ΒΙΑ
ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Όταν η ιστορία
συναντά την ανθρωπολογία


Καταρχάς δύο διευκρινίσεις:

Πρώτη, η συνάντηση στην οποία αναφέρεται ο τίτλος της παρέμβασής μου είναι περισσότερο δυνατότητα παρά δεδομένο, μια και ιστορικοί και ανθρωπολόγοι προσέγγισαν το ζήτημα της βίας στην ελληνική κοινωνία ξεκινώντας από πολύ διαφορετικές αφετηρίες. Σε κάθε περίπτωση την εννοώ αμφίδρομη και τη θεωρώ εφικτή και παραγωγική.

Δεύτερη, θα περιοριστώ στις αναφορές μου στο σχετικά στενό πεδίο της διαπροσωπικής βίας. Εξάλλου οι μελέτες για την Ελλάδα έχουν ελάχιστα ασχοληθεί με άλλες μορφές βίας, τη συμβολική, την ψυχολογική, την ‘απρόσωπη’ βία των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών ή εκείνη που συνδέεται με τις κοινωνικές συγκρούσεις, τον πόλεμο ή την τρομοκρατία.

Σε όσα ακολουθούν, λοιπόν, θα παρουσιάσω, αναγκαστικά σχηματικά, τις ιστορικές και τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις για τη βία στην Ελλάδα, εστιάζοντας στους τρόπους με τους οποίους αναφέρονται στο κράτος και την πολιτική.




Η βία απασχόλησε τους ιστορικούς της ελληνικής κοινωνίας σχετικά πρόσφατα. Για καιρό πάντως την αντιμετώπισαν κυρίως ως προϊόν της πολιτικής και ως ενδείκτη για τη διαδικασία κρατικής συγκρότησης, ως πεδίο στο οποίο αναδεικνύεται η διαχρονική και ποικιλόμορφη διαπάλη ανάμεσα στο κράτος και ομάδες ή άτομα γύρω από την άσκηση της νομιμότητας.

Οι περισσότερες μελέτες επικεντρώθηκαν σε δύο κυρίως θεματικές που αφορούν αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε αντιθετικές λογικές νομιμότητας και σε διαφορετικές περιόδους: τη ληστεία το 19ο αιώνα και τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά τη δεκαετία του ’40. Η δεύτερη θεματική βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος.

Πιο πρόσφατα μια τρίτη θεματική έχει κάνει την εμφάνισή της, που μελετά ιστορικά τη διαδικασία μετατροπής της διαπροσωπικής βίας σε ‘έγκλημα’, τα μεταβαλλόμενα δηλαδή καθεστώτα νομιμότητας αλλά και τη δημόσια διαπάλη για το νόημα της βίας καθώς και τις στρατηγικές που αναπτύσσουν τα άτομα στη συνάντησή τους με τους θεσμούς που ελέγχουν και τιμωρούν το βίαιο έγκλημα.


Οι ανθρωπολόγοι, από την άλλη μεριά, μελέτησαν ήδη από τη δεκαετία του ’50 τη διαπροσωπική βία στην ελληνική κοινωνία ως τυποποιημένη πρακτική και ως συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων, παράγοντα κοινωνικής και πολιτισμικής αναπαραγωγής και ισορροπίας. Το κράτος τους απασχόλησε κυρίως ως προς το νόημα που του δίνουν τα υποκείμενα στις σχέσεις τους με τους εκπροσώπους του, όπου τονίστηκε ο έντονος αντικρατισμός.

Ιδιαίτερα τόνισαν τη σχέση ανάμεσα στη διαπροσωπική βία και την τιμή. Η βίαιη συμπεριφορά συνιστά προσδιοριστικό συστατικό του ανδρισμού, και εκφράζεται μέσα από την πρόκληση (όπως στη βεντέτα ή στο ‘έγκλημα τιμής’)∙ συνιστά επίσης μέσο επικοινωνίας και αναγνώρισης δια του οποίου επιβεβαιώνεται η ηθική ακεραιότητα του εαυτού (όπως, λ.χ., στη ζωοκλοπή).

