ΤΑ ΕΝΟΧΑ
ΜΥΣΤΙΚΑ

Εθνική Ιστορία
και εκπαίδευση


Η ιδεολογική χρήση της ιστορίας

Ο εκπαιδευτικός θεσμός από τα πρώτα βήματα συγκρότησης του έθνους-κράτους συνετέλεσε καθοριστικά στη διάχυση της εθνικής ιδεολογίας στα ευρύτερα σώματα του πληθυσμού. Θέτοντας ως στόχο την καθολική εγγραμματοσύνη επιδίωκε να άρει τα όποια προσκόμματα στην επικοινωνία του εθνικού σώματος.

Αρχικά το σύνολο των παρεχόμενων από την εκπαίδευση γνώσεων παρείχε στα μέλη του εθνικού σώματος ευκαιρίες για επαγγελματική κινητικότητα και όχι σπάνια για κοινωνική άνοδο. Απ’ την άλλη πλευρά το κοινό σώμα των παρεχόμενων γνώσεων από τον εκπαιδευτικό θεσμό καθιστούσε τα άτομα εναλλάξιμα και αντικαταστάσιμα στον εργασιακό χώρο, ώστε να καλύπτονται ευχερώς τα κενά στην παραγωγική διαδικασία και να επιλύονται χωρίς χρονοτριβή οι προκύπτουσες δυσλειτουργίες. Παράλληλα στόχευε να μεταδώσει και να αναπαράγει τις γνώσεις εκείνες που ήταν σύμφωνες με τα εθνικά ιδεώδη.

Η εκπαίδευση ως καθολικό αγαθό, παρεχόμενο από το κράτος, συνέβαλε στην ομογενοποίηση του εθνικού σώματος διαπαιδαγωγώντας τους μελλοντικούς πολίτες με τις αρχές και αξίες της κυρίαρχης ιδεολογίας και καλλιεργώντας στάσεις και συμπεριφορές,που διασφάλιζαν την κοινωνική πειθαρχία. Ο σχολικός θεσμός συγκεκριμένα, ως «λαϊκός» θεσμός κι όχι ως ειδική εκπαίδευση και κουλτούρα των ελίτ έχει μια στενή ιστορική σχέση με τον εθνικό σχηματισμό, καθώς συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση των νεαρών ατόμων και εμφυσά την εθνικιστική ιδεολογία.

Αξίζει όμως να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η εκπαίδευση, όπως και η γνώση, δεν είναι μια ουδέτερη διαδικασία, αλλά απεναντίας μια πολιτική πράξη, αφού πρωτίστως επιλέγει το πολιτισμικό κεφάλαιο που θα αναπαραχθεί με το σχολικό μηχανισμό κι εν συνεχεία καλλιεργεί μορφές συνειδητότητας που επιτρέπουν τη διατήρηση του κοινωνικού ελέγχου από τις κυρίαρχες ομάδες.

Αν το σχολείο αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους με τον οποίο εγχαράσσεσαι η κυρίαρχη ιδεολογία στους μελλοντικούς πολίτες κι επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή των υφιστάμενων σχέσεων παραγωγής, τότε η διδασκαλία της Ιστορίας αποσκοπεί πρωτίστως στην καλλιέργεια και αναπαραγωγή της φαντασιακής συλλογικής ταυτότητας, αναγκαίας για τη σφυρηλάτηση των κοινωνικών δεσμών και την επίτευξη της κοινωνικής συνοχής. Η διδασκαλία της Ιστορίας και μάλιστα της εθνικής Ιστορίας στη σχολική εκπαίδευση υπηρετεί ιδεολογικούς σκοπούς και μετατρέπεται σε «θεραπαινίδα της εξουσίας», ώστε να επικυρώσει ως ορθές τις πολιτικές επιλογές παρέχοντας συνάμα το αναγκαίο πλαίσιο για τη νομιμοποίησή τους και τιθασεύοντας τις αντιγνωμίες που δεν συνάδουν με την εθνική ορθότητα.

Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας επιτρέπει την ερμηνεία του παρελθόντος και την επαναερμηνεία του σύμφωνα με τις ανάγκες του παρόντος αλλά και τα μελλοντικά σχέδια. Σε κάθε, όμως, επαναερμηνεία επιμελώς αποκρύπτεται ότι το παρελθόν υποτάσσεται στις ανάγκες της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας και η νέα επαναπροσέγγισή του παρουσιάζεται ως αντικειμενική και απροκατάληπτη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ιστορίες των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, στις οποίες η μαρξιστική προσέγγιση και ανάλυση των ιστορικών φαινομένων αντικαταστάθηκε από μία άλλη προσέγγιση, στην οποία προβάλλονται κυρίως τα δυτικά χαρακτηριστικά των κρατών αυτών, ώστε να δημιουργηθούν τα αναγκαία ιδεολογικά ερείσματα που δικαιολογούν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους και ευκολύνουν την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

IMAGE DESCRIPTIONΗ κάθε νέα επαναπροσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος αναγορεύεται και αυτή με τη σειρά της ως η μόνη «ιστορική αλήθεια», γεγονός επιτρέπει να διαιωνίζεται η επιβολή μιας μανιχαϊστικής και διχαστικής λογικής, μιας ασπρόμαυρης θέασης των ιστορικών υποκειμένων και πρόσληψης της ιστορικής πραγματικότητας μέσα από το δίπολο εχθρός-φίλος.Έτσι η Ιστορία μπορεί να είναι μόνο «ορθή ή «λαθεμένη». Σε αυτή την ιστορία είναι φυσικό να μην υπάρχει χώρος για τις εθνοτικές, τις πολιτισμικές τις φυλετικές και ταξικές διαφορές και τις δικές τους ιστορίες. Οι ασύμμετρες κοινωνικές,οικονομικές και πολιτικές σχέσεις αποσιωπούνται,ώστε το έθνος να παρουσιάζεται ως ομοιογενές και αρραγές, αλώβητο από τις διεκδικήσεις των ομάδων που δρουν στο εσωτερικό του, ακλόνητο από τους κραδασμούς των αντιτιθέμενων συμφερόντων.

Σταδιακά καθώς το παρελθόν των ομάδων αυτών παραδίδεται στη λήθη, γεννιέται η «εθνική συνείδηση», το αίσθημα του «συνανήκειν» και οικοδομείται η συλλογική ταυτότητα. Όπως άλλωστε παρατηρούσε και ο Ρενάν, η δημιουργία του έθνους συμπορεύεται με την επιλεκτική λήθη του παρελθόντος.

Ιδιαίτερα στην ελληνική ιστορία το έθνος ως συλλογικό υποκείμενο παρουσιάζεται άχρονο και αναλλοίωτο στο πέρασμα του χρόνου με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά που αποτελούν την ιδιαίτερη «ουσία» του τη μοναδική του «υπόσταση». Έτσι το έθνος «ουσιοποιείται», δεν υπόκειται σε αλλαγές, μετασχηματισμούς, ρήξεις και αλλοιώσεις και η πορεία του στους αιώνες παρουσιάζεται συνεχής και αδιάσπαστη. Η έκταση του ελληνικού έθνους στο χρόνο είναι αυτή που αποτελεί, σύμφωνα με την κυρίαρχη σχολική ιστοριογραφία, και το βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο θεμελιώνει την υπεροχή του και συγχρόνως καταδεικνύει την ανώτερότητά του απέναντι στα νεότευκτα έθνη.

Η εικόνα της ανωτερότητας του έθνους αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος. Την άλλη όψη, η οποία είναι εξίσου αναγκαία για την εδραίωση της θετικής αυτοεικόνας και την εμπέδωση του συναισθήματος της εθνικής περηφάνιας, αποτελεί η προσπάθεια απόδοσης αρνητικών χαρακτηριστικών στα αντίπαλα εθνικά κράτη. Οι λαοί των γειτονικών κρατών
φέρουν οιονεί εθνικά χαρακτηριστικά, εκ διαμέτρου αντίθετα με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού έθνους. Τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε αυτούς δε σχετίζονται με συγκεκριμένες πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές συγκυρίες αλλά απεναντίας θεωρούνται «φυσικά» και αναλλοίωτα.


Αλλά η ανάγκη επιβεβαίωσης της εθνικής εξύψωσης μέσα από το διπλό σχήμα της εθνικής ανωτερότητας και της υποτίμησης του «Άλλου» δεν είναι ίδιον μόνο του ελληνικού έθνους. Παρόμοιες τακτικές ακολουθούν και οι γειτονικοί εθνικισμοί, οι οποίοι επιδιώκουν να εγκολπωθούν ανάλογα χαρακτηριστικά προκειμένου να επιβεβαιώσουν κι αυτοί με τη σειρά τους υπεροχή τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της εργασίας του Μήλλα. Ο Μήλλας εξετάζει τα σχολικά βιβλία Ελλάδας και Τουρκίας αλλά και ιστοριογραφικά και λογοτεχνικά κείμενα. Οι εικόνες του «Άλλου» και τα εθνικά στερεότυπα είναι πανομοιότυπα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Ο «Άλλος», ανεξάρτητα από την εθνική του προέλευση, παρουσιάζεται ως βάρβαρος, βάναυσος και απολίτιστος,ικανός να διαπράξει αποτρόπαια εγκλήματα και θηριωδίες, κυρίως εις βάρος των ασθενέστερων ομάδων. Οι γυναίκες είναι τις περισσότερες φορές αμφιβόλου ηθικής ή όταν δε συμβαίνει αυτό υποκύπτουν στη γοητεία και την αρρενωπότητα των εθνικά αντίπαλων ανδρών, οι οποίοι τους παρέχουν ασφάλεια και σιγουριά. Ο εθνικός «εαυτός» είναι πάντα αξεπέραστο πρότυπο αρετής και ανδρείας αλλά και τιμιότητας και γενναιοδωρίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά δε συναρτώνται με συγκεκριμένες καταστάσεις,όπως για παράδειγμα η βιαιότητα με τις πολεμικές αναμετρήσεις ή η ηθική εξαχρείωση με την κοινωνική εξαθλίωση, αλλά επιδεικνύονται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ακόμα και σε περιόδους απουσίας έντονων εθνικών συγκρούσεων.

Οι στατικές αυτές εικόνες τόσο του «άλλου» όσο και του ιδίου του εθνικού «εαυτού» καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και τον τρόπο θέασης του κόσμου, τον τρόπο πρόσληψης και αποδοχής ή μη της ετερότητας. “Η εικόνα του «Άλλου» δεν είναι μια φωτογραφία”, σχολιάζει ο ίδιος ο συγγραφέας, αλλά “είναι μια κατασκευή, όπως ένας πίνακας ζωγραφικής, η οποία προδίδει το δημιουργό της. Η εικόνα είναι αυτό που φέρουμε μέσα μας. Δηλώνει τα γνωστικά μας όρια. Η εικόνα του «Άλλου» σχετίζεται με την ταυτότητά μας, με τον τρόπο που θέλουμε να είμαστε και αυτό συχνά δηλώνεται με το τι δεν θέλουμε να είμαστε: ο «Άλλος»”. Συνεπώς, η εικόνα του εθνικά «Άλλου» ως το ανεστραμμένο είδωλο του εθνικού εαυτού, είναι απαραίτητη και αναγκαία για τον αυτοκαθορισμό και την αυτοεπιβεβαίωση, καθώς στα θετικά χαρακτηριστικά του εθνικού «εαυτού» αντιστοιχούν πάντα τα αρνητικά του «Άλλου». Έτσι ο ηρωισμός της μιας πλευρά αντιστοιχεί στη δειλία της άλλης, ο πολιτισμός στη βαρβαρότητα και ο θύτης στο θύμα.

