ΡΩΜΙΟΣΥΝΑΡΑΣ

Αρχαιολατρία, βυζαντινολατρία,
ευσέβεια και μεγαλοϊδεατισμός
στο έργο του Κωστή Παλαμά

Στα πάρκα της χώρας είναι στημένες προτομές κι αγάλματα ποιητών, ιστορικών, λογίων κ.λπ. πνευματικών ταγών της Ρωμιοσύνης, τα ονόματα των οποίων έχουν επιπλέον δοθεί τιμητικά σε δρόμους και πλατείες όλης της επικράτειας. Αποσπάσματα από τα έργα τους διδάσκονται σωρηδόν στα σχολεία, ενώ κατά τις εθνικές γιορτές, τις διαλέξεις, τις ημερίδες κ.λπ. που διοργανώνονται, οι ομιλητές συναγωνίζονται για το ποιος θα διατυπώσει τους πιο διθυραμβικούς επαίνους για εκείνους.

Γιατί όμως γίνεται αυτό; Γιατί όλος αυτός ο πολυδιαφημισμένος πνευματικός κόσμος ─αμφίβολης επιστημονικής / καλλιτεχνικής αξίας εξ άλλου στην πλειοψηφία τους─ χαίρουν εκτίμησης από σύσσωμη τη Ρωμιοσύνη;

Η απάντηση είναι απλή: Όλων αυτών το έργο ήταν όπως ακριβώς πρόσταζε το εθνικό φαντασιακό, εκθείαζε δηλαδή όλους τους εθνικοθρησκευτικούς μύθους και τα ψέματα, πάνω στα οποία στήθηκε το σύγχρονο κράτος.

Και γιʼ αυτό ανταμείφθηκαν ανάλογα. Αρκετοί από αυτούς ήταν βολεμένοι σε υψηλόβαθμες δημόσιες θέσεις. Κι από την ασφάλεια του μισθού από το Δημόσιο, την ώρα που ο λαός περνούσε πείνες και δυστυχίες, μπορούσαν καλύτερα να γράφουν τα πατριωτικά διηγήματα, τα ηθοπλαστικά ποιήματα, τις ιστορίες τους κ.λπ., όπως και εγκώμια διαφημίζοντας ο ένας τον άλλον.

Μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση αποτελεί και ο Κωστής Παλαμάς. Έγραψε για την αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο, το χριστιανισμό, τη Μεγάλη Ιδέα κ.λπ. ιδεοληψίες της Ρωμιοσύνης. Παράτησε τις σπουδές του, διορίστηκε όμως γραμματέας στο πανεπιστήμιο με υπογραφή του τότε Υπουργού Παιδείας Α. Παναγιωτόπουλου, με εισήγηση του οποίου εκδόθηκε και το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα. Είχε πλέον σίγουρη την οικονομική και χρονική άνεση να εξασκήσει την ποιητική τέχνη.

Λόγω της ποιητικής του υπερπαραγωγής στην υπηρεσία των εθνικοθρησκευτικών μύθων κατέλαβε πρωτεύουσα θέση στη νεορωμέικη ποίηση και χαρακτηρίστηκε ως ο Ρίλκε (λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα) της Ελλάδας. Σήμερα, τον διδάσκονται στα σχολεία κι έτσι τον γνωρίζουν άπαντες οι σύγχρονοι ρωμιοί. Από μια απλή περιήγηση στο διαδίκτυο μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί, ότι ο Παλαμάς χαίρει εκτίμησης από όλους: εθνικιστές, αρχαιολάτρες, χριστιανούς, ακόμα κι από αριστερούς.

Αν με την ίδια ποιητική τέχνη όμως, δεν είχε γράψει υπέρ της Αρχαιότητας, του Βυζαντίου, της θρησκείας, της Μεγάλης Ιδέας, αλλά ακριβώς τα αντίθετα, ασφαλώς και δεν θα του είχε προσφέρει κανένας δημόσια θέση, θα τον είχαν εξοβελίσει στο «πυρ το εξώτερον», όπως τόσους άλλους, δεν θα είχε προβληθεί το έργο του, δεν θα διδασκόταν στα σχολεία, δεν θα υπήρχαν προτομές του και σήμερα δεν θα τον ήξερε κανείς.


 

 
Εικόνα από την άκρατη παλαμολατρία του διαδικτύου.
Ο ποιητής εκθειάζεται σε πλήθος χριστιανικών κι εθνικιστικών ιστοσελίδων.