Για τους ανθρωπολόγους η πολιτική είναι προϊόν της πολιτισμικής διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων και η διαπροσωπική βία γύρω από ζητήματα τιμής είναι σημαντικό συστατικό αυτού του πολιτισμού. Ακριβώς επειδή το κράτος και οι θεσμοί του βρέθηκαν έξω από τα ενδιαφέροντά τους, η κατηγορία ‘έγκλημα’ είναι για τους περισσότερους χωρίς περιεχόμενο.

Ας δούμε πιο συγκεκριμένα πώς συντίθενται οι ιστορικές και οι ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της διαπροσωπικής βίας στην ελληνική κοινωνία στις τρεις θεματικές που προαναφέρθηκαν:

α) τη ληστεία, το κατεξοχήν πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας σε ολόκληρο το 19ο αιώνα∙

β) την πολιτική βία, που κυριαρχεί τον 20ό αιώνα και ειδικότερα τη δεκαετία του ’40∙ και

γ) τη διαπροσωπική βία είτε με τη μορφή της βεντέτας είτε με πιο κοινές μορφές ‘βίαιου εγκλήματος’ για διάφορες αλλά κυρίως πιο πρόσφατες περιόδους.

Οι στιγμές δημόσιου φόβου ή πανικού γύρω από τη βία διαπερνούν τα θέματα αυτά και διαμορφώνουν μια τέταρτη θεματική.




α) Ληστεία

Οι μελετητές συμφωνούν ότι η ληστεία υπήρξε προϊόν της αντιπαράθεσης μεταξύ παραδοσιακών και σύγχρονων μηχανισμών εξουσίας μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Η παράδοση του κλεφταρματολικιού, τα τοπικά κέντρα εξουσίας που αποδιάρθρωσε η χάραξη των νέων συνόρων, η ισχύς που απέκτησαν ένοπλοι τοπικοί ηγέτες μέσα στην Επανάσταση και οι δυσκολίες ένταξής τους στους νέους κρατικούς μηχανισμούς θεωρούνται τα κυριότερα εμπόδια που είχε να αντιμετωπίσει η εγκαθίδρυση του κράτους στην κεντρική κυρίως Ελλάδα.

Ο μετέπειτα αλυτρωτισμός θεωρείται ότι ενίσχυσε τη ληστεία, καθώς η χρήση των ένοπλων ομάδων τόσο από τις οθωμανικές όσο και από τις ελληνικές αρχές για πολιτικούς λόγους και η ενσωμάτωση των τοπικών καπετάνιων σε δίκτυα πολιτικής πατρωνίας τροφοδότησαν την εναλλαγή καταπίεσης και ανοχής (αμνηστία και χάρις) που συνέβαλαν στην αναπαραγωγή του ληστρικού φαινομένου ως τις αρχές του 20ού αιώνα.


Έχει υποστηριχθεί ότι αυτή η εναλλαγή αποτέλεσε μηχανισμό ρύθμισης και διαχείρισης των εντάσεων μεταξύ κράτους και ‘παρανόμων’. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η εξάλειψη της ληστείας δεν οφείλεται στην αποτελεσματικότητα του κράτους αλλά στην αγροτική μεταρρύθμιση, τις αλλεπάλληλες αλλαγές των εθνικών συνόρων, τους πολέμους και τη μετανάστευση.

Η οπτική της ‘κοινωνικής ληστείας’ προσέλκυσε πολλούς μελετητές του ληστρικού φαινομένου, μολονότι η διαπλοκή με το κράτος εντοπίζεται ως η βασική ιδιαιτερότητα της ελληνικής περίπτωσης.

Πιο πρόσφατα προτάθηκε ο χαρακτηρισμός ‘οικονομία της βίας’ για τις κοινωνικές συνθήκες που ευνόησαν τη ληστεία. Στο σχήμα αυτό η ληστεία συνιστά απάντηση στη βία του κράτους, το οποίο επιδιώκει να εδραιώσει στη διάκριση μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας το δικό του μονοπώλιο στη βία.

Η βία των ληστών αποσκοπεί να επιβεβαιώσει την κοινωνική και πολιτική τοπική εξουσία τους και να αποκαταστήσει το κοινό αίσθημα ‘δικαιοσύνης’ που οι ληστές μοιράζονται με ευρύτατα στρώματα του αγροτικού πληθυσμού. Συγκρούονται δηλαδή στη ληστεία δύο εναλλακτικά καθεστώτα νομιμότητας: το ‘λαϊκό’ και το κρατικό.

