Ο ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ
ΕΙΝΑΙ “ΤΟ ΝΙΑΟΥ ΝΙΑΟΥ
ΒΡΕ ΓΑΤΟΥΛΑ”
ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΥ


Πριν από πολλά χρόνια, περί το 1980, στην κρατική ραδιοφωνία ―μόνο αυτή είχε τότε, αν εξαιρέσουμε τους πειρατές― υπήρχαν διάφορες εκπομπές όπου καλούνταν τραγουδοποιοί να μιλήσουν για το έργο τους. Σε μία απ’ αυτές, καλεσμένος ήταν ο Θάνος Μικρούτσικος, ο οποίος ζήτησε από τους ακροατές να μην τον κρίνουν με βάση μόνο το «Σταυρό του Νότου» αλλά και για το υπόλοιπο έργο του, το οποίο μάλιστα, τη χρονική εκείνη στιγμή, ήταν ποσοτικά ένα μικρό κλάσμα του σημερινού.

Στις τέσσερις σχεδόν δεκαετίες που μεσολάβησαν, δεν ξέρω σε ποια ακριβώς στιγμή τους, φαίνεται ότι ο συνθέτης παραιτήθηκε από την προσπάθεια να πάει κόντρα σε αυτή την τάση. Σε πρόσφατη συνέντευξή του (koutipandoras.gr), διαβεβαίωσε τον δημοσιογράφο ότι:

Η δουλειά µου πάνω στον Καββαδία είναι πραγµατικά η αιχµή του δόρατος της τραγουδοποιίας µου
–χωρίς να υποτιμώ µια σειρά άλλα έργα µου στον χώρο του τραγουδιού– γιατί… ο κόσµος το αποφάσισε.

Όποιος όμως λέει «ο κόσµος το αποφάσισε», αφήνει να νοηθεί ότι ίσως ο ίδιος να μη συμφωνεί απολύτως με αυτή την απόφαση. Ιδίως όταν προσθέτει το disclaimer «το λέω αυτό δίχως ίχνος λαϊκισµού», το οποίο θυμίζει περισσότερο φροϋδική άρνηση.

IMAGE DESCRIPTIONΗ υπόθεση αυτή βρίσκει ερείσματα και στο υπόλοιπο της συνέντευξης. Ο συνθέτης κοινοποιεί βέβαια εντυπωσιακές ομολογουμένως εκδηλώσεις λατρείας εκ μέρους διαφόρων ακροατ(ρι)ών σε ζωντανές εκτελέσεις του συγκεκριμένου έργου, τις οποίες ο ίδιος δηλώνει ότι «δεν μπορεί να εξηγήσει». Μου είναι κατανοητό ότι παρόμοιες εκδηλώσεις όπως και να ’χει δεσμεύουν έναν δημιουργό, σε σημείο να μην είναι πλέον απλό πράγμα να τις παραμερίσει ή να τις αγνοήσει.

Παρεμπιπτόντως, όμως, ο Μικρούτσικος αναφέρεται σε συζητήσεις που είχε με τον Μάνο Χατζιδάκι, στις οποίες ο τελευταίος δυσφορούσε επειδή «είχε γίνει πολύ γνωστός µε το ‘Γαρίφαλο στ’ αυτί’ ή µε το ‘Νιάου, νιάου, βρε γατούλα» και όχι µε τον «Μεγάλο Ερωτικό»· αλλά και στην αλληλογραφία μεγάλων συνθετών, όπως του Μπετόβεν, ο οποίος είχε την ενοχλητική επίγνωση ότι τα κουαρτέτα του, που ο ίδιος «ήξερε πως είναι ό,τι πιο πρωτοποριακό έχει γραφτεί», δεν θα περνούσαν στον κόσµο.

Οι αναφορές αυτές θα ήταν περιττές εάν ο συνθέτης αποδεχόταν πλήρως αυτή την απόφαση του «κόσμου»· γι’ αυτό, μου δίνουν το θάρρος, καθόσον κι εγώ «κόσμος» είμαι στο βαθμό που μου αναλογεί, να βγω και να δηλώσω ό,τι αναφέρει ο τίτλος: κατά τη γνώμη μου, οι μελοποιήσεις του Μικρούτσικου στον Καββαδία δεν είναι ούτε το καλύτερο έργο του συγκεκριμένου συνθέτη, αλλά ούτε και οι καλύτερες μελοποιήσεις που έχουν γίνει στον συγκεκριμένο ποιητή.