 




Ευσεβείς πρόγονοι

Ο Παλαμάς γεννήθηκε στην Πάτρα το 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων με αξιόλογη πνευματική / θρησκευτική δραστηριότητα. Ανάμεσα στους Παλαμάδες υπήρξαν πολλοί ιερωμένοι.

Ο προπάππος του ποιητή, Παναγιώτης Παλαμάς (παραλλαγή του επωνύμου Παλαμάρης), διατέλεσε μαθητής του Ευγ. Βούλγαρη στην Αθωνική Ακαδημία κι είχε μαθητή τον Κοσμά τον Αιτωλό. Ίδρυσε στο Μεσολόγγι την «Παλαμαία Ακαδημία». Ο παππούς του, Ιωάννης, δίδαξε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Ο αδελφός του παππού του, Γρηγόριος Παν. Παλαμάς, ήταν θεολόγος και ιεροδιάκονος. Ο θείος του, Ανδρέας Παλαμάς, υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος. Ο Ιωάννης Δ. Παλαμάς, ξάδελφος του ποιητή, ήταν δάσκαλος και σχολάρχης στο Μεσολόγγι και ασχολήθηκε με θεολογικές μελέτες. Ο Στέφανος Δ. Παλαμάς, κι αυτός ξάδελφος του ποιητή, έγινε καλόγερος. Ένας θείος του, ο Πανάρετος Παλαμάς υπήρξε ασκητής στην «Αγιά Λεούσα» της Κλεισούρας του Ζυγού. Ασκητής ήταν κι ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα).

Όταν ο ποιητής ήταν έξι ετών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών. Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας. Τον Κωστή ανέλαβε ο θείος του, Δημήτριος Παλαμάς, θεολόγος, ψάλτης και υμνογράφος, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι.

Μεγαλώνοντας, γράφτηκε στη Νομική Σχολή, αλλά δεν την τελείωσε, γιατί σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές του. Ήθελε να γράφει ποιήματα. Ήταν το 1897, όταν  διορίστηκε γραμματέας του πανεπιστημίου της Αθήνας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1929.


 

 



Αμαρτωλός καλογέρευε
Ο Θεός να σʼ έχει κάτου από την σκέπη του
κι εσύ να ευλογής έναν αμαρτωλό.

Κ. Παλαμά: «Γράμματα στη Ραχήλ»,
γράμμα της 11/7/1927.


Αυτή η οικογενειακή χριστιανική παράδοση και ατμόσφαιρα θα κάνει τον ποιητή να γράψει στα «Χρόνια μου και τα Χαρτιά μου»: «Καλογερικό το φυσικό μου; η ανατροφή μου; Ποιος ξέρει!», και να χαράξει (το 1895, στα τριανταέξι του χρόνια) τους ακόλουθους στίχους του στο έκτο ποίημα των «Πατρίδων» στην «Ασάλευτη ζωή», που δείχνουν την καλογερική κλίση του:

Αμαρτωλός καλογερεύω στ' Αγιονόρος,
με καίει ο Σατανάς κ' η Κόλαση με τρώει,
σε βαθύ πλάνο ρέμα πνίγομαι οδοιπόρος,
είν' η ψυχή μου χαλασμός και μοιρολόι.

...Γάμου φορούνε φόρεμα, κ' εγώ; «Κύριε, γίνου
Σωτήρ μου!» Και θολώνω με τα δάκρυά μου
το θείο Βρέφος, ζωγραφιά του Πανσελήνου.



Ο ποιητής
με τα λειτουργικά άμφια

Τα χέρια μου είναι για να υψώνω
την προσευχή στον ουρανό.

Κ. Παλαμά: «Τα χέρια μου»
από την «Πολιτεία και μοναξιά».


Η φράση ο «ποιητής με τα λειτουργικά άμφια» είναι του ίδιου του Παλαμά, ο οποίος «ιερούργησε» μέσα στη χριστιανική παράδοση.

Στον «Κύκλο των Τετραστίχων» θα μας δώσει αυτούς εδώ τους τόσο χαρακτηριστικούς και κατανυχτικούς στίχους του, που δείχνουν τη βαθιά χριστιανική του πίστη:

Μήτ' ο οιστρήλατος του Αισχύλου με δονεί παλμός
των θεών ούτε και η γαλήνη που την έκλεψε ο Φειδίας,
όσο εσύ με συνεπαίρνεις ο λειτουργικός ψαλμός:
Άνω σχώμεν τας καρδίας!