Δε συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί με αυτή τη θεώρηση. Ορισμένοι θεωρούν ότι η ληστεία τροφοδοτείται από μια διάχυτη ιδεολογία στην ελληνική κοινωνία της εποχής που συγχέει τις έννοιας της εξουσίας, της ηθικής και του νόμου και ρέπει προς τη βία και την ανομία.

Οι ανθρωπολόγοι που μελέτησαν το ληστρικό φαινόμενο, από τη μεριά τους, δε βλέπουν καμία σύγχυση στη σταθερή και μακρόχρονη περιφρόνηση απέναντι στο νόμο που δείχνουν ένοπλες ομάδες που προστατεύονται από τους τοπικούς πληθυσμούς. Αντίθετα, θεωρούν ότι συνιστούσαν ένα μηχανισμό ελέγχου και περιορισμού της βίας στην ελληνική ύπαιθρο. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι αυτή η ‘επιθετική μορφή παρανομίας’ συναντάται και αλλού σε παρόμοιες συνθήκες στη Μεσόγειο και συνδέεται με μια ειδική αντίληψη για την τιμή.


Η συνάντηση με τους ιστορικούς εδώ εκκρεμεί.




β) Πολιτική βία (εμφύλια) (civil violence)

Καθώς πολλές από τις επόμενες εισηγήσεις αναφέρονται άμεσα σε αυτή τη θεματική, και ειδικότερα στη δεκαετία του ’40, θα κάνω εδώ μόνο ορισμένες νύξεις. Η διαπροσωπική βία που ασκείται στο όνομα πολιτικών κινήτρων είναι σταθερό χαρακτηριστικό του ελληνικού 20ού αιώνα: δολοφονίες πολιτικών και ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ πολιτών συμβαδίζουν με την αυθαίρετη κρατική (ή παρακρατική) βία. Δε διαθέτουμε ωστόσο σχετικές μελέτες για καμιά περίοδο πέρα από τη δεκαετία του ’40 (κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος), κατά την οποία το κράτος χάνει το μονοπώλιο στη βία.

Ο πόλεμος και η κατοχή θα δημιουργήσουν τις συνθήκες που θα οδηγήσουν στη σύγκρουση ανάμεσα σε αντιτιθέμενα καθεστώτα νομιμότητας, με αποκορύφωμα τον εμφύλιο πόλεμο. Στη θεματική αυτή η σύγκληση της ιστορίας με την ανθρωπολογία έχει ήδη αποδειχτεί εξαιρετικά γόνιμη και ως ένα βαθμό αμφίδρομη.

Όπως έχει σωστά επισημανθεί, η ιστοριογραφία για την Ελλάδα του ’40 παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για μεγάλο διάστημα διαμορφώθηκαν δύο αντιθετικά μαρτυρολογικά αφηγήματα, με εκείνο της δεξιάς να κυριαρχεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενώ εκείνο της αριστεράς, τις επόμενες δεκαετίες. Μόνο μέσα στη δεκαετία του ’90 έγινε δυνατό να προσεγγιστεί η περίοδος με νέους όρους από μια νέα γενιά ερευνητών.

Οι σχετικές μελέτες —που καταγράφουν τη γόνιμη συνάντηση στην οποία αναφέρθηκα— στρέφονται σε εστιασμένες προσεγγίσεις και αναδεικνύουν την κοινωνική βάση της πολιτικής αντιπαράθεσης στο τοπικό (συνήθως αγροτικό) επίπεδο και τους τρόπους με τους οποίους η διαπροσωπική βία αποκτά πολιτικό νόημα και συγκροτεί πολιτικές υποκειμενικότητες.

Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, τα τελευταία χρόνια το πεδίο σημαδεύτηκε από έντονη δημόσια πολεμική με μεγάλη δημοσιότητα που επικεντρώθηκε στις χρωματικές αποχρώσεις της βίας της εποχής (‘λευκή’, ‘μαύρη’ και ‘κόκκινη’) και τις ερμηνευτικές προτάσεις για το πολιτικό περιεχόμενό τους. Η πολεμική, λόγω και της μεγάλης δημοσιότητας που πήρε, έχει κατά τη γνώμη μου λειτουργήσει ανασταλτικά για νέες μεθοδολογικές αναζητήσεις, απομακρύνοντας πάλι την ιστορία από την ανθρωπολογία.




γ) Διαπροσωπική βία

Η ανθρωπολογική έρευνα προσδιόρισε από νωρίς συγκεκριμένες περιοχές —η Μάνη, η Κρήτη— όπου ιδιαίτερες μορφές διαπροσωπικής βίας, όπως η βεντέτα, λειτουργούν ως εξωκρατικοί μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου και ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων.

Η βεντέτα θεωρείται ότι συνδέεται στενά με την τοπική κοινωνική οργάνωση: διαπλέκεται τόσο με τις κεντρικές αξίες της τιμής, της υπόληψης και της κοινωνικής θέσης όσο και με το διάχυτο εξισωτισμό.

Από την άλλη πλευρά, η εθνογραφική έρευνα έδειξε ότι πληθυσμοί που χαρακτηρίζονται ‘βίαιοι’ καθόλου δεν είναι απομονωμένοι από τους κρατικούς μηχανισμούς ή υποκείμενοι σε αναπόφευκτη πολιτική υποτέλεια. Αντίθετα, με αφετηρία τη βία ή την απειλή της διαμορφώνονται ισχυρά δίκτυα χάρη στα οποία οι άνθρωποι διαπραγματεύονται τις σχέσεις τους με το κράτος και αποκτούν πολιτική δύναμη.

Η ιστορική έρευνα για τη διαπροσωπική βία είναι πολύ πρόσφατη. Υπό το φως τόσο μιας διεθνούς ‘ιστορίας του εγκλήματος’ σε πλήρη ανάπτυξη όσο και των ανθρωπολογικών μελετών για την Ελλάδα, διαπραγματεύτηκε το βίαιο ‘έγκλημα’ στις πόλεις και στην ύπαιθρο θέτοντας ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη της διαπροσωπικής βίας στην ελληνική κοινωνία, τη διαμόρφωση ορίων ανάμεσα σε ‘νόμιμες’ και ‘παράνομες’ μορφές βίας, τα μεταβαλλόμενα νοήματα που αποδίδονται στην ‘εγκληματική’ βία καθώς και τη σχέση αυτών των θεμάτων με ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας και κρατικής συγκρότησης.

Τα έγκυρα στοιχεία για τις εκδοχές της διαπροσωπικής βίας που καταγράφονται διαχρονικά ως ‘εγκλήματα’ στην ελληνική κοινωνία είναι λιγοστά ή παντελώς ανεκμετάλλευτα (ιδίως για τον 20ό αιώνα για τον οποίο αφθονούν). Δύσκολα μπορούμε επομένως να παρακολουθήσουμε πώς εξελίσσεται ποσοτικά μέσα στο χρόνο και να συγκρίνουμε έτσι την ελληνική περίπτωση με εκείνες στις οποίες έχει στηριχθεί η θέση για τη σταθερή πτωτική τάση της διαπροσωπικής βίας ως τα μέσα του 20ού αιώνα.

Πάντως όλες οι μελέτες συμφωνούν ότι το κυριότερο κίνητρο για την άσκηση διαπροσωπικής βίας ως τη δεκαετία του 1960 είναι η τιμή, είτε πρόκειται για συγκρούσεις γύρω από την ιδιοκτησία στην ύπαιθρο, είτε για τελετουργικά μαχαιρώματα στις πόλεις ή για ‘εγκλήματα τιμής’.

Στη συντριπτική της πλειοψηφία η βία αυτή αφορά άντρες ως δράστες και ως θύματα. Ένα μεγάλο μέρος της βίας κατά των γυναικών, ιδίως μέσα στην οικογένεια, δεν καταγράφεται καθόλου.

