρτών του UCK.


Ο εμφύλιος πόλεμος εντός του μακεδονικού κράτους
και η ελληνική παρέμβαση


Εν τω μεταξύ, οι διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό του μακεδονικού κράτους εντείνονταν. Η ανομοιογενής σύνθεση του πληθυσμού του οδηγούσε συχνά σε εθνοτικές διαμάχες μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανοφώνων. Αυτή η σύγκρουση εκδηλώθηκε με εμφατικό τρόπο το 2001 με την ένοπλη εξέγερση της αλβανόφωνης πλευράς, που διεκδικούσε την αυτονόμηση των αλβανόφωνων περιοχών, με απώτερο στόχο τη μελλοντική ένωσή τους με το κράτος της Αλβανίας. Η χώρα οδηγήθηκε σε έναν μίνι εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος διήρκεσε σχεδόν έναν χρόνο και την έφερε στην κυριολεξία ένα βήμα πριν τη διάλυση. Το ελληνικό κράτος επενέβη, παρέχοντας στρατιωτική και υλικοτεχνική υποστήριξη στις επίσημες μακεδονικές αρχές,΄βοηθώντας ουσιαστικά μ΄ αυτό τον τρόπο το μακεδονικό κράτος να κρατηθεί εν ζωή. Παράλληλα, στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους συζητιόταν το ενδεχόμενο να προωθηθεί ο ελληνικός στρατός και να δημιουργήσει μια υγειονομική ζώνη στη μακεδονική επικράτεια που θα εμπόδιζε την είσοδο μεταναστών στο έδαφος της Ελλάδας.

Η ελληνική παρέμβαση στα εσωτερικά του μακεδονικού κράτους, ήταν αφ΄ ενός μια κίνηση η οποία έβαλε άμεσα φρένο στις αλβανικές βλέψεις, κι αφ΄ ετέρου έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη της περιοχής (Αλβανία, Βουλγαρία, Σερβία) ότι σε περίπτωση διάλυσης του μακεδονικού κράτους, η Ελλάδα θα έχει τον πρώτο λόγο, παίρνοντας με τη βία το μερίδιο που θεωρούσε ότι της αναλογεί.


2002-2017:
Ο δρόμος προς τη Συμφωνία των Πρεσπών,
η συνεχιζόμενη αστάθεια εντός του μακεδονικού κράτους
και η αναγκαστική συνθηκολόγηση με το ελληνικό κράτος


Από το 2002 κι έπειτα, η αστάθεια εντός του μακεδονικού κράτους συνεχίστηκε, φέρνοντάς το διαρκώς στα πρόθυρα της διάλυσης. Οι εθνοτικές διαμάχες μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανοφώνων εξακολούθησαν να σιγοβράζουν με πιο διακριτικό (ή όχι και τόσο) σπρώξιμο των ενδιαφερόμενων γειτόνων, ενώ στην καθημερινή πολιτική ζωή της χώρας το κλίμα ήταν εκρηκτικό με οικονομικά σκάνδαλα, συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων και πολιτικές συγκρούσεις οι οποίες θα φτάσουν το 2017 μέχρι και στον ξυλοδαρμό του πρωθυπουργού Ζ. Ζάεφ από οπαδούς κομμάτων της αντιπολίτευσης, εντός του μακεδονικού κοινοβουλίου.

Στο εξωτερικό του μέτωπο, το μακεδονικό κράτος, πέραν των ελληνικών και αλβανικών βλέψεων, είχε να αντιμετωπίσει και τις επεκτατικές βλέψεις του βουλγαρικού κράτους, το οποίο έβλεπε τους Σλαβομακεδόνες πολίτες του μακεδονικού κράτους ως κομμάτι του εθνικού του κορμού και τους χορηγούσε αφειδώς βουλγαρικά διαβατήρια προσπαθώντας να ενισχύσει κι αυτό τα δικά του «πατήματα» εντός της Μακεδονίας.