Κι ακόμα στους «Βωμούς» του, συναντάμε τους ακόλουθους στίχους του στο ποίημα του «Το Αεροπλάνο», που εκφράζουν την ίδια αυτή κατανυχτική διάθεση:

Ω θολωμένε από βιβλία που γράφονται του κάκου!
Κάθε φορά το σήμαντρο του εσπερινού ή του όρθρου
που προσκαλεί στην εκκλησιά και που το μονοπάτι
στρώνει προς της παράκλησης το μυστικό παλάτι,
κάθε φορά το σήμαντρο του εσπερινού ή του όρθρου
που σπρώχνει μια φτωχή ψυχή να κάμη το σταυρό της
το κίνημα το αθέλητο κι απ' την καρδιά βγαλμένο,
πιο πολύ αξίζει, πιο σοφό το σταυροκόπημά της
κι απ' όλους των πολύξερων τους νόμους και τους δρόμους.



Πάθος για τη Βίβλο

Η επαφή του Κωστή Παλαμά με την Αγία Γραφή δεν ήταν καθόλου περιστασιακή. Δεν τη λογάριαζε σαν ένα κοινό βιβλίο μέσα στα άλλα. Η Αγία Γραφή υπήρξε το ξεχωριστό βιβλίο, που τον έθρεψε πνευματικά. Το ξεχώρισε ανάμεσα από τα βιβλία που τον απασχόλησαν και το διάβαζε συνεχώς ως βιβλίο υψηλού φρονηματισμού και φωτισμένης και διαποτισμένης με το λόγο του Θεού παιδείας.

Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη άσκησαν μεγάλη επιρροή στο έργο του. Ο Παλαμάς εμπνεύστηκε πολλαπλά από την Αγία Γραφή. Με πολλές ευκαιρίες θα την ξεχωρίσει και θα την «ψάλλει δεόντως». Από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, το βιβλίο από το οποίο περισσότερο ερανίζεται ο Παλαμάς είναι οι «Ψαλμοί».

Εκτός από τα κείμενα της Βίβλου, ο Παλαμάς είχε πνευματική συναναστροφή με τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας, το «Τριώδιο», το «Πεντηκοστάριο», την «Παρακλητική», τα «Μηναία», το «Ευχολόγιον» κ.λπ..

Όχι μόνο από διαβάσματα κατά την ώριμη ηλικία του, αλλά κάπως βαθύτερα είχε χαραχθεί στην ψυχή του από τα παιδικά του χρόνια ο παλμός των εκκλησιαστικών ύμνων. Μας το εξομολογείται ο ίδιος στην «Ποιητική
» του, στο κεφάλαιο «Ο λυρισμός των όλων»: «Στην εκκλησία πήγαινα για ν' ακολουθήσω τη λαμπρότητα της ιεροτελεστίας... Στον εσπερινό τακτικός, παιδάκι, και στη λειτουργία της Κυριακής». Αυτή η ενάργεια των πρώτων εντυπώσεων έχει τη συνέχειά της: έγινε βασικό κίνητρο στην ειδική μελέτη του στην περιοχή της Υμνογραφίας και μεταφέρθηκε στο ποιητικό του έργο ως καρπός βιώματος.

Οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, τα κοντάκια, οι οίκοι, τα τροπάρια, τα εφύμνια, οι κανόνες κ.λπ. τον συγκίνησαν ιδιαίτερα. Πηγή ακένωτη απέβη για τον Παλαμά μια τέτοια γνωριμία με την εκκλησιαστική ποίηση. Δονήθηκε από τους εκκλησιαστικούς ύμνους και θέλησε τη δόνηση αυτή να τη μεταγγίσει στους αναγνώστες των στίχων του, να τους κάνει κοινωνούς της Υμνογραφίας.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά:

Αγία,
Αγία Πίστη των πατέρων μου έλα
και γιόμισέ μου την καρδιά
και γλυκολάλαε μέσα μου και γέλα
σαν τα πασίχαρα παιδιά.

Και ξέπλυνέ μου μέσα σε Ιορδάνη
τα κρίματα και μια φορά
κάμε και προς εμένανε ό,τι κάνει
η μυστική περιστερά!
 
Και νεύρωσέ μου την ψυχή και μάθε
κι εμέ να θέλω, να μπορώ,
και διώξε απ' τη δική μου γνώμη κάθε
δείλιασμα ανάμελο κρυερό.
 
Κάθε σοφία και γνώση αυτού του κόσμου
που φέρνει ζάλη περισσή
αντί να ρίχνη λάδι αγνό στο φως μου,
κάμε η ψυχή μου να μισή.
 
Της απιστίας ω! βγάλε μου την κάμπη
της υποψίας και τα καρφιά
κι εμπρός μου πολυκέφαλη ας μη λάμπει
μία κι η Αλήθεια κι η Ομορφιά.