Κυρίως η θυματοποίηση αποτελεί βασικό ερμηνευτικό μοντέλο της ελληνικής ιστοριογραφίας, αφού οι γειτονικοί λαοί διαρκώς επιβουλεύονται τα εδάφη του ελληνικού έθνους και αρνούνται την αναγνώριση των δίκαιων δικαιωμάτων του στα εδάφη αυτά. Κύριοι υπεύθυνοι για τα δεινά και τις εθνικές καταστροφές είναι οι «Άλλοι», οι οποίοι στην προσπάθειά τους να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους καταπατούν τα ιστορικά «δίκαια» του ελληνικού έθνους.

Η προσπάθειά τους αυτή δεν εμφορείται μόνο από ιδιοτελή τους συμφέροντα αλλά και από τα «φυσικά» και αναλλοίωτα ,με το πέρασμα του χρόνου, χαρακτηριστικά τους. Οι γειτονικοί λαοί, κάτω από το πρίσμα αυτό, αντιμετωπίζονται ως προσωποποιημένες οντότητες με εγγενείς ιδιότητες και έμφυτα χαρακτηριστικά.

Η «φυσικοποποίηση»,όμως, των εθνικών χαρακτηριστικών ένθεν και ένθεν καταργεί στην ουσία κάθε έννοια ιστορικότητας, απογυμνώνει την ιστορία από το ίδιο το περιεχόμενό της, την ερμηνεία των συγκρούσεων, των αντιδικιών, των διαφωνιών ή των συμφωνιών και των συμπορεύσεων και εν τέλει τοποθετεί στο ιστορικό περιθώριο τα ιστορικά υποκείμενα. Η απόδοση κοινών χαρακτηριστικών σε εθνικές ομάδες συσκοτίζει τις ενδοεθνικές διαφοροποιήσεις,αντιπαλότητες και ανταγωνισμούς και καλλιεργεί το μύθο της εθνικής ομογένειας. Ο μύθος αυτός,όπως και όλοι οι μύθοι, βασίζεται σε καθολικά και απλοποιημένα σχήματα τα οποία πρωτίστως απευθύνονται στο συναίσθημα, γι’ αυτό και η πρόσληψή του είναι αμεσότερη και πιο εύληπτη.Τα σχήματα αυτά, εξαιτίας ακριβώς της απλοϊκότητας τους διαχέονται ευκολότερα στο κοινωνικό σώμα και παγιώνονται σε στερεότυπα και προκαταλήψεις,οι οποίες με τη σειρά τους διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση αλλά και την πολιτική στάση των ατόμων. Έρευνες έχουν, άλλωστε, αποδείξει ότι οι εθνικοί μύθοι που αναπαρήγαγαν, στα βιβλία ιστορίας, τα αρνητικά στερεότυπα συνετέλεσαν καθοριστικά στο ξέσπασμα των παγκοσμίων Πολέμων.

Εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι τα βιβλία Ιστορίας δεν αναπαράγουν απλά ιστορικές γνώσεις, δεν καλλιεργούν μόνο την ιστορική συνείδηση και ενίοτε την κριτική σκέψη αλλά επιτελούν και μια υψίστης σημασίας για την εθνική διαπαιδαγώγηση λειτουργία. Για τους λόγους αυτούς από τα πρώτα βήματα συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους εισάγεται η διδασκαλία της Ιστορίας στα σχολεία. Το 1836 εντάσσεται η ιστορία στο σχολικό πρόγραμμα και το 1881 η διδασκαλία του μαθήματος γίνεται υποχρεωτική στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Μετά το 1897, χρονιά κατά την οποία η εθνική «ανόρθωση» είναι αναγκαία μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο, ορίζεται ρητά ότι σκοπός της διδασκαλίας είναι η εθνική αγωγή.


Τρεις τύποι σιωπών

Η οικοδόμηση της αυτοεικόνας δεν επιτυγχάνεται μόνο με την απόδοση θετικών και «φυσικών» χαρακτηριστικών στον εθνικό εαυτό αλλά και με την αποσιώπηση εκείνων των ιστορικών γεγονότων, που μπορούν να την κηλιδώσουν και να θολώσουν το εξωραϊσμένο εθνικό είδωλο. Ο Μ. Ferro αναφερόμενος στις σιωπές της επίσημης ιστορίας παρατηρεί ότι αυτές «συνδέονται άλλοτε με τις απαιτήσεις του κρατικού συμφέροντος της νομιμότητάς του,άλλοτε με την ταυτότητα μιας κοινωνίας και την εικόνα του εαυτού της που θέλει να δώσει, οι σιωπές αυτές ρίχνουν έναν αιδήμονα πέπλο πάνω σε ορισμένα οικογενειακά μυστικά». Διακρίνει τρεις τύπους σιωπών.

Ο πρώτος τύπος συσκοτίζει ό,τι αναφέρεται στην καταγωγή των θεσμών, όπως η Εκκλησία, η Δυναστεία, το Κόμμα. Η αποσιώπηση των στοιχείων σχετικά με την καταγωγή των θεσμών αυτών και τον τρόπο από τον οποίο αντλούν τη νομιμότητά τους αποτρέπει κάθε προσπάθεια για αμφισβήτηση του κύρους και της αυθεντίας τους. Αντίθετα, επιτρέπει να παρουσιάζονται ως συνεχείς στο χρόνο και αρραγείς.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία ως στυλοβάτης του ελληνισμού χωρίς, όμως, να αναφέρεται ότι η νομιμοποίηση της εξουσίας της προέρχεται από τα προνόμια που απορρέουν από το οθωμανικό σύστημα διοίκησης των μιλλέτ.

IMAGE DESCRIPTIONΟ δεύτερος τύπος σιωπής είναι ευρύτατα διαδεδομένος στην κοινωνία και τα μέλη μοιράζονται «με μια δόση συνενοχής» τη σιωπή αυτή. Είναι η σιωπή γύρω από τις βιαιότητες και τις ακρότητες που διέπραξαν τα μέλη της εθνικής μας ομάδας έναντι του «Άλλου».

Ιδιαίτερα τα σχολικά βιβλία δεν αναφέρονται στις πράξεις αυτές που αμαυρώνουν την εξιδανικευμένη αυτοεικόνα και καταρρίπτουν το μύθο ότι η βαναυσότητα και η βαρβαρότητα είναι χαρακτηριστικά μόνο των αντιπάλων. Καμιά αναφορά δε γίνεται συγκεκριμένα στα σχολικά ελληνικά βιβλία για τις βιαιότητες των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών ή των Εβραίων κατά τη διάρκειας της κατάληψης της Τριπολιτσάς ή για την εχθρότητα με την οποία αντιμετώπισαν τους ντόπιους πληθυσμούς τα ελληνικά στρατεύματα κατά την προέλασή τους στη Μικρά Ασία.

Ο τρίτος τύπος σιωπής είναι «πολιτικός» και αναφέρεται στην άρνηση των ανθρώπων να θυμούνται τις ταπεινώσεις που υπέστησαν στο παρελθόν. Τα σχολικά εγχειρίδια βρίθουν από τέτοιου είδους σιωπές, καθώς οι λαοί που κατέκτησαν την Ελλάδα και η αντίστοιχη ιστορία τους ή η νικηφόρα προέλασή τους καταλαμβάνει ελάχιστο μέρος της διδακτέας ύλης. Η θέαση των εγγυτέρων «Άλλων», σχολιάζει η Κουλούρη, είναι «πρεσβυωπική». Αν και βρίσκονται δίπλα μας και η πολιτισμική όσμωση είναι αναντίρρητο γεγονός, σπάνια παρουσιάζονται οι κοινές πολιτισμικές καταβολές ή ακόμα οι παρεμφερείς πολιτικές ή κοινωνικές εξελίξεις. Εμφανίζονται στα σχολικά βιβλία μόνο όταν διεκδικούν τα ίδια εδάφη με μας, όταν ο εθνικισμός τους και ο μεγαλοϊδεατισμός τους έρχεται αντιμέτωπος με το δικό μας, γι’ αυτό και πάντα παρουσιάζονται ως εχθροί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στις κοινές πολιτισμικές καταβολές των βαλκανικών λαών καθώς επίσης και στις επιρροές που άσκησε ο οθωμανικός πολιτισμός στον ελληνικό. Η μακρόχρονη συμβίωση ήταν αδύνατο να μην άφησε κάπου ίχνη της,
παρ΄ όλα αυτά η όποια επιρροή θεωρείται εκ προοιμίου αρνητική, αφού η οθωμανική κατάκτηση παρουσιάζεται αρχικά σαν να απέσπασε την Ελλάδα από την Ευρώπη και στη συνέχεια να κηλίδωσε την μοντέρνα Ελλάδα με την «Ανατολικότητα».


Το πέπλο σιωπής καλύπτει,επίσης, και ό,τι προκαλεί ρωγμές στην ομογενοποιημένη εθνική εικόνα, ό,τι δηλαδή δε συνάδει με την κυρίαρχη ελληνορθόδοξη ταυτότητα, ο,τιδήποτε διασαλεύει τη γλωσσική καθαρότητα και ομοιομορφία. Θρησκευτικές μειονότητες, όπως οι Εβραίοι ή οι μουσουλμάνοι, γλωσσικές μειονότητες,όπως οι Σλαβομακεδόνες, δεν αναφέρονται στα σχολικά βιβλία ή όταν αναφέρονται, το πέρασμά τους είναι τόσο σύντομο και αποσπασματικό, ώστε εύκολα μπορούν να παραδοθούν στη λήθη.

Οι ένοχες σιωπές και οι σκόπιμες παραλείψεις, εξιδανικεύοντας το παρελθόν και συσκοτίζοντας τις διαφορές, ενισχύουν τον εθνοκεντρικό χαρακτήρα του μαθήματος, ενδυναμώνουν την εθνική ταυτότητα, καλλιεργούν τον «εθνικό φρονηματισμό» αλλά σίγουρα δεν καλλιεργούν το σεβασμό της ετερότητας και αποτελούν πρόσφορο έδαφος για την απαξίωση ή τη δαιμονοποίηση του «Άλλου».


«Αντικειμενική Ιστορία» ή «Ιστορία ως κατασκευή»

Προσφορότερος τρόπος για την επίτευξη του «εθνικού φρονηματισμού» είναι να παρουσιάζεται η σχολική ιστορία ως αντικειμενική, ώστε να κάμπτει τις τυχόν αμφιβολίες και τις αμφισβητήσεις και να μη γεννά ερωτήματα. Για το λόγο αυτό οι συγγραφείς επιλέγουν την τριτοπρόσωπη αφήγηση για την εξιστόρηση των γεγονότων. Η χρήση της τριτοπρόσωπης αφήγησης δημιουργεί την πλαστή εντύπωση ότι οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες του ιστορικού καθώς και η ιδεολογική του συγκρότηση δεν επηρεάζουν το συγγραφικό του έργο. Επιπρόσθετα η τριτοπρόσωπη αφήγηση προσιδιάζει σε έναν παντογνώστη αφηγητή με «πανοπτική γωνία θέασης», δίνοντας με τον τρόπο αυτό την εντύπωση ότι «ουδέν κρυπτό» στον ιστορικό. Η ιστορική συγγραφή παρουσιάζεται ως αμερόληπτη και απροκατάληπτη,ως η μία και μοναδική αλήθεια, η οποία συγκροτείται με βάση τα αδιάσειστα στοιχεία του παρελθόντος.

Συχνά η ιστορική αφήγηση διανθίζεται με συναισθηματικές αποχρώσεις και το ύφος αποκτά μια λογοτεχνική χροιά, ώστε εκτός από το γνωστικό επίπεδο να λειτουργεί παράλληλα και στο συναισθηματικό και τα αποτελέσματά της να είναι διαρκέστερα. Όμως, η λογοτεχνίζουσα αυτή αφήγηση συν τω χρόνω φθίνει και η τριτοπρόσωπη αφήγηση διεκδικεί τα σκήπτρα της αξιολογικής ουδετερότητας. Η ουδετερότητα αυτή, όμως, ουσιαστικά είναι κατ΄ επίφαση,αφού κάτω από τον απρόσωπο λόγο επιδιώκει ο ιστορικός να κρύψει την προσωπική του πολιτική τοποθέτηση.