Το μακεδονικό κράτος λοιπόν, περικυκλωμένο από εχθρικά κράτη τα οποία επιθυμούσαν τη διάλυσή του και με την εσωτερική του συνοχή να τίθεται διαρκώς εν αμφιβόλω, είχε μπροστά του τα εξής σενάρια:

α) Να συνεχίσει την απομονωμένη του πορεία προς την αναπόφευκτη διάλυση σε άγνωστο χρονικό διάστημα και το διαμελισμό του μεταξύ Ελλάδας, Αλβανίας, Βουλγαρίας (και πιθανότατα Σερβίας).

β) Να προσδεθεί στο άρμα της «δυτικής προοπτικής», δηλαδή να ευθυγραμμίσει την ύπαρξή του ως κράτος με τα ελληνικά συμφέροντα, να ενταχθεί σε διεθνείς οργανισμούς όπως Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, και να προσπαθήσει να διατηρήσει έτσι την κρατική του υπόσταση, υπό την «ομπρέλα» πλέον των διεθνών συμμαχιών και ιδιαιτέρως της «συμμαχίας» με το ελληνικό κράτος.

Αυτή η δεύτερη επιλογή του μακεδονικού κράτους, βέβαια ήταν πάντα άμεσα εξαρτημένη από τις προθέσεις του ελληνικού, το οποίο όντας πολύ πιο ισχυρό (και στρατιωτικά και διπλωματικά), έχοντας την ιδιότητα του μέλους της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, και με το πρόσχημα της μη λύσης του «ονοματολογικού» ζητήματος, παρεμπόδιζε σταθερά (ήδη από τη δεκαετία του 1990) την ένταξη του μακεδονικού κράτους σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της άσκησης βέτο για την ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ το 2008, για την οποία η Ελλάδα καταδικάστηκε απ΄ το διεθνές δικαστήριο της Χάγης.

Το 2017, το ελληνικό κράτος, λαμβάνοντας υπ΄ όψη:

α) Τα «πατήματα» που ήδη διατηρούσε εντός του μακεδονικού κράτους λόγω της εδραίωσης και της περαιτέρω επέκτασης του ελληνικού καπιταλισμού (η οποία όπως είπαμε ξεκίνησε το 1995), με διάφορες ελληνικές επιχειρήσεις να έχουν μερίδιο σε ένα όχι ασήμαντο κομμάτι της οικονομίας της Μακεδονίας,

β) την εκτίμησή του πως τα συμφέροντά του μπορεί να συναντήσουν αμερικανική υποστήριξη, καθώς λειτουργούν υπέρ της δημιουργίας μιας ζώνης ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια και

γ) τις γενικότερες εξελίξεις στα Βαλκάνια και ειδικότερα το ζήτημα της ενδεχόμενης μελλοντικής αλλαγής συνόρων και προσάρτησης ενός μέρους του Κοσόβου στην Αλβανία,

έκρινε ότι έχει πλέον έρθει το κατάλληλο momentum, για να «λύσει» τις διαφορές του με το μακεδονικό κράτος, φυσικά προς όφελός του και με τρόπο που να εξυπηρετεί απόλυτα τα συμφέροντά του.

Το μακεδονικό κράτος απ΄ την άλλη, μην έχοντας άλλη ρεαλιστική επιλογή προκειμένου να διατηρηθεί ως αυτοτελές κράτος και έπειτα από σχεδόν τριάντα χρόνια διπλωματικής, στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης από το ελληνικό κράτος, αναγκάστηκε τελικά να «συνθηκολογήσει». Είχε έρθει η ώρα της «επίλυσης» του «Μακεδονικού».


ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Αριστεροδεξιός σουρεαλισμός
και η γνώμη ενός think tank


Την 17η Ιουνίου του 2018, το ελληνικό και το μακεδονικό κράτος υπέγραψαν τη Συμφωνία των Πρεσπών, με την οποία η διαμάχη μεταξύ των δύο κρατών, η οποία κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια, υποτίθεται πως έφτασε στο τέλος της. Κατά τη διάρκεια της τελετής υπογραφής, ο αριστερός πρωθυπουργός της Ελλάδας Α. Τσίπρας, έκανε λόγο για «γιορτή της ειρήνης, της αδελφοσύνης και της καλής γειτονίας των δυο λαών». Την ίδια στιγμή, οι καμπάνες στα ελληνικά χωριά των Πρεσπών χτυπούσαν πένθιμα. Αν και η μέρα ήταν Κυριακή, οι ακροδεξιοί της χώρας μάς ενημέρωναν ότι ήταν άλλη μια «Μεγάλη Παρασκευή του Ελληνισμού». Λίγες μέρες πριν την υπογραφή της Συμφωνίας, ο Γ. Γ. του «κόμματος της εργατικής τάξης» Δ. Κουτσούμπας εξηγούσε στυυς συναδέλφους του στη Βουλή το πώς η Ελλάδα γονάτισε για άλλη μια φορά στις διαταγές των «Αμερικάνων».

Πέρα από αυτό το (δυστυχώς όχι και τόσο) σπάνιο δείγμα αριστεροδεξιού σουρεαλισμού, ας δούμε τι λέει για την Συμφωνία ένα από τα think tanks του ελληνικού καπιταλισμού. Ο Γ. Παγουλάτος λοιπόν, καθηγητής ατην ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΛΙΑΜΕΠ (Ελληνικό Ινστιτούτο Άμυνας και Εξωτερικής Πολιτικής, μιλάει για τη Συμφωνία ως εξής:

Τα θετικά της συμφωνίας προσφέρονται. Ο κόσμος θα σταματήσει να αναφέρεται επισήμως στη χώρα αυτή ως «Μακεδονία», η διμερής διένεξη μπορεί να λήξει, η γειτονική χώρα να αποκτήσει ευρωπαϊκή πορεία, που εγγυάται μεγαλύτερη σταθερότητα.

Η «Βόρεια Μακεδονία» θα είναι μια μικρή χώρα εξαρτημένη από την Ελλάδα και στραμμένη προς τη Θεσσαλονίκη. Έχουμε απέναντί μας μια χώρα της οποίας δεν είμαστε ο φτωχός συγγενής αλλά ο πλούσιος γείτονας.

Αγαπά ή μισεί κανείς τη συμφωνία των Πρεσπών, θα μπορέσει να λειτουργήσει επωφελώς για την Ελλάδα εάν δουλέψουμε για να επεκτείνουμε την επιρροή μας στη χώρα αυτή.

Γ. Παγουλάτος, «Μετά τις Πρέσπες, ας δούμε τις ευκαιρίες», Η καθημερινή, 03/02/2019.


Πουθενά εδώ ο «φιλειρηνισμός», πουθενά η «προδοσία», πουθενά η «εξάρτηση». Tο μόνο που βλέπει ο Παγουλάτος είναι το πώς αυτή η συμφωνία «θα μπορέσει να λειτουργήσει επωφελώς για την Ελλάδα».


Η Συμφωνία των Πρεσπών ως αυτό που είναι

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια συμφωνία επιβολής των συμφερόντων του ελληνικού κράτους στο μακεδονικό. Είναι μια συμφωνία, για την οποία το ελληνικό κράτος ενεργώντας από θέση ισχύος, ως «πλούσιος γείτονας» όπως μας λέει και ο Γ. Παγουλάτος, είχε εξαρχής τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Οι πάγιες επιδιώξεις του ελληνικού κράτους όπως είχαν διαμορφωθεί ήδη από τη δεκαετία του 1990, δηλαδή η αλλαγή της ονομασίας και η αλλαγή άρθρων του Συντάγματος του μακεδονικού κράτους, εκπληρώθηκαν με την συμφωνία των Πρεσπών. Το μακεδονικό κράτος είναι το μοναδικό κράτος στην ιστορία, το οποίο υποχρεώνεται σε αλλαγή της ονομασίας και του Συντάγματός του, χωρίς προηγουμένως να έχει ηττηθεί σε πόλεμο. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταλάβει κανείς το πόσο «φιλειρηνική» και πόσο «μεταξύ ίσων» είναι η Συμφωνία. Επιπλέον, η Συμφωνία των Πρεσπών, δίνει την δυνατότητα στο ελληνικό κράτος να αυξήσει την επιρροή του και να ενισχύσει τα ερείσματα που ήδη διαθέτει εντός του κράτους της Μακεδονίας, μετατρέποντάς το ουσιαστικά σε ένα «συμβατό με τις ελληνικές επιδιώξεις γείτονα» όπως σημείωνε στην ελληνική βουλή ο Μ. Έβερτ το μακρινό 1994.