                      Κ. Παλαμά: «Ο ποιητής»

Στο εύγλωττο αυτό ποίημα για την ψυχοσύνθεση του Παλαμά βρίσκουμε απήχηση των λόγων του Εκκλησιαστή, που δεν είναι άλλος από τον Σολομώντα, το γιο του Δαβίδ: «Και έδωκα καρδίαν μου του γνώναι σοφίαν και γνώσιν. Και καρδία μου είδε πολλά, σοφίαν και γνώσιν, παραβολάς και επιστήμην έγνων εγώ, ότι και γε τούτο εστί προαίρεσις πνεύματος. Ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως, και ο προστιθείς γνώσιν προσθήσει άλγημα». (Εκκλ. Α. 16-18).

Ιδιαίτερα θα πρέπει να υπογραμμίσει κανείς τους στίχους για τη «σοφία και γνώση αυτού του κόσμου» που, αντί να γαληνεύει την ψυχή του και να τον ξεκουράζει, απεναντίας φέρνει μες στο μυαλό του μια «ζάλη περισσή».


 

 
Ο Παλαμάς ύμνησε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας,
που στρέφονται κατά των αρχαίων ποιητών και φιλοσόφων.

 


Στη «Φλογέρα του βασιλιά» ο ποιητής δίνει στίχους του, που αποτελούν απόδοση της Ακολουθίας του «Ακάθιστου Ύμνου».

Στον 4ο Λόγο αυτής της ποιητικής συλλογής εισάγεται η Παναγία και μεταφέρεται το κοντάκιο της Ακολουθίας του «Ακάθιστου» που αρχίζει:

Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια.


στο στίχο:

Ω στατηλάτισσα Κυρά, σʼ εσέ τα νικητήρια.
                                     4ος Λόγος, Φ.Β
.


Κι αλλού ο Παλαμάς μεταφέρει τον ίδιο στίχο:

Υπέρμαχη Στρατήγισσα, σʼ εσέ τα νικητήρια.
                                     9ος Λόγος, Φ.Β.

Ο τελευταίος στίχος του ίδιου κοντακίου:

Χαίρε νύμφη ανύμφευτε,

μεταφέρεται:

Χαίρε απάντρευτη νύφη.
          4ος Λόγος, Φ.Β.


Οι στίχοι:

Σκέπη το κόσμου πιο πλατειά απ' τον κόσμο, στο σκοτάδι,
πύρινε στύλε οδηγητή, και της ψυχής λιμάνι,
και ποταμέ που μας κυλάς το μέλι και το γάλα,

                                                          9ος Λόγος, Φ.Β.

συνοψίζουν τους στίχους του «Ακάθιστου»:

Χαίρε, σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαίρε, πύρινε στύλε οδηγών τους εν σκότει.
Χαίρε, ότι λιμάνα των ψυχών ετοιμάζεις.
Χαίρε, ότι τον πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν.
Χαίρε, εξ ης ρέει μέλι και γάλα.


Ο στίχος:

Όπου έσταξες το γιάτρεψες το φλόγισμα του ειδώλου,
                                                    9ος Λόγος, Φ.Β.


είναι από τον κανόνα του «Ακάθιστου», 2ο τροπάριο της ωδής στʼ:

Εκ σου η δρόσος απέσταξε, φλογμόν πολυθεΐας η λύσασα.

Οι παρακάτω στίχοι:

Παρακαλώ σε, ο πόνος μου βαθύς, δεν υποφέρω
τη σαϊτιά του Σατανά, δε με σκεπάζει σκέπη,
από παντού με πολεμάν, καταφυγή του κόσμου.
                                          11ος Λόγος, Φ.Β.

είναι παρμένοι από εκκλησιαστικό τροπάριο:

Θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι των δαιμόνων τα
τοξεύματα, σκέπην ου κέκτημαι, πάντοθεν πολεμούμενος
και παραμυθίαν ουκ έχων πλην σου.
                                     Τροπάρ. Μικρ. Παρακλ. Καν.