Πρόσφατες μελέτες τόνισαν το μεταβαλλόμενο περιεχόμενο της τιμής και τον προϊόντα διαχωρισμό της από τη βία ως ένδειξη πολιτισμικού μετασχηματισμού, χωρίς ωστόσο να υπάρχει συμφωνία μεταξύ των ιστορικών για το χρόνο και για τα αίτια αυτής της αλλαγής.

Σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται για τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα είτε για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, η συνάντηση ανάμεσα στους κρατικούς ή αποικιακούς θεσμούς και τα υποκείμενα παράγει πλούσια —και ενίοτε απρόβλεπτα— αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, ενώ στα Επτάνησα φαίνεται ότι η εύκολα προσβάσιμη αγγλική δικαιοσύνη λειτούργησε ως μηχανισμός διαμεσολάβησης της βίας, στη μετεμφυλιακή Ελλάδα η απονομιμοποίηση της βίας δεν μαρτυρεί την αποτελεσματικότητα των διωκτικών ή των δικαστικών μηχανισμών όσο πολιτικές παρεμβάσεις και κοινωνικούς μετασχηματισμούς που υπονόμευσαν την πολιτισμική συναίνεση γύρω από τα νοήματα της ‘τιμής’ την οποία μοιράζονταν ως τότε δράστες και θύματα, αστυνομία και δικαστές, ο τύπος και η κοινή γνώμη.

Για το κοινό αίσθημα η βία παραμένει σταθερή δημόσια απειλή μολονότι όλα δείχνουν ότι τα περισσότερα περιστατικά βίαιου ‘εγκλήματος’ αφορούν ‘οικείους’ και ‘γνώριμους’. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο φόβος της βίας συνιστά έναν επιπλέον μηχανισμό για την παραγωγή της διαφοράς στην ελληνική κοινωνία. Ο ‘δράκος’, ο ‘ξένος’, ο ‘ταραξίας’ διεγείρει το δημόσιο φαντασιακό περισσότερο από το σύζυγο, το συγγενή ή το γνωστό.


Τα διαχρονικά επαναλαμβανόμενα ξεσπάσματα δημόσιου πανικού γύρω από ζητήματα βίας συνδέονται με περιόδους έντονου κοινωνικού μετασχηματισμού και σπάνια επιβεβαιώνονται πραγματολογικά. Αλλά ό,τι θεωρείται κάθε φορά η πηγή του πανικού αφορά μορφές βίας που είναι πολιτισμικά ακατάληπτες.

Δεν μπορεί πια να υποστηριχθεί ότι η παρουσία της διαπροσωπικής βίας στην ελληνική κοινωνία συνδέεται με αδυναμία του ελληνικού κράτους να επιβάλλει το μονοπώλιό του στη διαπροσωπική βία.

Αν όμως δεχτούμε ότι η βία συγκροτεί κοινωνικές σχέσεις και παράγει ιστορικά προσδιορισμένα κοινωνικά και πολιτισμικά νοήματα, η διαπλοκή της με το κράτος, δηλαδή η μετατροπή της σε ‘έγκλημα’, γίνεται πεδίο όπου η συνάντηση ιστορίας και ανθρωπολογίας μπορεί να αναδείξει το εύρος και τον πλούτο της πολιτικής της διάστασης.




Σημείωση:
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση της κ. Αβδελά στο Διεθνές Συμπόσιο:
«Αναθεωρήσεις του Πολιτικού: Ανθρωπολογική και Ιστορική Έρευνα στην Ελληνική Κοινωνία»,
που διοργάνωσε το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου
(www1.aegean.gr) στη Μυτιλήνη (8-11/11/07).
Η εικονογράφηση έγινε με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».



Η κ. Έφη Αβδελά είναι καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο Paris 7 – Jussieu του Παρισιού στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας και Πολιτισμού.
Εκτός από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, έχει διδάξει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ενώ είχε προσκληθεί ως επισκέπτρια καθηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας και στην École des Hautes Études en Sciences Sociales στο Παρίσι.
Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά της εστιάζονται στην ελληνική και ευρωπαϊκή κοινωνική και πολιτισμική ιστορία του 20ού αιώνα με έμφαση στην ιστορία του φύλου, του φεμινισμού, την ιστορία του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης, την ιστορία της νεότητας και την ιστορία της συλλογικής δράσης.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