Η επίπλαστη αντικειμενικότητα επιτυγχάνεται παράλληλα και με την παρουσίαση του ιστορικού χρόνου ως ουδέτερου, ως μία φυσικής και καθολικής κατηγορίας, ανεξάρτητου από την οπτική γωνία των ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα. O ιστορικός χρόνος παρουσιάζεται ως ομοιογενής και γραμμικός, ευεπίφορος σε αυθαίρετες κατατμήσεις με κριτήριο τη διαδοχή στα πολιτικά αξιώματα. Ο χρόνος, όμως, προσδιορίζεται κοινωνικά, νοηματοδοτείται δηλαδή με βάση τις ανάγκες, τις αξίες και τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε κοινωνικού συνόλου που τον μεταπλάθει και τον εσωτερικεύει. Ο χρόνος είναι σύμβολο, αναπαραγωγή πεποιθήσεων ή ιδεολογιών. Ο χρόνος ως υποκειμενικό βίωμα αλλά και ως κοινωνική κατασκευή δεν έχει την ίδια διάρκεια, άλλοτε είναι αργός και άλλοτε γοργός. Η διάκριση ανάμεσα στο γοργό ιστορικό χρόνο των πολιτικών γεγονότων και στον αργόσυρτο χρόνο των κοινωνικών και κυρίως πολιτισμικών φαινομένων απουσιάζει κατά την ανάλυση των ιστορικών γεγονότων, αν και η εφαρμογή της μπορεί να αναδείξει διαφορετικές αιτιακές σχέσεις.

Επιπρόσθετα η εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων με τη μορφή της αφήγησης ή άλλοτε της περιγραφής, χωρίς μεταγνωστικά σχόλια και κυρίως χωρίς επιχειρηματολογία, αποκρύπτει την οφειλή των ιστορικών στις πηγές και την ουσιαστικά υποκειμενική επιλογή των ιστορικών πηγών. Υπονοεί ότι το παρελθόν είναι διαθέσιμο κατά τρόπο αντικειμενικό κι ότι ο ιστορικός το φωτογραφίζει, το αναπαριστά, χωρίς να διαμεσολαβεί ανάμεσα σε αυτό και την αφήγηση.

Ο ιστορικός λόγος, όμως δεν φωτογραφίζει το παρελθόν αλλά το ανασκευάζει, διαμεσολαβεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν αποτελεί έκφραση του διαλόγου ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ενός διαλόγου που διαρκώς ανανεώνεται και ουδέποτε εξαντλείται. Ο ιστορικός συνομιλεί με το παρελθόν μέσω των πηγών και οι απαντήσεις που παίρνει από αυτό καθορίζονται από τις ερωτήσεις που θέτει. Η ιδεολογική του συγκρότηση, οι πολιτικές του επιλογές του γεννούν ερωτήματα, την απάντηση των οποίων αναζητά στις πηγές. Όμως οι πηγές ούτε ουδέτερες είναι ούτε δίνουν πάντα τις ίδιες απαντήσεις. Ο ιστορικός επιλέγει τις πηγές του με βάση τους προσωπικούς του προβληματισμούς, αναζητήσεις και ευαισθησίες.

Η επιλογή των πηγών δεν καθορίζεται μόνο από τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του ιστορικού ή την επιστημονική μεθοδολογία που προτίθεται να ακολουθήσει αλλά και από μια άρρητη αλλά παγιωμένη και ευρέως διαδεδομένη στην επιστημονική κοινότητα αξιολόγηση των πηγών, μια ιεραρχική οργάνωση των πηγών που είναι αντανάκλαση των σχέσεων εξουσίας. Τα ιερά κείμενα και ο σχολιασμός τους καταλαμβάνουν την πρώτη θέση σε αυτή την ιεραρχική οργάνωση και ακολουθούν τα δημόσια έγγραφα, ο τύπος, τα γραπτά επώνυμων και ανώνυμων μαρτύρων. Τα τραγούδια, οι εικόνες, οι κινήσεις, ο κινηματογράφος, η προφορική ιστορία θεωρούνται ήσσονος σημασίας πηγές και σπάνια ανατρέχουν οι ιστορικοί σε αυτές.

Η εντρύφηση των ιστορικών μόνο στις υψηλά ιεραρχούμενες πηγές συνέβαλε στην αναπαραγωγή της ιδεολογίας των κυριάρχων ομάδων, αφού κατά κύριο λόγο αυτές ήταν και οι συγγραφείς των πηγών αυτών. Οι πηγές, όπως ο χορός, το τραγούδι, η ζωγραφική, προφορικός λόγος, οι οποίες κατέγραφαν τα βιώματα των κοινωνικών τάξεων και των μειονοτικών ομάδων, που δεν εκπροσωπούνταν στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και κατ΄ επέκταση οι απόψεις τους δεν καταγράφονται στα «ιερά κείμενα», στα δημόσια έγγραφα, θεωρήθηκαν αναξιόπιστες και μη έγκυρες. Η μελέτη των πηγών αυτών,όπως στην περίπτωση της μουσικής στη Δ. Μακεδονία, φωτίζει τους τρόπους με τους οποίους το επίσημο κράτος επεδίωξε να αφομοιώσει τις ετερόγλωσσες μειονότητες.

Συνεπώς, η επιλογή ανάμεσα στα διαφορετικά είδη πηγών αναδεικνύει και διαφορετικές όψεις του παρελθόντος, φωτίζει τη δράση συχνά αφανών ιστορικών υποκειμένων, φέρει στην επιφάνεια λανθάνουσες αιτιακές σχέσεις και συσχετίσεις. Τα ποικίλα είδη πηγών μπορούν να αποτελέσουν τις πολύχρωμες ψηφίδες, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εναργή ανασύνθεσή του. Αντίθετα η απόκρυψη των κριτηρίων με τα οποία ο ιστορικός επιλέγει τις πηγές καθιστά τις προθέσεις του αδιαφανείς και καθιστά εύκολη την ποδηγέτηση της ιστορίας στο άρμα της πολιτικής εξουσίας.

Συγκεκριμένα στα σχολικά βιβλία οι ιστορικές πηγές σπάνια παρατίθενται κι όταν υπάρχουν, λειτουργούν προς επίρρωση των γραφομένων. Η παράθεσή τους αποσκοπεί να τεκμηριώσει την ορθότητα των ιστορικών γεγονότων που εξιστορούνται και να ενισχύσει την αντικειμενικότητα της. Συχνά στοχεύουν στο συναίσθημα των μαθητών, παραθέτοντας μαρτυρίες πρωταγωνιστών στα ιστορικά γεγονότα, οι οποίες είτε διεκτραγωδούν με μελανά χρώματα τις συμφορές του έθνους είτε παρουσιάζουν πρότυπα ηρωισμού και γενναιότητας. Και σε αυτή την περίπτωση αποσιωπούνται τα κριτήρια στα οποία βασίστηκε η επιλογή των συγκεκριμένων πηγών, ενώ απουσιάζει παντελώς η παράθεση αντικρουόμενων ή αλληλοαναιρούμενων πηγών, ώστε να κατανοήσει ο μαθητής ότι η εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων εξαρτάται από την οπτική γωνία θέασης των συμμετεχόντων σε αυτά.

Η απουσία εναλλακτικών πηγών καλλιεργεί στους μαθητές την εντύπωση της μίας και μοναδικής ιστορικής αλήθειας, η αμφισβήτηση της οποίας αποτελεί εθνικό ολίσθημα. Ο εθισμός σε έναν μονολιθικό τρόπο σκέψης αμβλύνει την κριτική σκέψη και εξασθενεί την ιστορική συνείδηση.

Αν επιθυμητό στη σχολική εκπαίδευση είναι η ενδυνάμωση της πνευματικής εγρήγορσης και οξύνοιας των μαθητών τότε η έμφαση στη διδασκαλία της Ιστορίας πρέπει να δοθεί στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται η ιστορία, στις ιστορικές μεθόδους με τις οποίες το ιστορικό συμβάν μετασχηματίζεται σε ιστορικό γεγονός και στις πολλαπλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του παρελθόντος.

Η Ιστορία αποτελεί διανοητική κατασκευή. Το παρελθόν είναι παρελθόν. Δεν έχει πλέον πραγματική υπόσταση. Δεν υπάρχουν παρά ίχνη του. Και όποια και να είναι η αυθεντικότητα των καταλοίπων του, καθώς η μεθοδολογική αυστηρότητα της εργασίας του ιστορικού, η ιστορία είναι φόρου υποτελής στο εκάστοτε παρόν. Δεν εκφράζει παρά μια σχέση παρόντος-παρελθόντος, μια σχέση φαντασιακή, δηλαδή νοητική.

Η υποτέλεια της Ιστορίας στις ανάγκες και τις σκοπιμότητες του παρόντος αίρει κάθε αξίωση για απόλυτη αντικειμενικότητα και χωρίς να καταλήγει σε έναν ακραίο και υπερβολικό σχετικισμό θέτει τις βάσεις για το συνεχές ξαναγράψιμο της Ιστορίας με βάση τις ανάγκες και τα ερωτήματα της κάθε νέας γενιάς, χωρίς ιδεολογικές φαλκιδεύσεις και αγκυλώσεις. Άλλωστε οι αλήθειες των προσεγγίσεων της ιστορίας είναι άπειρες.


Το κοινό τρίπτυχο κατά τη συγγραφή των βιβλίων:
Γεγονοτολογική αφήγηση, χρονολογική ακολουθία και εμβληματικές προσωπικότητες.
Η «ιζηματώδης προσέγγιση» της Ιστορίας


Αν και τα σχολικά βιβλία γράφονται και ξαναγράφονται με βάση τις ανάγκες του εκάστοτε παρόντος αλλά και τις μελλοντικές πολιτικές επιδιώξεις και στοχεύσεις παρουσιάζουν έναν κοινό πυρήνα στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το ιστορικό παρελθόν. Αρχικά ο πυρήνας αυτός διαμορφώνεται από το είδος των πηγών, στο οποίο αναδιφούν οι συγγραφείς των σχολικών εγχειριδίων. Οι πηγές από τις οποίες αντλούν το ιστορικό υλικό τους είναι πρωτίστως τα επίσημα δημόσια έγγραφα, τα κρατικά και στρατιωτικά αρχεία, ο τύπος της μελετώμενης εποχής και οι μαρτυρίες των επώνυμων πρωταγωνιστών. Ένας επιπρόσθετος παράγοντας που επικαθορίζει τον τρόπο συγγραφής των βιβλίων είναι η κρατική χρηματοδότησή τους, είτε η συγγραφή τους γίνεται με απευθείας ανάθεση από το Υπουργείο Παιδείας είτε με διαγωνισμό.

Από τη στιγμή που εισάγεται το μάθημα της Ιστορίας στη σχολική εκπαίδευση, το υπουργείο Παιδείας καθορίζει με αυστηρότητα και σχολαστικότητα το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων και των ίδιων των βιβλίων. Θέτει, επίσης, με ευκρινή τρόπο τους διδακτικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν με τη διδασκαλία του κάθε μαθήματος, χωρίς να αφήνει περιθώρια για παρεκκλίσεις ή προσωπικές παρεμβάσεις.

Έτσι η Ιστορία που παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία αναπαράγει την επίσημη, κυρίαρχη άποψη για τα ιστορικά γεγονότα, ιδωμένα μέσα από ένα εθνοκεντρικό πρίσμα και υποταγμένα σε πολιτικές σκοπιμότητες.