Στιγμιότυπο από την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ο αριστερός πρωθυπουργός της Ελλάδας που δεν φοράει γραβάτες (σ.σ. βλ. Λεξικό χωρίς γραβάτα), μάλλον θα σκέφτεται ήδη το Νόμπελ Ειρήνης.
Οι φασίστες κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Ξεφτυλίζονται. Αλλά ΚΚΕ, ΕφΣυν και φασίστες, όλοι μαζί υπηρετούν την κρατική αφήγηση. Γιατί μπορεί φαινομενικά να διαφωνούν, αλλά βρίσκουν πάντα αμοιβαία επωφελείς τρόπους να κάνουν πολιτική.


Ας δούμε αναλυτικότερα μερικά από τα σημεία της Συμφωνίας:

α) Η ονομασία του μακεδονικού κράτους αλλάζει από «Μακεδονία», σε «Βόρεια Μακεδονία». Οι κάτοικοί του, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται εδώ και δύο αιώνες «Μακεδόνες», θα πρέπει πλέον βάσει της Συμφωνίας, να αυτοαποκαλούνται με το στανιό, «Βορειομακεδόνες»!

Το ελληνικό κράτος είναι που επέβαλε στο μακεδονικό το συγκεκριμένο όνομα. Άλλωστε, αυτή ήταν εδώ και χρόνια η πάγια θέση του ελληνικού κράτους: «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό». Τι άλλο θα μπορούσε να είναι ο γεωγραφικός προσδιορισμός πέρα από «Βόρεια Μακεδονία»;

Η ύπαρξη του γεωγραφικού προσδιορισμού «Βόρεια» στη νέα ονομασία, μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαντάζει ως και ασήμαντη. Στην πραγματικότητα, είναι πρόσφορη για μελλοντική χρήση από το ελληνικό κράτος, καθώς αφήνει ύπουλα το υπονοούμενο επανένωσης κάποια στιγμή της «Βόρειας» με την μοναδική «σκέτη» Μακεδονία που διαθέτουν αυτή τη στιγμή τα Βαλκάνια, η οποία φυσικά, είναι η ελληνική.

β) Το μακεδονικό κράτος, με την αλλαγή διαφόρων άρθρων του Συντάγματός του, υποχρεώνεται να αποδεχτεί ουσιαστικά ότι δεν υπάρχει μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα. Η αλλαγή άρθρων του Συντάγματος, αναφορικά με τις μειονότητες, είναι κάτι το οποίο το ελληνικό κράτος επεδίωκε από το 1992. Αυτή την στιγμή υπολογίζεται ότι στο «ελληνικό» κομμάτι της Μακεδονίας ζουν αρκετές χιλιάδες άνθρωποι μακεδονικής καταγωγής, οι περίφημοι «ντόπιοι», υπό τη «σιωπηρή» επιτήρηση του ελληνικού κράτους, το οποίο στο παρελθόν έχει φτάσει μέχρι και στο να απαγορεύσει τη δημόσια χρήση της γλώσσας τους, ενώ ακόμα και σήμερα η χρήση της είναι κάτι που αρκεί για να μπει κανείς στο στόχαστρο που αστυνομικών μηχανισμών. Η ενσωμάτωση αυτού του πληθυσμού (τον οποίο η Βουλγαρία από μεριάς της θεωρεί «βουλγαρόφωνο») στον ελληνικό εθνικό κορμό ήταν ένα από τα πλέον επίπονα έργα του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα. Πλέον, το ζήτημα της μακεδονικής, σλαβόφωνης, βουλγαρόφωνης ή ό,τι άλλο μειονότητας στη Βόρεια Ελλάδα, κλείνει (τουλάχιστον προς το παρόν), επιτρέποντας στο ελληνικό κράτος να συνεχίσει την αφομοίωση του μακεδονικού πληθυσμού που ζει εντός της επικράτειάς του.