Αρχαιολατρία

Η αρχαιολαγνεία είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, που ταλανίζει τα μυαλά και τις ζωές των ρωμιών: «Όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, εσείς ήσασταν ακόμα στα δέντρα», δηλαδή με άλλα λόγια: «μην κοιτάτε που είμαι ουραγός σήμερα, εγώ είχα πολύ σπουδαίους προγόνους...». Κι όσο πιο πολύ σπουδαίους φτιάχνει ο ρωμιός (αρβανίτης, βλάχος κ.λπ.) στη φαντασία του τους φαντασιακούς προγόνους (αρχαίους έλληνες), τόσο πιο πολύ σπουδαίος αισθάνεται ο ίδιος. Μιας και δεν έχει τίποτε το θετικό να επιδείξει σήμερα κι είναι τελευταίος σε όλα, με μανταμ-σουσούδικη μαεστρία επιδεικνύει φαντασιακά επιτεύγματα φαντασιακών προγόνων. Γιʼ αυτό κι ο διαχρονικά αγαπημένος ήρωας της Ρωμιοσύνης είναι ο Καραγκιόζης.

Έτσι και ο Παλαμάς. Πίστευε ότι η ελληνική αρχαιότητα θα έπρεπε να γίνει σύμβολο ζωής, δράσης και ανωτερότητας και προς αυτήν στρεφόταν με τα ποιήματά του. Ο ίδιος είχε γράψει: «Και την μεγάλην χάριν η νεωτέρα ποίησις χρεωστεί εις το ότι συχνά λούεται μέσα εις τα θαυματοποιά νερά της ελληνικής αρχαιότητος».

Στο αρχαιοπρεπές ποιήμα του «Ύμνος εις την Αθηνάν» (1888) ζητά να έλθει στην Ελλάδα το αρχαίο πνεύμα ως πνεύμα κάθαρσης και απολύτρωσης. Το 1892 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Τα μάτια της ψυχής μου», στην οποία εκδηλώνει τη γοητεία που ασκούσε στο μυαλό του ο αρχαίος ελληνικός κόσμος.

 

 
Ανόητοι στίχοι του Κωστή Παλαμά για τα Χριστούγεννα
από το Αναγνωστικό της ΣΤ΄ Δημοτικού (1952).
Το πώς θα γιορτάσει τα Χριστούγεννα το ετερόκλητο πλήθος
των επήλυδων στον ελλαδικό χώρο διδάσκεται στα σχολεία
κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής, παρεχόμενης από το κράτος παιδείας.
(Διαβάστε: Silent night - Stille nacht - Άγια νύχτα).
 


Βυζαντιολαγνεία

Παρʼ όλο ότι η αρχαία Ελλάδα κυριαρχεί μέσα στον Παλαμά ως αιώνια αξία, εν τούτοις ο ποιητής δείχνει ενδιαφέρον και για όλα τα άλλα στάδια του ρωμέικου φαντασιακού κι εμπνέεται ακόμη και από το περιφρονούμενο κατά την εποχή του Βυζάντιο.

Στον Παλαμά τo Βυζάντιο, κι επομένως και τα εκκλησιαστικά κείμενα, τα οποία είναι η καθαυτό ποιητική έκφραση του Βυζαντίου, που υπήρξε πολιτεία θεοκρατική, πέρασε με συνέπεια στοχασμού και έμπνευσης. «Όπως και αν σταθούμε, και με την αρχαιολατρία και με τη συμπάθεια μιας ζωντανής ζωής τριγύρω μας, είμαστε και κληρονόμοι των βυζαντινών». («Η βυζαντινή κληρονομιά στη νεοελληνική μας ποίηση», μελέτημα δημοσιευμένο στα 1930).


 

 


Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ο Διον. Σολωμός, τον οποίο εξ άλλου θαύμαζε ο Παλαμάς, δεν είχε γράψει τίποτε για το Βυζάντιο, σε αντίθεση με τον Παλαμά. Μα, όταν ζούσε ο Σολωμός (1798−1857) δεν είχε ακόμα ενσωματωθεί στο εθνικό φαντασιακό το Βυζάντιο. Αυτό έγινε μετά τα μέσα του 19ου αιώνα.

Πρώτος σθεναρός υπέρμαχος της αδιάσπαστης χωροχρονικής εθνικής συνοχής, ο οποίος «πειράθηκε να εύρη την ενότητα του βυζαντιακού κράτους, να εισδύσει εις το πνεύμα του, να αναδείξη δι΄ ιστορικής και φιλοσοφικής ανασκαφής τον έλληνα υπό τον ρωμαίον», ήταν ο βυζαντινολόγος Σπυρίδων Ζαμπέλιος στο έργο του «Βυζαντιναί μελέται» (1857).

Τη σκυτάλη, αμέσως μετά, ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος στην «Ιστορία του ελληνικού έθνους» (ο πρώτος τόμος της εκδόθηκε το 1860 και ο τελευταίος το 1877), καταδίκαζε την περιφρόνηση του νεότερου κόσμου προς το Βυζάντιο και με γλαφυρότητα κι ενθουσιασμό αναδείκνυε τη βαθειά του πίστη στην ελληνική φυλή. (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Zorba the Christian).
 