Τέλος η ηλικία του αναγνωστικού κοινού θέτει τους δικούς της περιορισμούς. Η ανάγκη να προσαρμοστεί το περιεχόμενο στις αντιληπτικές και νοητικές ικανότητες των ανήλικων αναγνωστών και να παρουσιαστεί ένας τεράστιος όγκος ιστορικών γεγονότων σε ένα ευσύνοπτο χρονικό διάστημα οδηγεί σε απλοποιήσεις, γενικεύσεις και σχηματοποιήσεις. «Η ιστορία ακόμα και όταν προχωρεί σε βαθύτερη ανάλυση δεν μπορεί να τα πει όλα», σχολιάζει ο Peyrot. «Μοιραία μεροληπτεί».

Οι τρεις αυτοί παράγοντες που με λανθάνοντα ή μη τρόπο εμπλέκονται στη συγγραφή των σχολικών απολήγουν σε ένα κοινό τρίπτυχο: γεγονοτολογική αφήγηση, χρονολογική ακολουθία και εμβληματικές προσωπικότητες.

Η γεγονοτολογική αφήγηση, ανεξάρτητα από την ηλικία του αναγνωστικού κοινού στο οποίο απευθύνεται,θεωρείται ο προσφορότερος τρόπος για την εξιστόρηση των γεγονότων. Ακολουθώντας τις θεωρίες του Piaget για τα στάδια νοητικής ανάπτυξης των παιδιών, οι ιστορικοί συγγράφουν τα σχολικά βιβλία αποδεχόμενοι την άποψη ότι τα παιδιά δεν είναι ικανά να αναπτύξουν την ιστορική σκέψη και να σταθούν κριτικά στο παρελθόν. Η εξιστόρηση των γεγονότων δεν απαιτεί τον κριτικό διάλογο με το ιστορικό κείμενο, την εντρύφηση σε διαφορετικές πηγές, την αμφισβήτηση της ιστορικής αλήθειας.

Αντίθετα εστιάζει σε κομβικής σημασίας, για την οικοδόμηση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της διδασκόμενης ιστορικής περιόδου, χωρίς να αναδεικνύει τις αιτιακές σχέσεις, τις μεταξύ τους συνδέσεις και τις πολύπλοκες διαδικασίες που τα δημιούργησαν. Τα γεγονότα παρουσιάζονται σαν να ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη κατεύθυνση που οδηγεί νομοτελειακά στην εξέλιξη και στην πρόοδο.

Η αφήγηση των γεγονότων, χωρίς να παρατίθενται οι αλληλοσυγκρουόμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις για αυτά, οι αντικρουόμενες εκδοχές για τον τρόπο που συνέβησαν, ανάγει το ιστορικό κείμενο σε θέσφατο, σε κανόνα για την αποδοχή ή απόρριψη της αλήθειας των άλλων. Παγιώνει μια μονολιθική προσέγγιση του παρελθόντος, σύμφωνα με την οποία το παρελθόν θεωρείται στατικό, μη υποκείμενο σε αλλαγές και σε διαφορετικές προσεγγίσεις.

Η παρουσίαση του παρελθόντος μέσα από την απαρίθμηση των πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων οδηγεί τους μαθητές να το προσεγγίσουν μέσα από τον άγονο εγκυκλοπαιδισμό και τη στείρα αποστήθιση. Το παρελθόν δεν είναι ανοικτό στις δικές τους ερμηνείες, δεν τους δίνει, μέσα από ποικίλες και αντιφατικές πηγές, τα κλειδιά να το ξεκλειδώσουν, αλλά είναι προσβάσιμο μόνο στους ειδικούς. Οι μαθητές μπορούν να επαναλαμβάνουν τον ιστορικό λόγο, χωρίς πάντα να είναι αναγκαία η κατανόηση του ή να τον χρησιμοποιούν προς επίρρωση ή και επιβεβαίωση των εθνικών στερεοτύπων.

Η αφήγηση των πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων συνάδει με την παρουσίασή τους ως χρονική ακολουθία. Τα γεγονότα αυτά χαρακτηρίζονται από το Braudel ως «αφρός της ιστορίας», γιατί ο χρόνος τους είναι γοργός. Η μακρά διάρκεια, ο αργόσυρτος χρόνος των πολιτισμικών και κοινωνικών διαδικασιών απουσιάζει. Αντίθετα κυριαρχεί η γραμμική και κυκλική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Η αντίληψη αυτή εκβάλλει σε δύο ιδεολογικές συνισταμένες, αφενός στο προοδοκεντρικό μοντέλο, το οποίο ακολουθεί απαρέγκλιτα το υποστασιοποιημένο έθνος κι αφετέρου στη σύλληψη της Ιστορίας ως μέσο εθνικού φρονηματισμού και διδαχής. Η γραμμική αντίληψη του χρόνου δεν συμβαδίζει με τα πισωγυρίσματα, τις καθυστερήσεις και τη στασιμότητα. Το έθνος, άλλοτε επιταχύνοντας και άλλοτε ασθμαίνοντας, ακολουθεί την πορεία των αναπτυγμένων εθνών και ενίοτε προπορεύεται. Ανεξάρτητα από την εκάστοτε συγκυρία ή τις κοινωνικές δυνάμεις και τα ιστορικά υποκείμενα ακολουθεί προδιαγεγραμμένη πορεία προς το μέλλον. Συνάμα η κυκλική αντίληψη του χρόνου αναγορεύει την «Ιστορία σε διδάσκαλο βίου».

Η Ιστορία μπορεί να διδάξει, να φρονηματίσει και σε αρκετές περιπτώσεις να κατηχήσει. Η αντίληψη αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη τόσο στους διδάσκοντές όσο και στο κοινωνικό σύνολο, ώστε συχνά η διδασκαλία της Ιστορίας να θεωρείται ως αναγκαία προϋπόθεση για την αποφυγή των λαθών και των ατοπημάτων του παρελθόντος. Η αντίληψη αυτή βασίζεται κυρίως στην πίστη ότι η σταθερότητα της ανθρώπινης φύσης, επιτρέπει στο παρελθόν να λειτουργήσει ως ηθικός οδηγός για το παρόν και το μέλλον.

IMAGE DESCRIPTIONΗ ανθρώπινη φύση, όμως, δεν είναι ούτε αμετάβλητη και αναλλοίωτη αλλά διαμορφώνεται από την εκάστοτε πολιτική, οικονομική και πολιτιστική συγκυρία. Ουσιαστικά η ανιστορική αυτή αντίληψη, που περιφρονεί τη μελέτη των αργόσυρτων κοινωνικών και πολιτισμικών μετασχηματισμών, παραγνωρίζει τη μεταβλητότητα της ανθρώπινης φύσης κι αγνοεί τις ποικίλες διαστάσεις στην υποκειμενική βίωση του χρόνου, αποτελεί την πεμπτουσία της στοχοθεσίας στη σχολική διδασκαλία. Ο Μαρξ μάλιστα χαρακτηρίζει τη χρησιμοποίηση εικόνων από το παρελθόν για τη προβολή τους στο μέλλον ως «ιδεολογική διαδικασία ιστορικής νεκρομαντείας».

Ταυτόχρονα η περιοδολόγηση που ακολουθείται στα σχολικά βιβλία, υποβάλλει την αίσθηση της αδιάλειπτης ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους, αφού ακολουθείται σε όλες τις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας σχολικής εκπαίδευσης η τρίσημη διαίρεση του Κ. Παπαρρηγόπουλου, η οποία εισήχθηκε στη σχολική εκπαίδευση το 1886. Σύμφωνα με τη διάκριση αυτή η ελληνική ιστορία χωρίζεται σε ιστορία των αρχαίων, μέσων και νεοτέρων χρόνων. Το σχήμα αυτό καθώς και το επίθετο που προσδιορίζει την διδακτέα Ιστορία, το ελληνική, υπονοεί ότι και οι έννοιες Έλληνες, Ελληνισμός προϋπήρχαν από αρχαιοτάτων χρόνων και δεν δημιουργήθηκαν μαζί με τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους κι ότι το περιεχόμενό τους παραμένει το ίδιο και δεν νοηματοδοτείται και ανανοηματοδοτείται ανάλογα με την εκάστοτε ιστορική συγκύρια.

Συμπληρωματικά με τη λειτουργία του εθνικού φρονηματισμού, που επιτελεί ο τρόπος σύλληψης του χρόνου στη σχολική ιστορία, λειτουργούν κι οι εμβληματικές προσωπικότητες. Αν τα λάθη
του παρελθόντος είναι πρότυπα προς αποφυγή, η παρουσίαση εξεχουσών προσωπικοτήτων παρέχει τις περισσότερες φορές πρότυπα προς μίμηση και παραδειγματισμό.

Οι ιστορικές προσωπικότητες που παρελαύνουν στα σχολικά βιβλία αντλούνται από την πολιτική και στρατιωτική ιστορία. Είναι εξέχοντες πολιτικοί, στρατιωτικές μεγαλοφυίες ή πνευματικοί δημιουργοί που σημάδεψαν με τη δράση τους, τις ιδέες τους την εποχή τους και συνέβαλαν με ουσιαστικό τρόπο στην πρόοδο του ελληνικού έθνους. Το έργο και η δράση τους υπερτονίζονται τόσο ώστε να θεωρούνται ως δημιουργοί των ιστορικών γεγονότων, ως «πλάστες της ιστορίας».

Παράλληλα το έργο των ατόμων αυτών επιβεβαιώνει τις εθνικές αρετές. Τα συλλογικά υποκείμενα δεν εμφανίζονται συχνά στα εγχειρίδια κι όταν εμφανίζονται έχουν την πολυδιάστατη μορφή του λαού. Η έννοια λαός σημαίνει ταυτόχρονα το σύνολο των ατόμων που ανήκουν στην εθνική κοινότητα αλλά και το σύνολο των ατόμων που δεν ασκούν εξουσία. Έτσι η συμμετοχή στον αγώνα της ανεξαρτησίας, στους απελευθερωτικούς πολέμους, γίνεται από το λαό, που σύσσωμος επιδιώκει τα «εθνικά δίκαια και συμφέροντα». Ο λαός, όταν δεν εξυψώνεται στο δημιουργό του εθνικού μεγαλείου και το συνδημιουργό του εθνικού πεπρωμένου απαξιώνεται, θεωρούμενος ως «απλή βιομάζα » ή ως «πειθαρχημένος στρατός» έτοιμος να υπηρετήσει τις εθνικές επιταγές,οι οποίες συχνά υπαγορεύονται από την κυρίαρχη κοινωνική τάξη.

Οι ταξικές διαφοροποιήσεις,οι ποικίλες ιδεολογικές αποχρώσεις του και οι φυλετικές διακρίσεις εντός του λαού δεν αναφέρονται και ο λαός νοείται πάντοτε ως ενιαίο, συμπαγές και αδιαφοροποίητο σώμα πολιτών. «Η θεσμική ιστορία » παρατηρεί ο M. Ferro, «παίρνει υπόψη της τις διαφορετικές εθνικές ή πολιτικές κοινότητες μόνο από τη στιγμή που εντάσσονται στο κράτος που τις απορροφά».

Με την αποσιώπηση των συγκρούσεων και των διαφωνιών εντός της αφηρημένης και της «ουδέτερης» έννοιας του λαού γεννιέται η «εθνική συνείδηση», οικοδομείται η πολυπόθητη «εθνική ενότητα». Η εθνική ενότητα είναι η απώτερη επιδίωξη, η οποία πιστεύεται ότι συντελεί στην αέναη εθνική πρόοδο και ανάταση, γι’ αυτό στο βωμό της πρέπει να θυσιαστούν όχι μόνο οι προσωπικές φιλοδοξίες και τα ιδιοτελή συμφέροντα αλλά και οι ταξικές, φυλετικές και εθνοτικές διεκδικήσεις. Οι αγώνες των ομάδων αυτών, όταν δεν καλύπτονται με το πέπλο της λήθης, θεωρούνται ότι διασαλεύουν την έννοια της εθνικής ενότητας, υπονομεύουν τις εθνικές διεκδικήσεις, υποκινούνται από ξένα συμφέροντα κι όχι λίγες φορές οι συγκρούσεις των ομάδων αυτών με τους κατέχοντες την εξουσία ταυτίζονται με τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος θα πρέπει να είναι πάντα αποφευκτέος και καταδικαστέος από όλους.