Αριστερά: Πρωτοσέλιδο της Εφημερίδας Έθνος, μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού της Ελλάδας Α. Τσίπρα
στην Μακεδονία τον Απρίλη του 2019. Έτσι, για να καταλάβουμε ποιος είναι το αφεντικό.
Μέση: Η Εφημερίδα των Συντακτών κρούει τον κώδωνα του «φασιστικού κινδύνου».
Δεξιά: Το ΚΚΕ μας καλεί να πούμε ΟΧΙ στον αλυτρωτισμό των... Μακεδόνων.


γ) Βάσει της Συμφωνίας, αναγνωρίζεται η ύπαρξη «μακεδονικής γλώσσας» η οποία ορίζεται και ως η επίσημη γλώσσα του μακεδονικού κράτους. Το συγκεκριμένο σημείο θεωρήθηκε από τους φασίστες ως μέγιστη προδοσία. Στην πραγματικότητα, αυτή η διάταξη της Συμφωνίας αφαιρεί από το βουλγαρικό κράτος, φυσικά προς το συμφέρον του ελληνικού, το γλωσσικό «πάτημα» που αυτό διατηρεί εντός του κράτους της Μακεδονίας. Το βουλγαρικό κράτος έχοντας, όπως έχουμε ήδη πεί, τις δικές του βλέψεις κατά του μακεδονικού κράτους, υποστηρίζει διαχρονικά ότι δεν υπάρχει αυτοτελής μακεδονική γλώσσα κι ότι η γλώσσα που μιλιέται στο κράτος της Μακεδονίας είναι βουλγαρική διάλεκτος.

Η συγκεκριμένη κίνηση λοιπόν δεν πρέπει να ιδωθεί ως παραχώρηση του ελληνικού κράτους απέναντι στο μακεδονικό, αλλά ως αντιβουλγαρική κίνηση.

δ) Η Συμφωνία δρομολογεί την εμπορική, οικονομική και ενεργειακή συνεργασία μεταξύ μακεδονικού και ελληνικού κράτους. Όντας σαφώς πιο ισχυρό και οικονομικά ανεπτυγμένο, το κράτος που επωφελείται από αυτή τη «συνεργασία» είναι φυσικά το ελληνικό. Ουσιαστικά, λοιπόν, δίνεται στον ελληνικό καπιταλισμό η δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης και «ριζώματος», εντός του μακεδονικού κράτους. Αυτή η επέκταση, άλλωστε, δεν ξεκινά τώρα, με τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά ξεκίνησε ήδη από το 1995.

ε) Όσον αφορά το στρατιωτικό επίπεδο, το ελληνικό κράτος αποκτά στα βόρεια σύνορά του ένα κράτος που θα βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα του και που εκτός των άλλων μπορεί να λειτουργήσει ανασχετικά ως προς τις αλβανικές και βουλγαρικές βλέψεις στην περιοχή, σταθεροποιώντας και διασφαλίζοντας κατά το δυνατόν το «βόρειο μέτωπό» του. Όπως μαθαίνουμε, ήδη η Ελλάδα αναλαμβάνει την επιτήρηση του εναέριου χώρου της Μακεδονίας, αποκτώντας ακόμα μεγαλύτερο στρατιωτικό πάτημα στα Βαλκάνια. Ταυτόχρονα, Έλληνες καραβανάδες αναμένεται να αναλάβουν μέρος της εκπαίδευσης του στρατού του μακεδονικού κράτους. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το μπλέξιμο στα εσωτερικά της γειτονικής χώρας, αλλά και με τους παγκόσμιους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, καθώς η εκπαίδευση του μακεδονικού στρατού από τους Έλληνες προφανώς δεν αφήνει ανεπηρέαστους τους υπόλοιπους γείτονες (Βουλγαρία, Τουρκία) που πολύ θα ήθελαν να εκπαιδεύσουν εκείνοι το μακεδονικό στρατό.