IMAGE DESCRIPTIONΟ «Σταυρός του Νότου» θυμάμαι ότι είχε κυκλοφορήσει το 1979. Σύντομα μετά, κάποιος μου τον είχε κάνει δώρο σε βινύλιο. Θα πρέπει να το έπαιξα ελάχιστες φορές. Δεν με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, ούτε τότε ούτε αργότερα. Αμέσως τον θεώρησα ―όπως όλοι άλλωστε, όπως και ήταν― μια προσπάθεια του Μικρούτσικου να γράψει κάτι πιο προσιτό και οικείο στον Έλληνα ακροατή· τρίλεπτα τραγούδια με ένα λίγο-πολύ σαφές αφηγηματικό περιεχόμενο και ομαλή μελωδική γραμμή χωρίς εναλλαγές και εξάρσεις (αλλά και χωρίς ρεφραίν, όπως σχεδόν πάντα).

Όλα αυτά φυσικά είναι θεμιτά. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτή η μελωδική γραμμή ενίοτε ήταν υπερβολικά απλή, (κάποτε μάλιστα ―όπως στο ομότιτλο ακριβώς τραγούδι― έμοιαζε ευθέως κλεμμένη: συνέπιπτε απολύτως με τον «Αρχηγό» των Λοΐζου-Παπαδόπουλου), και η μονοδιάστατη εκφώνηση αλλεπάλληλων τετραστίχων σε αυτή καταντούσε ενίοτε κάπως μονότονη.

Όταν βγήκε, υπήρχαν ήδη μελοποιήσεις του Καββαδία από τον Γιάννη Σπανό (το «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής») και από την Μαρίζα Κωχ (καμιά δεκαριά ποιήματα). Και τις δύο τις βρίσκω πιο ενδιαφέρουσες. Από της Κωχ, δύο κομμάτια συμπίπτουν, (το ομότιτλο και το «Αρμίδα»), και είναι και τα δύο πιο ενδιαφέροντα και ζωντανά.

Και μετά το '80 συνέχισαν να βγαίνουν δουλειές άλλων συνθετών πάνω στον Καββαδία, από τις οποίες
IMAGE DESCRIPTIONη απόπειρα του Λάκη Παπαδόπουλου ―ιδίως στο William George Allum― μου φαίνεται
αξεπέραστη. Επίσης ένας άλλος Παπαδόπουλος, ο Χάρης, έκανε έναν εξαιρετικό Che Guevara.

Το σημείωμα όμως αυτό δεν το γράφω για να απαξιώσω τον Μικρούτσικο. Ακριβώς αντίθετα, το γράφω για να καταθέσω ότι υπάρχουμε και κάποιοι, που αιχµή του δόρατος της τραγουδοποιίας του θεωρούμε άλλα πράγματα: ας πούμε, την αριστουργηματική «Δίκοπη ζωή», το «Έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν», το «Εμβατήριο για τα ανήσυχα παιδιά», τους «Ακροβάτες» (ενορχηστρωμένους, ακριβώς, από τον Χατζιδάκι), το «Προσπέκτους», άμα είναι να μιλήσουμε για απλά προσιτά τραγούδια το γλυκύτατο και πολύ εύστοχο ως κοινωνιολογικό σχόλιο «Είπαμε να μη χαθούμε» … αλλά, κυρίως, μιλώντας για μελοποιήσεις, ως κυριότερη προσφορά του θεωρούμε την μελοποίησή του στον Ρίτσο, που όμοιά της δεν υπάρχει στην ελληνική τραγουδοποιία. Η «Καντάτα για τη Μακρόνησο» είναι ένα έργο, το οποίο στα χέρια οποιουδήποτε άλλου συνθέτη είμαι σίγουρος ότι θα είχε καταλήξει σε ένα όργιο νεκροφιλίας και αυτολύπησης.