 

 



Περήφανος ρωμιός
Η Ελλάδα μια, ακομάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,
μια των Ελλήνων η ψυχή!
Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτι
ταʼ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό,
του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητη
στον ένα αόρατο Θεό.

Κ. Παλαμά: «Το τραγούδι των προσφύγων».


Το 1901 κυκλοφόρησε το έργο «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» του Αργύρη Εφταλιώτη. Ήταν εποχή, που τα ονόματα ρωμιός και Ρωμιοσύνη συγκινούσαν περισσότερο από σήμερα τους ρωμιούς. Τα ονόματα έλληνας και ελληνισμός, εισαχθέντα συνταγματικά κατά το 1822, δεν είχαν ακόμη επικρατήσει στη συνείδηση και τη χρήση του λαού.

Παρʼ όλα αυτά ο Γεώργιος Σωτηριάδης έγραψε μια κριτικήν κατά της «Ιστορίας της Ρωμιοσύνης» του Εφταλιώτη, όπου ισχυριζόταν ότι η χρήση των ονομάτων ρωμιός και Ρωμιοσύνη αντί των έλληνας κι ελληνισμός δείχνει έλλειψη φιλοπατρίας κι ότι η λέξη ρωμιός θα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχει καταφρονεμένη σημασία «ανθρώπου ευτελούς και χυδαίου».

Ο περήφανος ρωμιός Κωστής Παλαμάς έγινε έξω φρενών. Με την πέννα του γεμάτη εκδίκηση και ειρωνεία απάντησε στους χλευασμούς του Σωτηριάδη κατά της Ρωμιοσύνης με το έργο του «Ρωμιός και Ρωμιοσύνη». («Άπαντα», τόμ. ΣΤ, σελ. 273-281):

«Τα δύο τούτα λόγια», γράφει ο Παλαμάς αναφερόμενος στους όρους ρωμιός και Ρωμιοσύνη, «επειδή δε μας έρχουνται, ίσα ολόισα, από την εποχή του Περικλή, παραμερίστηκαν αγάλια, αγάλια, από την επίσημη γλώσσα, καθώς κι όλα τα λόγια τα δυσκολομέτρητα της ζωής και της αλήθειας.

»Έλληνες, για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά, ρωμιοί.

»Το όνομα (ρωμιός) κάθε άλλο είναι παρά ντροπή. Αν δεν το περιζώνει αγριλιάς στεφάνι από την Ολυμπία, το ανυψώνει στέμμα ακάνθινο μαρτυρικό και θυμάρι μοσκοβολά και μπαρούτη.

»Δείχνει ίσα ίσα τη ζωή και την πραγματικότητα της λέξης το ότι αυτή μας ήρθε πρόχειρα στην ειλικρινή μας και στην πιο φωτεινή μας ψυχική κατάσταση ─στη συνείδηση του ξεπεσμού μας─ για να διαλαλήσουμε τον ξεπεσμόν αυτό, πιο πολύ από το γιορτιάτικο και από το δυσκίνητο τ' όνομα έλλην, ακόμη και από το όνομα έλληνας, που είναι κάπως πιο δυσκολορρίζωτο από το ρωμιός, και κρατούσε ως τα χτές ακόμη την αρχαία ειδωλολατρική σημασία» (σελ. 277).


 

 
Ποιητές της γενιάς του 1880: Ο Κ. Παλαμάς εν μέσω μιας παρέας
άλλων επίσης προβεβλημένων ρωμιοσυναράδων
(Α. Προβελέγγιο, Γ. Δροσίνη, Ι. Πολέμη κ.ά.).
(Γ. Ροϊλός, «Οι ποιητές», Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός», 1919).

 


Διαμαρτυρόμενος κατά της διαστροφής της ιστορίας της Ρωμιοσύνης από τους νεορωμιούς ο Κωστής Παλαμάς υποστήριξε όχι μόνον το δικαίωμα, αλλά και το καθήκον του Εφταλιώτη να χρησιμοποιεί το ρωμιός και Ρωμιοσύνη, αντί του έλληνας και ελληνισμός, αφού αυτά είναι τα πραγματικά μας ονόματα κατά τον μεσαίωνα και την οθωμανική περίοδο.