Η αναδιαμόρφωση της σχέσης του ελληνικού κράτους με το μακεδονικό, λοιπόν, δεν έχει να κάνει με το ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά «σύμμαχη» με τη Μακεδονία. Άλλωστε, ελληνομακεδονικός ανταγωνισμός ουδέποτε υπήρξε. Αυτό που υπήρξε και υπάρχει είναι ελληνοβουλγαρικός και ελληνοαλβανικός ανταγωνισμός. Αντίθετα, λοιπόν, με όσα λέγονται, η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί την τελευταία υποστηρικτική κίνηση στα γενικότερα ελληνικά σχέδια για τα Βαλκάνια.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που ήδη η Συμφωνία των Πρεσπών έχει προκαλέσει την αντίδραση τόσο της Βουλγαρίας, όσο και της Τουρκίας. Η πρώτη μιλάει κι αυτή από μεριάς της για «παραχάραξη της ιστορίας» (sic) και η δεύτερη χρησιμοποιεί ως πρόσχημα την ύπαρξη γκιουλενιστών πραξικοπηματιών στη γειτονική χώρα για να εκφράσει την αντίρρησή της. Αμφότερες απειλούν με βέτο την ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Φυσικά, είναι ελάχιστα τα όσα μαθαίνουμε από τις ελληνικές εφημερίδες για το τι λένε οι άλλοι άμεσα ενδιαφερόμενοι για τη Συμφωνία των Πρεσπών, καθώς οι «αδέσμευτοι» δημοσιογράφοι που ασχολούνται με τα εξωτερικά ζητήματα δεσμεύονται λιγάκι από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Το μόνο βέβαιο είναι πως Βουλγαρία, Τουρκία, αλλά και Αλβανία δε βλέπουν με καθόλου καλό μάτι την ελληνομακεδονική συμφωνία, και σίγουρα δεν βλέπουν σ΄ αυτή κάποια «προδοσία της ελληνικότητας της Μακεδονίας».

Γι΄ αυτό και οι εξαγγελίες του ελληνικού κράτους είναι επισφαλείς και επιθετικές. Επιθετικές, γιατί επιδιώκουν το συμφέρον του ελληνικού κράτους ενάντια στα συμφέροντα των υπολοίπων. Επισφαλείς, γιατί «οι υπόλοιποι» δεν πρόκειται να κάτσουν να κοιτάνε τις ελληνικές κινήσεις με σταυρωμένα χέρια. Άλλωστε, κι αυτοί κράτη είναι. Τελικά, η Συμφωνία των Πρεσπών είναι στρατιωτική και κοιτάζει σε ένα πολεμικό μέλλον, με το βλέμμα στραμμένο τόσο στα Βαλκάνια όσο και στη Μέση Ανατολή.

Όποιος μετά από τα παραπάνω βλέπει στην Συμφωνία «φιλειρηνισμό», «προδοσία» ή «εξάρτηση της Ελλάδας από τους Αμερικάνους», το κάνει εσκεμμένα.




ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Το παραπάνω κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα από το υπό κρίση βιβλίο: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, στη Συμφωνία των Πρεσπών (Αντιφασιστική Συνέλευση Autonome Antifa, Αθήνα, 2019), καθώς και οι φωτογραφίες κι οι υπότιτλοι.

Στο βιβλίο αυτό, οι συγγραφείς παρουσιάζουν το προτεκτοράτο «Ελλάδα», καθώς και τις άλλες όμορες χώρες, σα να αποφασίζουν από μόνες τους για σοβαρά ζητήματα διεθνούς γεωπολιτικής στο χώρο των Βαλκανίων, για τα οποία όμως διαχρονικά έχουν δείξει σημαντικό ενδιαφέρον και κατά καιρούς έχουν εμπλακεί σοβαρά διάφορες Μεγάλες Δυνάμεις.