Αν δούμε π.χ. το κομμάτι «Χρόνος», όλες οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο υπάρχουν στο ποίημα:
η απαρίθμηση κακουχιών και θανάτων των κομμουνιστών κρατουμένων, η ηρωική εμμονή τους
στις αρχές και στο πολιτικό σχέδιο παρά την ήττα, η παρηγορητική απεύθυνση σε μία μητέρα …
κι ωστόσο, η μελοποίηση του Μικρούτσικου κατάφερε να μην βγει θρήνος, αντιθέτως να βγάλει μια δύναμη και μια αυτοπεποίθηση που δεν υποψιαζόμασταν. Και αυτό το κατάφερε δίνοντας στο λόγο τού ποιητή ένα στοιχείο απόστασης, σχεδόν αυτοσαρκασμού ενίοτε, χωρίς να γίνεται ούτε αφελές έπος ούτε γελοιοποίηση· εκφράζοντας σεβασμό αλλά όχι ιερότητα και αγιοποίηση. Η διαβεβαίωση «Μεγάλες μέρες μάς περιμένουν, μητέρα» ακούγεται στην ηχογράφηση να τον απαγγέλλει ο Γιώργος Κιμούλης, και η φωνή του δείχνει ότι αυτός που μιλάει γνωρίζει πολύ καλά ότι καμία μεγάλη μέρα δεν τους περιμένει, αλλά έχει ανάγκη να πιαστεί από αυτή τη διαβεβαίωση για να μη λυγίσει, για να αντλήσει δυνάμεις από τον εαυτό του σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούσε να αντλήσει από πουθενά αλλού.

Στον δε «Ντικ», όταν ο ομιλητής ―εν προκειμένω ομιλήτρια― διαβεβαιώνει ότι έχουμε

μπόλικη πέτρα… μπόλικη καρδιά
να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
τα Λαϊκά Μέγαρα, τα κόκκινα στάδια
και το μεγάλο μνημείο των ηρώων
της επανάστασης,

όλοι ξέρουν ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές είναι αναληθείς· ότι καμία φάμπρικα, κανένα μέγαρο, κανένα μνημείο δεν πρόκειται να χτιστεί στο ορατό μέλλον. Δεν είναι όμως άκυρες και ανυπόστατες. Ούτε είναι «λαϊκισμός των ψευδών υποσχέσεων». Είναι μία επιτελεστική εμμονή, μία δήλωση η οποία δεν λέει (μόνο) αυτό που λέει, αλλά λέγοντάς το λέει επίσης, κατά τρόπο περιλεκτικό [perlocutionary]: «κουφάλες, δεν μας συντρίψατε, υπάρχουμε, εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε, να φανταζόμαστε και να επιθυμούμε».

Είμαι σίγουρος ότι ο Μικρούτσικος γνωρίζει, και συμφωνεί, ότι ο δικός του «Μεγάλος Ερωτικός» δεν είναι βέβαια ο «Σταυρός του Νότου», αλλά είναι η «Καντάτα για τη Μακρόνησο». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος την αναφέρει στην ίδια συνέντευξη. Το κάνει βέβαια μόνο και μόνο για να βρει μια ευκαιρία να πει έναν καλό λόγο για το ΚΚΕ, πάντα «χωρίς ίχνος λαϊκισμού»:

Προκαλώ κι εσένα και οποιονδήποτε άλλο να διαβάσουµε τον λόγο του Δηµήτρη Κουτσούµπα πριν από τη συναυλία µου «Καντάτα για τη Μακρόνησο» που έδωσα για τα εκατό χρόνια του ΚΚΕ.

Θα σου µιλήσω για έναν κοινωνικό επιστήµονα που δεν εντάχθηκε ποτέ στο ΚΚΕ και προσωπικά εκτιµώ ότι είναι από τους πιο καταρτισµένους µαρξιστές στην Ευρώπη, ο οποίος πλησίασε τον Κουτσούµπα και του είπε ότι αυτό το επίπεδο λόγου καθηγητή σε αγγλικό πανεπιστήµιο να προέρχεται από γραµµατέα κοµµουνιστικού κόµµατος του φάνηκε πράγµα πρωτόγνωρο.

Η δήλωση αυτή έχει έναν εξίσου διττό χαρακτήρα με το μελοποιημένο ποίημα του Ρίτσου –– είναι δίκοπη, όπως και η «ζωή» του Μάνου Ελευθερίου. Σε κυριολεκτικό επίπεδο, είναι τελείως άκυρη. Χωρίς καμία τάση εξιδανίκευσης των αγγλικών πανεπιστημίων, θεωρώ ότι είναι απίθανο να υπάρχει σε αυτά καθηγητής, που ο λόγος του να συνίσταται σε συνωμοσιολογικές-αντισημιτικές ανοησίες του τύπου «ο Βαρουφάκης άνθρωπος του Σόρος ήτανε, έχει πει ότι ήτανε, το λένε όλοι ότι ήτανε, είναι γνωστό στην ελληνική κοινωνία» (συνέντευξη του γ. γραμματέα του ΚΚΕ στον Αντέννα).