«Αόρατες» για τη μεγάλη εθνική αφήγηση δε γίνονται μόνο οι διεκδικούσες κοινωνικές ομάδες ή μειονότητες αλλά και κάθε γεγονός που δεν τελείται στο κέντρο ή δε σχετίζεται με τα κέντρα λήψης αποφάσεων. Τα τοπικά συμβάντα, η καθημερινή ζωή και οι μικροειδήσεις παραλείπονται ως ανάξια λόγου και ήσσονος σημασίας. Η ζωή,οι έγνοιες, οι συνήθειες των απλών ανθρώπων, οι οποίες άλλωστε είναι κοινές στους περισσότερους γειτονικούς λαούς, ωχριούν μπροστά στα εθνικά προβλήματα. Για άλλη μια φορά επιλέγεται και καταγράφεται ως αξιομνημόνευτο ιστορικό γεγονός ό,τι διαχωρίζει τον εθνικό εαυτό από τον «Άλλο», ό,τι ενισχύει τη διάζευξη εχθρός-φίλος και παραμερίζεται ό,τι ενώνει και αναδεικνύει τις ομοιότητες των λαών.

Η συνειδητή προσπάθεια για την ομογενοποίηση εντός του εθνικού συνόλου αμβλύνει τη διαφορά ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους κυβερνώμενους με αποτέλεσμα για τις εθνικές συμφορές και λάθη να ευθύνεται συνολικά ο λαός και ιδιαίτερα τα «εθνικά» του χαρακτηριστικά. Σύνηθες είναι παράδειγμα των εμφύλιων σπαραγμών, αίτιο των οποίων είναι πάντα η εγγενής στο ελληνικό έθνος διχόνοια. Αντίθετα για τα μεγαλεπήβολα έργα υπεύθυνοι είναι οι ρηξικέλευθοι πολιτικοί, οι οξύνοες στρατιωτικοί και εν γένει οι διορατικοί άρχοντες.

Η άμβλυνση των πολιτικών, κοινωνιών και οικονομικών διαφορών ανάμεσα στους άρχοντες και τους αρχόμενους συσκοτίζει και τις αντιπαραθέσεις, τις αντιγνωμίες που υπάρχουν και σε όσα έθνη-κράτη θεωρούνται, από την πολιτική ηγεσία, εχθρικά. Ως ομογενοποιημένος αντιμετωπίζεται και ο «άλλος», ώστε η στοχοποίησή του να καθίσταται ευκολότερη και να αίρονται οι όποιες αμφιβολίες για την πολιτική που ακολουθείται.

Η κυρίαρχη λογική πάνω στην οποία στηρίζεται η επιλογή, η παρουσίαση και χρονολόγηση των ιστορικών γεγονότων στα σχολικά βιβλία παρομοιάζεται από τον Lee ως «ιζηματώδης προσέγγιση», με την οποία οι μαθητές συσσωρεύουν γνώση για τις περιόδους τη μία μετά την άλλη, καθώς περνούν από τη μία σχολική τάξη στην άλλη ή απλώς με την προσέγγιση περιλήψεων σχολικής ιστορίας κατά τη διάρκεια της σχολικής εκπαίδευσής τους». Παρ΄ όλα αυτά,επειδή η προσέγγιση αυτή συνταυτίζεται με την ιδεολογική στοχοθεσία της διδασκαλίας του μαθήματος στα σχολεία, δηλαδή με τη εγχάραξη της εθνικής συνείδησης, την πολιτισμική ομογενοποίηση των μαθητών και την καλλιέργεια κοινής εθνικής συνείδησης, ακολουθείται απαρέγκλιτα σε όλα τα αναλυτικά προγράμματα.


Σχολική Ιστορία και «δημόσια Ιστορία»

Το σχολικό βιβλίο είναι επενδυμένο με υπερβολικές φιλοδοξίες σχετικά με το έργο του εθνικού φρονηματισμού, που επιτελεί, αφού ο λόγος για την ιστορία δεν αρθρώνεται μόνο από τους επιστήμονες ιστορικούς αλλά και από τους απλούς πολίτες. Σε αντίθεση με τις θετικές επιστήμες στις οποίες μόνο ο λόγος των ειδημόνων θεωρείται αξιόπιστος και έγκυρος, στην ιστορία ο λόγος των μη ειδημόνων διεκδικεί κι αυτός σθεναρά την ορθότητα της ιστορικής γνώσης. Ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες όλο και περισσότεροι θρησκευτικοί, πολιτικοί ή και πολιτιστικοί φορείς αρθρώνουν έναν λόγο για την Ιστορία, συχνά διεκδικώντας να καθορίσουν και το ίδιο το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων. Το ατύχημα είναι ότι και συχνά το κατορθώνουν.

Αρχικά η Ιστορία ως βιωμένη μνήμη αφορά τους πάντες. Η μνήμη, φορτισμένη συναισθηματικά τις περισσότερες φορές από οδυνηρές εμπειρίες και αγκυλωμένη στις διαψεύσεις, είναι συνυφασμένη με την προσωπική τους Ιστορία, την τοπική τους αλλά και συχνά με την εθνική Ιστορία. Ως ενεργοί συμμετέχοντες στα ιστορικά γεγονότα του κοντινότερου παρελθόντος ή ακόμη ως εξ αποστάσεως παρατηρητές, τα άτομα διεκδικούν όχι μόνο να εκφέρουν γνώμη για αυτό αλλά συνάμα να θεωρηθεί η δική τους οπτική ως η μόνη αυθεντική και αληθινή. Η οικειότητα αυτή με το παρελθόν πιστεύουν ότι τους δίνει το απαραβίαστο δικαίωμα να σχολιάζουν όσα λέγονται και γράφονται για τον τρόπο που διαδραματίστηκαν τα ιστορικά γεγονότα.

Οι προσωπικές αφηγήσεις των μεγαλυτέρων, συναισθηματικά φορτισμένες, αναπαράγονται μέσα στο οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και αποτελούν την πρώτη επαφή με το παρελθόν. Οι πρώτες αυτές ιστορικές γνώσεις θα επηρεάσουν στη συνέχεια καταλυτικά τον τρόπο πρόσληψης ή απόρριψης των ιστορικών γνώσεων που παρέχονται στο σχολείο. Τα παιδιά έρχονται στο σχολείο με προδιαμορφωμένα νοητικά σχήματα, με προϋπάρχουσες γνώσεις και γι’ αυτό πεισματικά αρνούνται να αποδεχθούν ό,τι αντιβαίνει τις εξιστορήσεις των οικείων και να σταθούν κριτικά απέναντι σε αυτές, γεγονός που δυσχεραίνει την μετάπλαση των πρώτων ιστορικών πληροφοριών σε έγκυρες ιστορικές γνώσεις.

Δεν ταυτίζουν, όμως, μόνο τα παιδιά την Ιστορία με τη μνήμη των οικείων τους αλλά πλειστάκις η συλλογική μνήμη ταυτίζεται με την Ιστορία. H συλλογική μνήμη, όπως συχνά συμβαίνει και με την ατομική, δεν είναι μια πιστή αντανάκλαση του παρελθόντος αλλά διυλίζεται, ώστε να επιτελέσει κάθε φορά και έναν διαφορετικό σκοπό. Άλλοτε λειτουργεί θεραπευτικά και θωπευτικά, ως παραμυθία και παρηγοριά, όταν απαλύνει τις σκληρές και αποτρόπαιες στιγμές, ώστε το άτομο ή το έθνος να συνεχίσει την πορεία του χωρίς τύψεις ή αισθήματα ταπείνωσης. Άλλοτε εξιδανικεύει ή ωραιοποιεί το παρελθόν, όταν επιζητά αντισταθμίσματα για ένα ζοφερό παρόν ή ένα δυσοίωνο μέλλον. Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι επιλεκτική και η λειτουργία της δεν είναι μονοδιάστατη.

«Η συλλογική μνήμη», σχολιάζει η Αβδελά, «δεν είναι κάτι το δεδομένο και αναλλοίωτο: είναι μια κατασκευή όπως και η ίδια η Ιστορία. Το περιεχόμενο της συλλογικής μνήμης αποτελεί πεδίο αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες». Για το λόγο αυτό η συλλογική μνήμη, ενώ μπορεί να συμβάλει στη σύσφιξη των εθνικών δεσμών, ιδίως όταν τραυματικές εμπειρίες σημαδεύουν μεγάλες κοινωνικές ομάδες, δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με την Ιστορία. «Κάνω Ιστορία», συνεχίζει η ιστορικός, «σημαίνει ελευθερώνομαι από τη μνήμη ή κατ’ άλλους μετατρέπω τη συλλογική μνήμη σε ιστορική μνήμη», απαλλαγμένη από την «τυραννία της μνήμης».

Εκτός από το στενό και οικείο περιβάλλον που προσφέρει τα πρώτα ψήγματα από το παρελθόν, νέες πηγές πληροφόρησης και ψυχαγωγίας, όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα βιβλία, όχι μόνο τα ιστορικά αλλά και τα λογοτεχνικά, ο κινηματογράφος,τα κόμικς και ιδιαίτερα σήμερα το διαδίκτυο επικυρώνουν ή όχι την επίσημη θεσμική ιστορία και προβάλλουν, όχι σπάνια πλέον, την αντι-θεσμική Ιστορία, την ιστορία των λαών και των ομάδων που δεν συμπεριλαμβάνονται στη μεγάλη εθνική αφήγηση. Οι ιστορίες αυτές, όταν δεν αποτελούν προϊόν καθαρής μυθοπλασίας, λειτουργούν άλλοτε ανταγωνιστικά κι άλλοτε συμπληρωματικά προς το σχολικό βιβλίο και διαμορφώνουν με τρόπο ασυνείδητο μεν αλλά καθοριστικό δε την ιστορική συνείδηση των μαθητών. Η φαντασμαγορία της εικόνας, η υποβλητικότητα της μουσικής και η δραματικότητα των πρωταγωνιστών έχουν αμεσότερα, εντονότερα και διαρκεστέρα αποτελέσματα από την ξερή και άχρωμη αφήγηση των ιστορικών γεγονότων από τους διδάσκοντες ή τη στείρα απομνημόνευσή τους.

Λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση που ασκούν ο οικογενειακός περίγυρος και οι εξωσχολικοί μηχανισμοί και φορείς στην παραγωγή και διάχυση της ιστορικής γνώσης το Συμβούλιο της Ευρώπης τονίζει και προτείνει τα εξής: « Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά στις περισσότερες χώρες του κόσμου κατακτούν τις ιστορικές έννοιες διαμέσου εξωσχολικών κυρίως μηχανισμών και ειδικότερα, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τους συνομηλίκους, την οικογένεια και λιγότερο από τις γνώσεις που παρέχει το σχολείο. Για το λόγο αυτό, η διδασκαλία της Ιστορίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη της αυτή την εξωσχολικά διαμορφωμένη γνώση, τις προκαταλήψεις, τη γνώση και την κατανόηση των μαθητών και να οικοδομεί τη νέα έγκυρη γνώση πάνω σε αυτά τα στοιχεία παρά να επιβάλλει βίαια έννοιες που δεν είναι δυνατό να γίνουν κατανοητές». Η αφήγηση για το παρελθόν από τους ποικίλους εξωσχολικούς μηχανισμούς ενδέχεται να κλονίσει το κύρος της σχολικής αλήθειας και αυθεντίας, όπως αυτή παρουσιάζεται στα σχολικά βιβλία, και να μειώσει την επίδρασή τους στη διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης.