Ειδικά όσον αφορά στον τελευταίο ισχυρισμό τους, περί της δήθεν μη εξάρτησης της χώρας μας από τους Αμερικάνους, παραθέτουμε παρακάτω ως αντίλογο ένα απόσπασμα από ένα παλιότερο άρθρο μας, το Σύγχρονοι στρατοί κατοχής (Τα συλλαλητήρια ως μέσο χειραγώγησης των μαζών από τις Μεγάλες Δυνάμεις):





Στη σκιά του μακεδονικού ζητήματος, που δρομολογεί ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις και παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, διοργανώνονται δύο συλλαλητήρια στο κέντρο της Αθήνας, που αναμένεται να απασχολήσουν τα δελτία ειδήσεων:


Κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών

Οι διοργανωτές του, καλούν «όλους τους έλληνες να βρεθούμε εκεί, έξω από την ελληνική Βουλή, για να ακυρώσουμε την προδοτική συμφωνία των Πρεσπών, για να φωνάξουμε η Μακεδονία είναι ελληνική!».


Υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών

Ουσιαστικά, πρόκειται για μια αντιδιαδήλωση, στην οποία θα συμμετέχουν, σύμφωνα με το πώς αυτοαποκαλούνται: «αντιφασίστες, πολιτικές ομάδες, συλλογικότητες, στέκια, καταλήψεις, σύντροφοι και συντρόφισσες».


Όσοι καταφέρονται εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχουν ρηχή κι εθνοκεντρική αντίληψη για τα πολιτικά τεκταινόμενα στην περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου.
Στην ουσία, η ακύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών την οποία αυτοί ευαγγελίζονται, εξυπηρετεί ακραιφνώς τα ρωσικά συμφέροντα, που δεν συνάδουν απαραίτητα με τα πολιτικά οφέλη του τόπου.

Οι λεγόμενοι αντιφασίστες, μόνο αντιφασίστες δεν είναι, αφού κάνουν τα καπρίτσια της Αμερικής.
Αλήθεια, θα επιχειρήσουν να φωνάξουν το περιλάλητο σύνθημα: «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι»;
Ο «σύντροφος» Ντόναλντ Τραμπ από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, σίγουρα θα είναι πολύ ικανοποιημένος από την κινητοποίησή τους.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ»:

IMAGE DESCRIPTIONΣΥΓΧΡΟΝΟΙ
ΣΤΡΑΤΟΙ ΚΑΤΟΧΗΣ

Τα συλλαλητήρια
ως μέσο χειραγώγησης
των μαζών από τις Μεγάλες Δυνάμεις


IMAGE DESCRIPTIONΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ
ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ


Η διαχρονική εξέλιξη
των γνωστών αγνώστων


IMAGE DESCRIPTIONΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ
ΤΗΣ ΑΛΗΤΕΙΑΣ


Διαχρονικά,
από τους εκάστοτε εξουσιαστές


IMAGE DESCRIPTIONΠΡΟΤΕΚΤΟΡΕΣ
ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΚΤΟΡΑΤΑ

Όψεις της χειραγώγησης
της Ελλάδας και των άλλων
βαλκανικών χωρών



IMAGE DESCRIPTIONΕΛΛΗΝΑΡΑΔΕΣ
ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΕΥΡΟΥ


Ρώσοι διπλωμάτες χρηματοδοτούσαν ακροδεξιούς
για τορπιλισμό των διαπραγματεύσεων για το Σκοπιανό


IMAGE DESCRIPTIONΕΚΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ
ΤΟΥ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ,
ΕΔΩ ΓΙΑΤΙ;

Επεισόδια
σε Γαλλία και Ελλάδα



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


3 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 48018

    12 Οκτ 2019

    Ο Αργύρης ο Νίκος θέλει να μας πει για τους ξένους δάχτυλους (ρωσικά, αμερικανικά συμφέροντα) και για αυτό αραδιάζει αποσπάσματα από βιβλίο των antifa για τον ρωμέικο ιμπεριαλισμό.
    Αρρώστια...