«Κ' έτσι, σε νέο μαρτύρεμα, ο ρωμιός φορτώθηκε στη ράχη του τις ξένες αμαρτίες των συνταγματικών ελλήνων. Κ' έτσι έγινε ο εξευτελισμένος ρωμιός των φωνακλάδων των καφενείων, ο φασουλής ρωμιός των σατυρογράφων, ο ασυνείδητος ρωμιός μέσα στο ψευτοβασίλειο που ρωμαίικο το λένε» (σελ. 277).

Ο Παλαμάς γνώριζε καλά ότι το τραγούδι του π. Θύμιου Βλαχάβα, «Ρωμιός εγώ γεννήθηκα, ρωμιός θε να πεθάνω», με το οποίο άρχισε το εν λόγω έργο του (σελ. 273), είναι ακαταμάχητη δύναμη όχι μόνον κατά των τούρκων, αλλά και κατά των νεορωμιών που ─ κατά τη γνώμη του─ προσπαθούσαν κι αυτοί να αφανίσουν τη Ρωμιοσύνη με πιο ύπουλο τρόπο, παρασκηνιακά, μέσω της παιδείας.

Μεγαλωμένος στο Μεσολόγγι κι ως εκ τούτου έχοντας τα ίδια αισθήματα με τον παπά Βλαχάβα και γνωρίζοντας ότι ο ρωμέικος λαός θα διατηρεί πάντοτε τα αισθήματα αυτά, ο Κωστής Παλαμάς πρόβλεψε τον τελικό θρίαμβο της Ρωμιοσύνης, όπως φαίνεται σαφώς στα λόγια με τα οποία τελειώνει το έργο του: «Όμως κάποιο αγνότερο και πιο βαθύ αίσθημα γλωσσικό δεν μπορεί παρά να βρει ακόμη στη λέξη Ρωμιοσύνη κάτι τι ποιητικά και μουσικά χρωματισμένο, κάτι τι φτερωτό, λεβέντικο για μας και ανάλαφρο, που νομίζω πως δεν τόχει ο ελληνισμός, με όλη τη βαριά του ασάλευτη μεγαλοπρέπεια» (σελ. 279).


 

 
Φανατικός μεγαλοϊδεατιστής.
Πίστεψε στη Μεγάλη Ιδέα με θρησκευτική ευλάβεια,
όπως ο ίδιος αναφέρει.

 



Η φλογέρα του βασιλιά

Με αυτό το πατριωτικό και πατριδολατρικό ποίημα ο Παλαμάς υπήρξε ο οραματιστής και εμπνευστής της εδαφικής επέκτασης της Ελλάδας με τους βαλκανικούς πολέμους και καλλιέργησε όσο κανείς άλλος τη Μεγάλη Ιδέα.  

Η «Φλογέρα του βασιλιά» διαδραματίζεται στο Βυζάντιο. Συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και τη δήθεν διαχρονική ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού-Ρωμιοσύνης, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Ήρωας του ποιήματος είναι ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, ο οποίος πάντα θα παραστέκει με το σπαθί και με το νου, με την ανδρεία και τη φρόνηση, με τα πολεμικά κατορθώματα και το δημιουργικό πνεύμα τη νέα Ελλάδα, που όχι μόνο θα επιβιώσει, αλλά και θα θριαμβεύσει και θα μεγαλουργήσει. Η έμπνευση της «Φλογέρας του Βασιλιά» είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για τη βυζαντινή αυτοκρατορία, και το Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Βουλγαροκτόνος απαντά στον άγγελο-σκιάχτρο, τον οποίο οραματίστηκε ακουμπισμένος στο παράθυρο του παλατιού του. Και η απάντησή του είναι η αποθέωση της Ρωμιοσύνης, της Μεγάλης Ιδέας, η προφητεία της μελλοντικής ρωμέικης δόξας.

Ο Παλαμάς στη «Φλογέρα του βασιλιά» δεν μας δίνει τόσο τον ίδιο τον Βουλγαροκτόνο ως πρόσωπο του ποιήματος ζωντανό, απτό και ανάγλυφο, με σάρκα και οστά, να κινείται, να δρα και να πραγματοποιεί τα πολεμικά του κατορθώματα, όσο την ιδέα του Βουλγαροκτόνου ως εθνικού ήρωα, το σύμβολο του ηρωικού βασιλιά, που παραστέκει πάντα τη Ρωμιοσύνη. Ο Βουλγαροκτόνος παρουσιάζεται στο ποίημα μόνο για να προκυνήσει και να δεηθεί στην Παναγιά την Αθηνιώτισσα ─τη χριστιανική εκκλησία που είχαν μετατρέψει το μεσαίωνα τον Παρθενώνα─ για να εξομολογηθεί και για να εκφράσει το όραμά του για τη Ρωμιοσύνη και την πίστη του σε αυτήν, που είναι συνάμα όραμα και πίστη του ίδιου του ποιητή. Ο Παλαμάς υμνεί τόσο τις νίκες του Βουλγαροκτόνου, όσο και την Παναγία ως σύμβολο της μεσαιωνικής Ρωμιοσύνης.