Σε αντίθεση με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας οι εορτασμοί και οι τελετές με την επανάληψή τους διαδραματίζουν έναν καθοριστικό ρόλο στην καλλιέργεια και ενδυνάμωση της αίσθησης του «συνανήκειν». Εύστοχα παρατηρεί ο Ferro ότι «η συνείδηση που έχουν οι κοινωνίες για την Ιστορία τους για την ταυτότητα τους δεν εκφράζεται μόνο μέσα από τις αφηγήσεις που εξιστορούν το παρελθόν τους. Η γνώση του παρελθόντος αποτελεί μόνον ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας το άλλο είναι οι αναμνηστικές τελετές και γιορτές». Η συσσωρευμένη διαδοχή των εορτασμών αποτελεί και αυτή μέρος του παρελθόντος. Οι εορτασμοί επιβεβαιώνουν το ηθικά και εθνικά σωστό και καλλιεργούν ένα αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης. Ταυτόχρονα όμως, δεν απαιτούν τη συγκατάθεση ή τη συμμόρφωση των ατόμων, παρέχοντας έτσι στα άτομα τη δυνατότητα να διατηρήσουν την ατομικότητά τους, ενώ είναι μέλη της του ίδιου κοινωνικού συνόλου. Οι εορτασμοί, επίσης, παρέχουν υποδείγματα και πρότυπα συμπεριφοράς, σύμφωνα με τα οποία καλούνται να δράσουν τα άτομα στο μέλλον και υπαγορεύουν και τον τρόπο με τον οποίο θα ασκήσουν τα «πατριωτικά» καθήκοντά τους.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των σχολικών εορτασμών στην ελληνική Μακεδονία που αναλύει ο Βλασσίδης. Με τους εορτασμούς αυτούς η ελληνική πλευρά επιδιώκει να τονίσει τις προσπάθειες των Βουλγάρων να αποσπάσουν τον χριστιανικό πληθυσμό από το Οικουμενικό Πατριαρχείο,τρομοκρατώντας τον με τη δράση των κομιτατζήδων. Φυσικά δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε στην ελληνική επεκτατική πολιτική ούτε στην πρόθεσή της να καταλάβει βόρεια εδάφη, στα οποία κατοικούσαν αλλόφωνες χριστιανικές ομάδες. Οι εορτασμοί αυτοί επιβεβαιώνουν τη θυματοποίηση του ελληνικού έθνους και το ανεστραμμένο, με βάση την εθνική εικόνα, είδωλο των «Άλλων», στην προκειμένη περίπτωση των Βουλγάρων.

Τέλος, το εθνικό συναίσθημα και η συλλογική ταυτότητα καλλιεργείται σε πλείστες εκδηλώσεις, που δε σχετίζονται άμεσα με το εθνικό παρελθόν. Η συμμετοχή σε αθλητικούς αγώνες, σε διαγωνισμούς τραγουδιού ή ακόμα και ομορφιάς προσφέρει ευκαιρίες για εθνικούς πανηγυρισμούς και εθνική ανάταση. Η διάχυση των εθνικών συμβόλων και των εθνικών μνημείων σε όλη την εδαφική επικράτεια και χωρίς συγκεκριμένη αναφορά σε εθνικές επετείους συμβάλλει στην παγίωση του εθνικού συναισθήματος. «Σε κάθε σήμα», σχολιάζει ο Barthes, «κοιμάται το τέρας, το στερεότυπο, που είναι το ίδια μια επανάληψη». Με τα τέρατα αυτά και τα στερεότυπα, των οποίων η δύναμη είναι συχνά αφάνταστα μεγάλη έρχεται να αντιπαλέψει ή να συνεργήσει η Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία.



Σημείωση:
Το παραπάνω άρθρο είναι απόσπασμα από την μεταπτυχιακή διπλωματική
εργασία της κ. Καίτης Λούτα με τίτλο: «Εθνικισμός και Σχολική Ιστορία. Ανίχνευση της σχέσης τους
μέσα από τα σχολικά βιβλία Ιστορίας (1991-2012)» (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Κόρινθος,
7/2012, amitos.library.uop.gr). Ο τιτλος και η εικονογράφηση προστέθηκαν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


14 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 50407

    20 Φεβ 2021

    Ξεκινώντας από το //.. Οι εικόνες του «Άλλου» και τα εθνικά στερεότυπα είναι πανομοιότυπα και στις δύο πλευρές του Αιγαίου...// του κου Μήλλα, Πολιτικού Μηχανικού μέχρι τα 60 του, που έγινε Πολιτικός Επιστήμονας από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας και συνέβαλε στο νέο μειονοτικό δημόσιο βιβλίο για τους μουλσουμάνους της Θράκης (από κει τον θυμήθηκα) και ενθυμούμενος την περίπτωση Δημήτρη Κιτσίκη, ήρθε στην μνήμη μου το "ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΣ" του Ηράκλειτου.
    Όντως ένα μεγάλο πέλαγος χωρίζει τους Άλλους από τους Άλλους. Όταν το πέλαγος ηρεμεί αυτοί που βρίσκονται στην "μέση" ευημερούν και πιθανόν να έχουν τον λόγο, αλλά όταν αυτό φουσκώνει πνίγονται. Εκείνη τη ώρα δεν έχει σημασία τι λες ούτε καν γιατί το λες. Το θέμα είναι να βρίσκεσαι στην "σωστή" πλευρά .
    Και αν μεν επιμένεις λόγω αρχών να στέκεσαι στην "μέση" ακόμη και την ώρα του ΠΟΛΕΜΟΥ ας δεχτούμε ότι είσαι "Ιδεολόγος" έστω και χωρίς απήχηση.
    Αν όμως έστω και σε μια άκρη του μυαλού σου έχεις την τρελή ιδέα ότι αυτά που λες ισχύουν ακόμη και ενάντια στα γεγονότα της Παγκόσμιας Ιστορίας η οποία κάνει λάθος που δεν ακούει στις υποδείξεις σου τότε είσαι όχι απλά "παράφρων" με ακαδημαϊκούς τίτλους αλλά πρωτίστως ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ για τους υπόλοιπους.....

  • Ανώνυμος 50244

    6 Φεβ 2021

    @50242
    Φαπούλες (ως συνήθως).

  • Ανώνυμος 50242

    6 Φεβ 2021

    50241=o γνωστός αμάμητος

  • Ανώνυμος 50241

    6 Φεβ 2021

    Καρπαζοεισπράκτορα 50235 (καταναλωτή σκουπιδιών όπως το Plandemic, Indoctornation) το κείμενο μιλάει από μόνο του.
    Τα κείμενα κρίνονται, τα σχόλια κρίνονται, όλα κρίνονται. Αν κάτι δεν στέκει, εδώ είμαστε να δούμε ποιος έχει τα ισχυρότερα επιχειρήματα.

    "Ο σχολικός θεσμός συγκεκριμένα, ως «λαϊκός» θεσμός κι όχι ως ειδική εκπαίδευση και κουλτούρα των ελίτ έχει μια στενή ιστορική σχέση με τον εθνικό σχηματισμό, καθώς συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση των νεαρών ατόμων και εμφυσά την εθνικιστική ιδεολογία."

    "Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ιστορίες των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, στις οποίες η μαρξιστική προσέγγιση και ανάλυση των ιστορικών φαινομένων αντικαταστάθηκε από μία άλλη προσέγγιση, στην οποία προβάλλονται κυρίως τα δυτικά χαρακτηριστικά των κρατών αυτών, ώστε να δημιουργηθούν τα αναγκαία ιδεολογικά ερείσματα που δικαιολογούν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους και ευκολύνουν την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση."

    "Ο Μαρξ μάλιστα χαρακτηρίζει τη χρησιμοποίηση εικόνων από το παρελθόν για τη προβολή τους στο μέλλον ως «ιδεολογική διαδικασία ιστορικής νεκρομαντείας»."

  • Ανώνυμος 50235

    5 Φεβ 2021

    Aυτό που ότι δεν εντάσσεται στα πλαίσια του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου ή αστικού αφηγήματος, μερικοί το θεωρούν αυθαίρετα μαρξιστικό με διασκεδάζει. Δείχνει πως οι αστοί ημιμαθείς δεν έχουν ιδέα για το τι βρίσκεται απέναντι τους. Ασε που δεν έχουν διαβάσει ούτε Μαρξ. Καλά για τα υπόλοιπα, δίπλα και πέρα από το Μαρξ, ούτε λόγος...Δε φτάνουν μέχρι εκεί. Έχει την πλάκα του πάντως: ότι δεν είναι σαν τα μούτρα μας, το λέμε μαρξιστικό (ή κομουνιστικό ή σοβιετικό στην καλύτερη), ακόμα και όταν γκαρίζει ότι δεν είναι, και νομίζουμε ότι δεν γινόμαστε ρόμπα.

    Αν σε κάτι υστερεί αυτή η ιστοσελίδα, είναι η αισθητή διαφορά επιπέδου και ύφους μεταξύ των άρθρων της και των σχολίων αυτών των κακομοίρηδων, που είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι (2-3) και γράφουν τα ίδια και τα ίδια παντού...Ας σκεφτούν οι υπεύθυνοι αν αυτό δρα αποτρεπτικά για ανθρώπους που θα ήθελαν να συμμετέχουν σε μία σοβαρή συζήτηση. Οι λίγοι τη δουλίτσα τους την κάνουν...

  • Ανώνυμος 50231

    5 Φεβ 2021

    «Είναι συστημικό το πρόβλημα. Γιατί λέμε ότι φταίει το θύμα και όχι ο θύτης. Στην Ελλάδα την ντροπή την κουβαλά το θύμα. Είμαστε τόσο πατριαρχική κοινωνία», ανέφερε ακόμη η Αλεξάνδρα Πασχαλίδου.
    https://www.iefimerida.gr/zoi/alexandra-pashalidoy-moy-tin-epefte-dieythyntis-geloios

    «Το ''καθίστε φρόνιμα'' είναι πατριαρχικό. Του πατέρα αφέντη. Περίμενα άλλα. Περίμενα ξεσήκωμα. Το θέατρο δεν είναι μόνο αυτό, είπε. Εννοείται. Πιστεύετε ότι τα όνειρά μας όταν διαβάζαμε ένα ποίημα στην εφηβεία μας και κλαίγαμε και θέλαμε να το πούμε σε κόσμο μπροστά, ήταν να πηγαίνουμε στην πρόβα και να φοβόμαστε; Όχι. Έφτασε όμως να είναι αυτό. Όχι, δεν θα κάτσουμε φρόνιμα».
    https://www.iefimerida.gr/ellada/sofia-moytidoy-stamati-fasoyli-den-katsoyme-fronima

  • Ανώνυμος 50221

    5 Φεβ 2021

    Χθες το πρωί έγινε και μια αποκάλυψη από τον πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΣΕΗ Πασχάλη Τσαρούχα, ο οποίος είπε ότι το Σωματείο έχει δεχτεί πάνω από 1.000 καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση που αφορούν δεκάδες άτομα.
    https://www.iefimerida.gr/zoi/katiggeilan-petro-filippidi-anastasopoyloy-drosaki-papaharalampoys

    Με ένα κείμενό του στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο επικεφαλής βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και προσωπική επιλογή του Αλέξη Τσίπρα, Βασίλης Βασιλικός, τάσσεται υπέρ των δικαιωμάτων του αρχιτρομοκράτη της «17 Νοέμβρη» Δημήτρη Κουφοντίνα.
    Ας σημειωθεί ότι ο 86χρονος συγγραφέας τοποθετήθηκε επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, υπήρξε υποψήφιος με την ΔΗΜΑΡ και διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Γιάνη Βαρουφάκη.
    https://www.iefimerida.gr/politiki/xafniazei-basilikos-syriza-stirizei-koyfontina-tha-logodotisoyn-symbei-moiraio

    Δώσε! Δώσε!