Σε περιλεκτικό επίπεδο, όμως, εισάγει στη συζήτηση το συγκεκριμένο έργο και την πεποίθηση του δημιουργού του ότι και αυτό είναι σημαντικό –ίσως σημαντικότερο. Και έτσι συνεννοούμαστε. «Γνωρίζουμε για ποιόνα/ εγράφησαν οι στίχοι» (Κ. Καβάφη: «Τέμεθος, Αντιοχεύς· 400 μ.X.»)· και κυρίως, πώς και γιατί μελοποιήθηκαν, κόντρα στη νοοτροπία εικονοστασίου και θυματολογίας του ριζοσπαστικού πατριωτισμού.

Οι ανίδεοι, διαβάζουν Κουτσούμπαν.




Σημείωση:
Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε επίσης
στο blog του συγγραφέα Nomadic universality.
Οι εικόνες προστέθηκαν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».



Ο Άκης Γαβριηλίδης γεννήθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη.
Έχει ολοκληρώσει διδακτορικό στη Φιλοσοφία του Δικαίου (ΑΠΘ) και μεταδιδακτορική έρευνα στην Πολιτική Ανθρωπολογία (ΠΑΜΑΚ).
Από το 1995 ζει στις Βρυξέλλες, όπου απασχολείται επαγγελματικά ως μεταφραστής και ερασιτεχνικά ως ραδιοφωνικός παραγωγός.
Πολυάριθμα πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα διαφόρων χωρών, καθώς και στο Διαδίκτυο (ιδίως στο μπλογκ nomadicuniversality).
Έχει εκδώσει επτά βιβλία στα ελληνικά και ένα στα αγγλικά για θέματα όπως η νεκροφιλία του πατριωτισμού, ο ελληνικός εμφύλιος, ο Άκης Πάνου, ο Μπίλλυ Ουάιλντερ, οι Πόντιοι και η οικονομικοπολιτική κρίση.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


3 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 47653

    27 Ιουν 2019

    Τον είχα για πιο έξυπνο τον κ. Άκη μας από το να ασχολείται με την κουταμάρα του καθενός, εν προκειμένω του Μικρούτσικου.

  • Ανώνυμος 47650

    27 Ιουν 2019

    Η καταφυγή ενός ατόμου, πού δεν έχει από πού να πιαστεί, σε ένα προσωπικό καταφύγιο όπου θα κρυφτεί, όπου θα αντλήσει δυνάμεις από τον ίδιο τον εαυτό του, είναι κάτι θεμιτό, κάτι κατανοητό.
    Οταν όμως αυτό το άτομο θα προσφέρει το καταφύγιο του και σε άλλους (μέσω της στρατευμένης τέχνης, του μαζικού πολιτικού λόγου κλπ) για να το υιοθετήσουν, να τον ακολουθήσουν και να μοιραστούν τις ίδιες εμπειρίες και παρηγοριές, τότε αυτό δεν είναι μόνο μια άντληση δύναμης σε χαλεπούς καιρούς, αλλά οι αντικειμενικές συνθήκες, και μάλιστα οι ιδανικές αντικειμενικές συνθήκες, για να δημιουργηθεί ένα φαντασιακό υπόστρωμα, όπου πάνω τους θα κτιστούν οι βάσεις για να εκληφθούν οι παρηγορητικές φαντασιώσεις ως αδήριτη ιστορική αναγκαιότητα και η ιλαροτραγωδία θα επανέλθει ξανά.
    Δεν γνωρίζω για τον Μικρούτσικο, αλλά ο Γιάννης Ρίτσος, όταν έγραφε αυτά τα ποιήματα, πρώτον ήταν βέβαιος γι' αυτά που έγραφε και δεύτερον στο μυαλό του είχε την εμμονή να γίνει ποιητής και να παραμείνει ποιητής. Είτε είχε τις ικανότητες είτε όχι.

  • Ανώνυμος 47644

    26 Ιουν 2019

    https://www.youtube.com/watch?v=zveemnKDo6w