Ο Κωστής Παλαμάς ενώνει, ζευγαρώνει και αδελφώνει τον αρχαίο ελληνικό κόσμο με το βυζαντινό και το χριστιανικό, καθώς και με τον κόσμο του νεορωμέικου προτεκτοράτου, που δημιουργήθηκε μετά το 1821.


 

 
Τον Παλαμά εκθειάζουν και οι αριστερορωμιοί.
Γράφει ο Ν. Ζαχαριάδης το 1937 στο εικονιζόμενο βιβλίο:
«Ο Παλαμάς, ο ακούραστος καταλύτης και γκρεμιστής των αντιδραστικών
συμβόλων, ο ανώτερος οραματιστής του καλύτερου μέλλοντος για το λαό
και για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ο Παλαμάς αυτός θα παραμείνει
αναφαίρετο χτήμα του εργαζόμενου έθνους. Σʼ αυτό ανήκει
κι αυτό ξέρει να ανταμείβει τους φίλους του» (σελ. 67).

 

 

Αντιφάσεις και χάσματα

Ο Παλαμάς δεν είναι συνεπής πάντοτε σε ορισμένες αρχές. Τις ιδέες του μπορούν να διεκδικήσουν οι οπαδοί και αντίπαλων ακόμη ιδεολογιών. Είναι ο ποιητής των εμπνέυσεων, που του φέρνουν οι διάφοροι στοχασμοί κατά την ημέρα που γράφει.

Το 1907 εκδίδει τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», τον οποίο είχε αρχίσει να γράφει από το 1899. Το έργο αυτό, επειδή έχει αρκετά χάσματα, έκανε διάφορους κριτικούς του να επινοήσουν διάφορες ερμηνείες του νοήματος, οι οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους.

Σε αυτό που είναι πάντως σταθερός ο Παλαμάς σε όλο του το έργο είναι η προσήλωση στους εθνικοθρησκευτικούς μύθους και τις αυταπάτες της Ρωμιοσύνης.






Βιβλιογραφία

Ε.Ν. Μόσχου: «Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά», έκδ. «Δημ. Ν. Παπαδήμας», Αθήνα, 1993.

Απ. Σαχίνη: «Ένας επικός ύμνος του ελληνισμού. Η φλογέρα του βασιλιά του Παλαμά», έκδ. «Ίδρυμα Κωστή Παλαμά», Αθήνα, 1993.

Ν. Ζαχαριάδη: «Ο αληθινός Παλαμάς», έκδ. «Τα νέα βιβλία». Αθήνα, 1945.

Άγγ. Σικελιανού: «Κωστής Παλαμάς», έκδ. «Άλφα», Αθήνα, 1943.

Κ.Θ. Δημαρά: «Κωστής Παλαμάς. Η πορεία του προς την τέχνη», έκδ. «Ίκαρος».

Ν.Ε. Μηλιώρη: «Ο Παλαμάς και οι πρόσφυγες», ομιλία, Αθήνα, 1950.

Anthony Hirst: «God and the poetic ego. The appropriation of biblical and liturgical language in the poetry of Palamas, Sikelianos and Elytis», έκδ. «Peter Lang», Bern, 2004.

Ελ. Φιλοκύπρου: «Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης. Η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης», έκδ. «Μεσόγειος», Αθήνα, 2006.

Θ. Ξύδη: «Ο Παλαμάς και τα εκκλησιαστικά κείμενα», Αθήνα, 1950.

Ι. Ρωμανίδου: «Κωστής Παλαμάς και Ρωμιοσύνη», έκδ. «Ρωμιοσύνη», Αθήνα, 1976.



Διαβάστε επίσης
στην «Ελεύθερη Έρευνα»
και για άλλους ποιητές της Ρωμιοσύνης:

Για τον Διον. Σολωμό:
Ο Σολωμός χωρίς παρωπίδες

Για τον Κων. Καβάφη:
«Στον ένδοξό μας βυζαντινισμό»

Για τον Οδ. Ελύτη:
Ο Θεός, η γυναίκα του, ο ποιητής και ο πρωτομάστορας

Για τον Γιαν. Ρίτσο:
Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού
Η γοητεία του χώματος

Για τον Ν. Γκάτσο:
Επιβάλλεται να είσαι γυμνός