  • Ανώνυμος 50215

    4 Φεβ 2021

    Στοιχεία σοκ : Καταγγέλλουν σεξουαλική παρενόχληση οι μισοί εργαζόμενοι
    Περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους που συμμετείχαν σε έρευνα, έχουν βιώσει σεξουαλική παρενόχληση κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής, ωστόσο σχεδόν το 40% αυτών δεν γνωρίζει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθήσει το θύμα για να προστατευτεί.
    https://www.in.gr/2021/02/04/greece/stoixeia-sok-kataggelloun-seksoualiki-parenoxlisi-oi-misoi-ergazomenoi/

    Και όμως αυτά, όπως και όσα γίνονται γνωστά στο χώρο του αθλητισμού και του θεάτρου, είναι γνωστά από παλιά. Για παράδειγμα έχουν γίνει καταγγελίες στο χώρο του θεάτρου από παλιά, αλλά ως συνήθως η ρωμιοσύνη τα ανεχόταν και τα έθαβε. Η συμπεριφορά του Κιμούλη για παράδειγμα ήταν γνωστή εξαρχής στον χώρο του θεάτρου, αλλά την ανέχονταν και την αποδέχονταν. Ο λόγος που τώρα γίνεται σούσουρο και έχει μειωθεί η ανοχή στο νταβατζιλίκι είναι οι επιρροές από το εξωτερικό έστω και αργά. Πλέον η ρωμιοσύνη δεν είναι απομονωμένη και κλεισμένη στη φούσκα της όπως στην εποχή Παπανδρέου, όπου αυτός ο λαικιστής απατεώνας είχε δημιουργήσει μία τεχνητή πραγματικότητα, από την οποία οι ρωμιοί προσγειώθηκαν ανώμαλα πολύ αργότερα, το 2010 με τα μνημόνια και τις αξιολογήσεις από τους ξένους οίκους αξιολόγησης. Μέχρι τότε οι ρωμιοί δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για αξιολογήσεις, ζούσαν στον αστερισμό του σοσιαλισμού εδώ και τώρα!

    Πάμε αποσπάσματα από το διαδίκτυο για τους ρωμιούς τω πνεύματι:

    12|09|2012
    Ένας στους δύο μαθητές Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη, έχει υποστεί σωματική βία, ενώ ένα στα δέκα παιδιά σεξουαλική βία, όπως αποκαλύπτει έρευνα που διενεργήθηκε στο διάστημα των τριών τελευταίων χρόνων.
    https://www.iefimerida.gr/news/67478/ερευνα-σοκ-ενα-στα-δύο-παιδιά-έχει-πέσει-θύμα-κακοποίησης

    20-Ιουν-2019
    Δύο στα δέκα παιδιά στη χώρα μας έχουν υποστεί κακοποίηση. Ωστόσο λιγότερο από 10% των περιστατικών κακοποίησης αναφέρονται και καταγγέλλονται. Με αφορμή τα συγκλονιστικά στοιχεία για το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης στη χώρα μας, το κακοποιημένο παιδί θα είναι ένα από τα κεντρικά θέματα στο 32ο Πανελλήνιο Συνέδριο Χειρουργικής Παίδων που θα πραγματοποιηθεί στο Αμφιθέατρο του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, από τις 4 έως τις 6 Οκτωβρίου 2019.
    https://www.capital.gr/health/3364712/duo-sta-deka-paidia-sti-xora-mas-exoun-upostei-kakopoiisi

  • Ανώνυμος 50214

    4 Φεβ 2021

    @50213
    Αφού πρόκειται για δανειογενές κράτος, πού το παράξενο.
    Η μόνη διαφορά με το παρελθόν είναι το φαραωνικό συνταξιοδοτικό που έστησαν νταβατζίδικα η παλιά γενιά.
    Συντάξεις Ελβετίας με οικονομία Βουλγαρίας. Διεφθαρμένο κράτος με διεφθαρμένους πολίτες και διεφθαρμένη διανόηση.

    Πρυτάνεις και ακαδημαϊκοί, μια χαλασμένη ελίτ
    68 καθηγητές πανεπιστημίου, δηλαδή η πνευματική ελίτ της χώρας, συνέγραψαν και αυτοί κείμενο υπέρ του Κουφοντίνα, διαμαρτυρόμενοι γιατί εκτίει την ποινή του στις φυλακές Δομοκού και όχι στον Κορυδαλλό. Θα τρελαθούμε. Μα καλά, λες, πληρώνει το ελληνικό κράτος ακαδημαϊκούς για να καρδιοχτυπούν σε ποια φυλακή προαυλίζεται ένας τρομοκράτης της 17Ν;
    Και το κακό τρίτωσε, την ίδια μέρα: η Σύνοδος των πρυτάνεων αρνήθηκε (ξανά) το νόμο που θέλει να βάλει μια σειρά στα πανεπιστήμια. Είπε «όχι» στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση στην Παιδεία που προβλέπει φύλαξη, βάση εισαγωγής, όριο στον χρόνο φοίτησης.
    https://www.iefimerida.gr/ellada/prytaneis-kai-akadimaikoi-mia-halasmeni-elit

    Στις χώρες του ΟΟΣΑ στα ΑΕΙ κατά μέσο όρο εισέρχεται το 33% των αποφοίτων της Μέσης Εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα εισάγεται το 75% και αυτό όχι γιατί είμαστε εξυπνότεροι ή εργατικότεροι... Το πελατειακό κράτος τις τελευταίες δεκαετίες έχει φροντίσει σε κάθε κωμόπολη της ελληνικής επαρχίας να υπάρχουν ένα - δυο ΑΕΙ όπου συνήθως φοιτούν κάμποσες χιλιάδες φοιτητές, απασχολούνται κάμποσες εκατοντάδες σαν διδακτικό προσωπικό και άλλοι τόσοι σαν διοικητικό προσωπικό. Όλα αυτά σημαίνουν μερικές χιλιάδες ενοικιαστές, ή πελάτες σε εστιατόρια και καφετέριες οι οποίοι αποτελούν σημαντικό οικονομικό πόρο για τις τοπικές οικονομίες. Το πελατειακό σύστημα με τον τρόπο αυτό έχει καταφέρει να έχει ευτυχισμένους ντόπιους λόγω οικονομικών απολαβών, ευτυχισμένους εκπαιδευτικούς λόγω απασχόλησης, ευτυχισμένους φοιτητές λόγω χαλαρής ζωής μακριά από το σπίτι και ευτυχισμένους γονείς επειδή πιστεύουν πως κατάφεραν να σπουδάσουν τα παιδιά τους για τη δημόσια εκπαίδευση των οποίων χρυσοπλήρωσαν.
    https://www.capital.gr/o-kostas-stoupas-grafei/3521382/apo-ti-niki-stin-itta-mia-ellada-dromos

  • Ανώνυμος 50213

    3 Φεβ 2021

    " οι ρωμιοί αναθρέφονται με κουτοπονηριά και δεν νιώθουν τί είναι η αξιοπρέπεια και τα κότσια"

    Για ποια αξιοπρέπεια να μιλήσουμε; Εδω, χρωστάμε και της Μιχαλούς. Έχουμε ένα εξωτερικό χρέος μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ και κανείς δεν προβληματίζεται. Πολύ ευχαρίστως να δανειστούμε ξανά και ξανά.. Ελπίζουμε ότι το χρέος θα γίνει τόσο δυσβάστακτο, ώστε οι δανειστές θα αναγκαστούν είτε να διαγράψουν ένα μεγάλο μέρος του ή δεν θα χρειαστεί να το αποπληρώσουμε ποτέ. Και αν πρέπει να πληρωθεί, ας το κάνουν γενιές που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη.

    Να θυμηθούμε ότι όταν οι δανειστές μας δέχθηκαν να επιμηκύνουν τον χρόνο εξόφλησης μέχρι το 2070, εμείς εδώ αγανακτούσαμε λέγοντας πως η ελληνική κυβέρνηση και η Τρόικα υποθήκευσαν τον μέλλον της χώρας μέχρι το 2070.
    Σαν λαός, δεν είμαστε σε θέση να εξασφαλίσουμε ούτε τα προς το ζην.
    Γιάννης

  • Ανώνυμος 50212

    3 Φεβ 2021

    "Τα υπόλοιπα είναι ακαδημαϊκές λογοδιάρροιες, μεταπτυχιακές πολυλογίες και μαρξιστικοί αναστεναγμοί.."

    XD
    Σωστόοος.

    "Αν συνεχίσεις να πιστεύεις στο αφήγημα πως ο Χριστιανισμός υπήρξε ο μέγας στυλοβάτης του ελληνισμού"

    Η ορθοδοξία σαφώς και υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες της ρωμιοσύνης. Αυτό φαίνεται εξάλλου από τη μελέτη της κωμικοτραγικής ιστορίας του νεοελληνικού κράτους από ιδρύσεως αυτού μέχρι σήμερα (ακόμα και εν μέσω πανδημίας οι ρωμιοί συνεχίζουν να κοινωνούν από το ίδιο κουτάλι και κύπελλο). Αλλά για μένα το μεγαλύτερο πρόβλημα των ρωμιών είναι η παρωχημένη και ξεφτιλισμένη κουλτούρα τους (φυσικά στις κουλτούρες συμπεριλαμβάνονται και οι θρησκείες, η κουλτούρα είναι το υπερσύνολο). Το διαχρονικό χωρίς οίκτο νταβατζιλίκι της εκάστοτε παλιάς γενιάς προς την εκάστοτε νέα γενιά. Νταβατζιλίκι σε όλα τα επίπεδα, οικογένεια, χώρο εργασίας, κοινωνία, παντού. Η αίσθηση ότι μας χρωστάνε επειδή τους γεννήσαμε είναι πανίσχυρη στον (β)ρωμιό, τον ορίζει, τον καθορίζει, του δίνει ταυτότητα και λόγο της ελεεινής του ύπαρξης. Όπως έχω ξαναπεί για να σπάσει αυτό το απόστημα θα πρέπει να βρεθεί μια νέα γενιά (με την υποστήριξη ενός κρίσιμου ποσοστού παλιών) να υψώσει το ανάστημα στους παλιούς και να αρχίσει να μοιράζει φάπες στα ξεφτιλισμένα γερόντια επισήμως και στα φανερά. Ήδη συμβαίνει εν Ελλάδι πολύ περιορισμένα για την ώρα τουλάχιστον στο χώρο του θεάτρου και οσονούπω και στο χώρο της δημοσιογραφίας (αν οι ρωμιοί επιτέλους αποκτήσουν αξιοπρέπεια και ανοίξουν στόματα).

    Να πω εδώ κάτι: οι ρωμιοί αναθρέφονται με κουτοπονηριά και δεν νιώθουν τί είναι η αξιοπρέπεια και τα κότσια. Θεωρούν ότι στήνοντας κώλο θα πάνε μπροστά στη διεφθαρμένη κοινωνία της ρωμιοσύνης. Για αυτό και όταν τους καβαλάνε δεν βγάζουν άχνα, σε μερικούς μπορεί να τους αρέσει κιόλας. Πρέπει πρώτα να αποκτήσουν αξιοπρέπεια και κότσια, τότε οπότε συμβαίνει κάτι ανήθικο είναι υποχρεωμένοι να αντιδράνε, να μην μένουν παθητικοί, να μην το κρύβουν. Εκεί πατάνε ρωμιοί τύπου Κιμούλη (αριστερός νευρικός κουραδόμαγκας). Η άμεση αντίδραση όταν θίγονται βασικές ανθρώπινες αρχές είναι χαρακτηριστικό των αξιοπρεπών ανθρώπων.