  • Ανώνυμος 48008

    9 Οκτ 2019

    Το ότι το νεοελληνικό κράτοςέχει λερωμένη τη φωλιά του, ασχέτως αν το παίζει ανυποψίαστο θύμα και ότι τάχα δεν διεκδικεί, είναι γνωστό.
    Υπενθυμίζω την παλιά συνέντευξη στο παρόν site ενός εν αποστρατεία αξιωματικού που ανέφερε για τις ελληνικές προκλήσεις εναντίον της Τουρκίας.
    Ο συντάκτης όμως για άλλη μια φορά μπερδεύεται. Δεν υπάρχουν ρωμιοί φασίστες και μη-φασίστες. Φασίστες είναι οι μεν και οι δε.
    Επίσης η ρωμιοσύνη είναι ένα μπουρδέλο, έτσι πολλές λογικές αντιφάσεις βρίσκουν τρόπο να υπάρχουν.
    Παραπέμπω και στο σχόλιο 46749:
    https://www.freeinquiry.gr/articles/epikairotita/sygxronoi-stratoi-katoxis/4468.html

    Στο μεταξύ:

    "Και τι είδα, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες; Μια φλατ ντοκιμαντερίστικη εκδοχή του «πόσο Θεός είναι ο Γιάνης». Ο Γαβράς, σε μια άνευ προηγουμένου προχειροδουλειά, μετέφερε ουσιαστικά στη μεγάλη οθόνη το βιβλίο του Βαρουφάκη «Adults in the room: My Battle With Europe’s Deep Establishment». Πας για ταινία Γαβρά και σου βγαίνει μια αυτοαποθέωση ενός παρδαλού πρώην ΥΠΟΙΚ σε ένα δικό του σενάριο αυτοφαντασίωσης. Το χειρότερο είναι ότι ο Γαβράς δείχνει να πιστεύει τον Γιάνη και να τον λατρεύει!"
    https://www.iefimerida.gr/politiki/me-tin-tainia-toy-gabra-mporeis-kai-na-gelaseis

  • Ανώνυμος 48007

    9 Οκτ 2019

    Αυτά τα διάφορα αποσπάσματα είναι ενδιαφέροντα, κατά την έννοια ότι έχουν.. επιστημονική φαντασία. Το Ρωμέικο κράτος στερείται εξωτερικής πολιτικής και διπλωματίας.
    Η διαχρονική στάση του απέναντι στο κράτος της Μακεδονίας, καθορίζονταν από τις εθνικιστικές μωρίες και φοβίες του. Στο σαλεμένο μυαλό της Ρωμιοσύνης, αυτό το φτωχό κράτος ήταν ένας επίδοξος κλέφτης της ένδοξης ιστορίας του με αλυτρωτικές βλέψεις και τίποτα περισσότερο. Η στάση του απέναντι στο κράτος της Β. Μακεδονίας (πλέον) καθορίζονταν από φοβικά εθνικιστικά σύνδρομα και μόνο. Καμία διπλωματία που απέβλεπε να εξυπηρετήσει τα εθνικά συμφέροντα και να βάλει φρένο στις επεκτατικές επιθυμίες των άλλων βαλκανικών χωρών. Ολα αυτά είναι "ψιλά γράμματα" για το ανίκανο προτεκτοράτο μας. Η συμφωνία των Πρεσπών ήταν μια επιβολή των μεγάλων δυνάμεων, ώστε να τελειώσει αυτό το θέμα και να θέσει την Ρωσία εκτός παιχνιδιού.
    Ταυτόχρονα ήταν μια ιμπεριαλιστική συμφωνία, καθόσον ανάγκασε τους πολίτες της γειτονικής χώρας να αποδεχθούν ένα σύνθετο όνομα, το οποίο δεν εκφράζει την βούληση τους.