    Καταλειφός: Η γενιά μας να ζητήσει συγγνώμη από την νεότερη για τα λάθη που συνεχίσαμε
    Ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου σχολιάζοντας τις καταγγελίες για κακοποίηση στο θεατρικό σανίδι, τονίζει με την στωικότητα που τον διακρίνει ότι εκείνος και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι της γενιάς του οφείλουν να πουν «συγγνώμη» στους νεότερους ηθοποιούς
    https://www.in.gr/2021/01/28/greece/kataleifos-genia-mas-na-zitisei-syggnomi-apo-tin-neoteri-gia-ta-lathi-pou-synexisame/

    «Συμβαίνει και στην πολιτική – Για να δουλέψεις πρέπει να κοιμηθείς με έναν σκ@τογερο»
    https://www.iefimerida.gr/ellada/ap-gkletsos-kataggelies-politiki-prepei-na-koimitheis-me-enan-sktogero

    «Στο θέατρο πάντα υπήρχαν αυτά. Ονόματα τα οποία έχουμε αγαπήσει από παλιότερες φουρνιές έχουν εμπλακεί σε τέτοιου είδους καταστάσεις αλλά τότε δεν γινόταν γνωστό. Κακά τα ψέμματα, έχουμε θεοποιήσει ανθρώπους που στην ουσία δεν θα έπρεπε, αλλά προς χάριν της τέχνης και της προσφοράς στο συνάνθρωπο το έχουμε προσπεράσει. Οι γνωρίζοντες πάντως μέσα στον χώρο γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τη στάση τέτοιων ανθρώπων», είπε συγκεκριμένα.
    https://www.iefimerida.gr/ellada/paylos-haikalis-kaneis-den-peftei-apo-synnefa-kataggelies

  • Ανώνυμος 50211

    3 Φεβ 2021

    "Τα ένοχα μυστικά". Ποια μυστικά; Είναι γνωστό τοις πάσι ότι την ιστορία την γράφουν αυτοί που εξουσιάζουν. Ποια ιστορία θα μπορούσε να γράψει το νεοελληνικό κράτος, αν όχι το το φαντασιακό αφήγημα της εθνικής ενότητας και της εθνικής συνείδησης;
    Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει αντικειμενική ιστορία, αντικειμενική γνώση. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, ότι μπορεί να βλέπει και να κρίνει αντικειμενικά είναι υποκριτής και θεατρίνος.
    Ούτε η αφήγηση της ιστορίας θα πλησιάσει περισσότερο την αλήθεια, επειδή μέσα της θα περιέχει εκτός από το αφήγημα "των κυρίαρχων ομάδων" και τις αφηγήσεις και άλλων συγκρούσεων, όπως πολιτιστικές, κοινωνικές, πολιτικές ή ταξικές (υποψιάζομαι πως οι τελευταίες είναι αυτές που έχει στο μυαλό της κυρίως η συγγραφέας, αλλά αποφεύγει επιμελώς να το πει ευθέως). Διότι απλώς, αν το κάνει θα περιέχει μέσα της περισσότερο από μια υποκειμενική "αλήθεια" και καθόλου αυτό δεν σημαίνει πως έτσι γίνεται περισσότερο αντικειμενική.
    Αν για παράδειγμα εντυπωθεί στο επίσημο ιστορικό αφήγημα και η ταξική πάλη, θα υπάρχει μια ακόμη υποκειμενική πληροφορία και τίποτα περισσότερο: η ιστορία του εργατικού κινήματος, που θέλει να διεκδικήσει και να προπαγανδίσει την δική του "αλήθεια", η οποία βεβαίως δεν είναι καθόλου πιο αλήθεια απ' αυτή του.. ταξικού αντίπαλου.

    Η ιστορία είναι ένα σύνολο γεγονότων, μια δεδομένη πληροφορία. Αν γνωρίζεις την αληθινή ιστορία τότε μπορείς να γνωρίζεις - όσο το δυνατόν καλλίτερα - πού οφείλονται οι επιτυχίες σου και πού τα λάθη σου.Και να έχεις μια κάποια εικόνα όχι μόνο πού μπορείς να κινηθείς μελλοντικά, αλλά και να αποφύγεις να κάνεις τα λάθη του παρελθόντος.

    Το ερώτημα που τίθεται στο τι σημαίνει "αληθινή ιστορία", η απάντηση είναι αν είσαι αποφασισμένος σαν πρόσωπο, σαν ομάδα, σαν σύνολο, σαν κοινωνία, να δεις τα ιστορικά γεγονότα, την ιστορική αλήθεια κατά πρόσωπο, με το βλέμμα του δρώντος ανθρώπου και όχι του εξουσιαστή. Αν έχεις την θέληση να χρησιμοποιήσεις το πολύτιμο εργαλείο που λέγεται ιστορία, στην οποία ο διαχωρισμός παρελθόντος και μέλλοντος,
    γίνεται με βάση την γραμμή του παρόντος, κι αν έχεις την θέληση να "σηκώσεις" τόση αλήθεια όση οφείλεις να αντέξεις και όχι να την τροποποιείς σύμφωνα με συμφέροντα που στοχεύουν να την ακυρώσουν, πράγμα που σημαίνει πως βρίσκεσαι εκτός τόπου και χρόνου.
    Παράδειγμα: Ποια ήταν η πραγματικά συνεισφορά του Χριστιανισμού στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους; Ευθύνεται ή όχι για την σύγχρονη κατάντια μας;
    Η απάντηση βρίσκεται στο αν θέλεις πραγματικά να προσεγγίσεις την αλήθεια ή όχι.Αν συνεχίσεις να πιστεύεις στο αφήγημα πως ο Χριστιανισμός υπήρξε ο μέγας στυλοβάτης του ελληνισμού, αν δεν αντιλαμβάνεσαι πως η κακοδαιμονία του "τώρα" έχει τις ρίζες της στο "τότε" του χριστιανισμού,τότε θα υποστείς και τις οδυνηρές συνέπειες..
    Οι απαντήσεις βρίσκονται στην ιστορία και στην δύναμη να δεις την αλήθεια κατά πρόσωπο.
    Μελετώ την αληθινή ιστορία, δεν σημαίνει να επινοώ αυθαίρετες υποθέσεις για ένα αυθαίρετο μέλλον, ούτε αρκούμαι σε πλουραλιστικά αφηγήματα, γιατί έτσι υποτίθεται πλησιάζω την αλήθεια και την αντικειμενικότητα. Σημαίνει ότι αντιλαμβάνομαι την πορεία μου προς το μέλλον, του οποίου η "αρχή" γεννήθηκε στο παρελθόν της ιστορίας. Θέλω να πω πως δεν νοείται προσέγγιση της αληθινής ιστορίας του ανθρώπου, και ταυτόχρονα να στερείται την φυσική ροή της, που είναι αυτή του μέλλοντος..Τα υπόλοιπα είναι ακαδημαϊκές λογοδιάρροιες, μεταπτυχιακές πολυλογίες και μαρξιστικοί αναστεναγμοί..

    Γιάννης

  • Ανώνυμος 50210

    3 Φεβ 2021

    Το δικαστήριο καταδίκασε το Documento (του Βαξεβάνη) να πληρώσει 5.000 ευρώ στον Μπογδάνο για ηθική βλάβη
    https://www.iefimerida.gr/politiki/dikastirio-katadikase-documento-toy-baxebani-na-plirosei-5000-eyro-sto-mpogdano-gia-ithiki

    Κ. Μπογδάνος: Eμπρηστική επίθεση στο σπίτι του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας
    https://www.iefimerida.gr/ellada/k-mpogdanos-empristiki-epithesi-sto-spiti-toy

    Ταχύτατα τα αντανακλαστικά της φασιστικής αριστερής τρομοκρατίας βλέπω.

    Ο Μπιλ Κλίντον δεν διανοήθηκε ούτε προς στιγμή να πάρει ασφαλιστικά μέτρα, πόσω μάλλον να απειλήσει τη Μόνικα Λεβίνσκι για τις «λεκιασμένες» καταγγελίες της, καθώς επίσης και τα ΜΜΕ που τις αναπαρήγαγαν.
    Ο Ανδρέας Παπανδρέου, που οι αυριανικές χυδαιοφυλλάδες (και όχι μόνο…) τον είχαν κρεμασμένο στα μανταλάκια με χυδαιότητες και φωτομοντάζ εναντίον του και της συζύγου του, το ίδιο.
    Ο Μπιλ Κόσμπι, ο διάσημος (και κάτοχος Όσκαρ) Αφροαμερικανός ηθοποιός, καταγγέλθηκε από συναδέλφους και συνεργάτες του για σεξουαλική παρενόχληση, βιασμό, κατάχρηση εξουσίας.
    Ο Κέβιν Σπέισι είδε τη χρυσή καριέρα του να καταστρέφεται σε μια στιγμή, όταν κατηγορήθηκε από το αμερικανικό MeToo για παιδεραστία και σεξουαλική κακοποίηση νεαρών ηθοποιών.
    Ο Τζέφρι Επστάιν, ο αυτοδημιούργητος δισεκατομμυριούχος, ο «μεγαλύτερος προαγωγός ανηλίκων» στον κόσμο, με πελάτες πρώην προέδρους, μέλη της βρετανικής βασιλικής Αυλής, παγκόσμιους μεγιστάνες του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κατηγορήθηκε για εκβιασμούς και σεξουαλική κακοποίηση, καταδικάστηκε και αυτοκτόνησε στο κελί του.
    Μόνον οι κ.κ. Κιμούλης και Σπυρόπουλος (μέχρι στιγμής…) κατέφυγαν στην «ασφάλεια» των εξώδικων και της προληπτικής λογοκρισίας…
    https://www.iefimerida.gr/ellada/ki-omos-kk-kimoyli-kai-spyropoyle-dikaioyntai-dia-na-omiloyn

    Γιατί είναι νταβατζήδες που ζούνε σε μια κοινωνία που ανέχεται και προάγει το νταβατζιλίκι διαχρονικά.

  • Ανώνυμος 50209

    3 Φεβ 2021

    Είναι γεγονός ότι το σχολείο συμβάλλει στην κοινωνική ομογενοποίηση με πολλούς τρόπους (π.χ. εκμάθηση κοινής γλώσσας) και στην εμφύσηση της κυριάρχης ιδεολογίας, όχι μόνο της εθνικιστικής ιδεολογίας. Αφού το σχολικό πρόγραμμα διαμορφώνεται κεντρικά από το υπουργείο παιδείας, όπως και τα σχολικά βιβλία. (Βέβαια στο σχολείο δεν διδάσκεται μόνο ιστορία, αλλά και μαθηματικά, φυσική, χημεία, βιολογία, υπολογιστές, ξένες γλώσσες). Φυσικά εξυπακούεται ότι και στα κομμουνιστικά καθεστώτα το σχολείο διαμορφώνει αντιλήψεις, όχι μόνο στα εθνικιστικά όπως θα ήθελε η κα Λούτα.
    Τελικά δεν θα γλιτώσουμε από τους κολλημένους μαρξιστές με τίποτα. Θέλουν να μας πείσουν ότι το σχολείο εξυπηρετεί τους σκοπούς των κυβερνώντων στο μάθημα της ιστορίας, αλλά αν οι κυβερνώντες είναι μαρξιστές και κομμουνιστές τότε το σχολείο είναι ουδέτερο και αμερόληπτο.. Τρικυμία στο κρανίο τους. Ζούνε σε έναν φανταστικό κόσμο.

    Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

    "Ο σχολικός θεσμός συγκεκριμένα, ως «λαϊκός» θεσμός κι όχι ως ειδική εκπαίδευση και κουλτούρα των ελίτ έχει μια στενή ιστορική σχέση με τον εθνικό σχηματισμό, καθώς συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση των νεαρών ατόμων και εμφυσά την εθνικιστική ιδεολογία."

    "Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ιστορίες των πρώην κομμουνιστικών καθεστώτων, στις οποίες η μαρξιστική προσέγγιση και ανάλυση των ιστορικών φαινομένων αντικαταστάθηκε από μία άλλη προσέγγιση, στην οποία προβάλλονται κυρίως τα δυτικά χαρακτηριστικά των κρατών αυτών, ώστε να δημιουργηθούν τα αναγκαία ιδεολογικά ερείσματα που δικαιολογούν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό τους και ευκολύνουν την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση."

    "Ο Μαρξ μάλιστα χαρακτηρίζει τη χρησιμοποίηση εικόνων από το παρελθόν για τη προβολή τους στο μέλλον ως «ιδεολογική διαδικασία ιστορικής νεκρομαντείας»."