ΠΩΣ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ
ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Μεταγενέστερες παραχαράξεις
του Θούριου του Ρήγα

Οι θούριοι γράφτηκαν γιά να τραγουδιούνται και τραγουδιόνταν. Έτσι, τα κείμενά τους δέν είναι σταθερά. Όσα αντίγραφα γνωρίζουμε -τα περισσότερα χειρόγραφα και αχρονολόγητα- παραλλάζουν αρκετά. Έπειτα, καθώς είναι κείμενα δράσης επιδιώκουν να συντονίζονται με το πολιτικό κλίμα τής κάθε στιγμής. Κατά κάποιο τρόπο ανήκουν πιό πολύ στον τραγουδιστή, παρά στον συγγραφέα - γιʼ αυτό και οι περισσότεροι παραδίδονται ανώνυμα ή αποδίδονται στον γνωστότερο ποιητή τού είδους, τον Ρήγα.

Ακριβώς λοιπόν, οι μεταλλαγές, που παρατηρούνται από εκδοχή σε εκδοχή, μάς επιτρέπουν σήμερα να διαπιστώσουμε καθαρότερα τί αντιστοιχούσε και τί όχι στο ιδεολογικό περιβάλλον τής εποχής τους, να τους διαβάσουμε, μʼ άλλα λόγια, προσεκτικότερα.


Η παραχάραξη τού Ρήγα αρχίζει
από το ίδιο του τό όνομα.
Ο ίδιος υπέγραφε ως Βελεστινλής
ή Θεσσαλός και ουδέποτε ως Φεραίος.

Το Βελεστινλής το είχε λάβει από τον
τόπο καταγωγής του, το Βελεστίνο,
ένα μεσαιωνικό χωριό, τού οποίου η
ονομασία προέρχεται από τις φυλές
των βελεγιζιτών σλάβων, που ζούσαν
στα περίχωρα τής Δημητριάδος Βόλου
και των Θεσσαλικών Θηβών.

Το Φεραίος είναι επινόηση μεταγενέστερων λόγιων, όταν στα πλαίσια τής επιχείρησης εξελληνισμού των τοπωνυμίων και των ονομάτων στον ελλαδικό χώρο, σύνδεσαν την περιοχή τού Βελεστίνου με μιά πόλη τής αρχαίας Θεσσαλίας, τις Φερές (που ήδη όμως, δέν αναφέρονταν πουθενά από την πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο κι έπειτα) και μετονόμασαν τον Ρήγα
από Βελεστινλή σε Φεραίο!



Το φυλλάδιο, που είχε τυπώσει στα 1797 ο ίδιος ο Ρήγας, δέν σώθηκε. Το ανατύπωσε όμως, τον επόμενο χρόνο ο Χριστόφορος Περραιβός στην Κέρκυρα -στην Κέρκυρα των δημοκρατικών γάλλων- κι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, πως η ανατύπωση στάθηκε πιστή. [Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης τού Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, «Επαναστατικά τραγούδια τού Ρήγα και ο ύμνος στον Μποναπάρτε τού Περραιβού. Η έκδοση τής Κέρκυρας», (1798), Αθήνα, 1998].

Από εκεί μαθαίνουμε, πως ο Ρήγας είχε επιλέξει και τον σκοπό: «Εις το ήχον Μία προσταγή μεγάλη», διαβάζουμε πλάι στον τίτλο - ένα μακρόσυρτο τραγούδι, ρίμα γιά την ακρίβεια, ιστορικού περιεχομένου. Έπειτα, το «Ως πότε παλικάρια» ξανατυπώθηκε στα τέλη τού 1824, στη συλλογή των δημοτικών τραγουδιών τού Φοριέλ, δηλωμένη εξαίρεση ανάμεσα στα άλλα ιστορικά τραγούδια.

Τα είκοσι πέντε ενδιάμεσα χρόνια κύλησαν πολύ γοργά γιά τις εθνικές συνειδήσεις όλων των ευρωπαϊκών εθνών - και των ελλήνων. Η γαλλική επανάσταση έγινε στο όνομα τής κοινωνικής ελευθερίας, όμως σύντομα, και με καταλύτη τους αμυντικούς, αρχικά, πολέμους χρειάστηκε να προστεθεί το εθνικό συναίσθημα, ώστε να ενισχυθεί ο συγκινησιακός ψυχισμός όσων υπεράσπιζαν τη Δημοκρατία. Πολύ σύντομα, το ίδιο συναίσθημα επικαλέσθηκαν όσοι υπερασπίζονταν τώρα τη δική τους πατρίδα από τις, επεκτατικές πιά, διαθέσεις τού Ναπολέοντα.

Έτσι, όσο προχωράει ο καινούριος αιώνας, ο δέκατος ένατος, τόσο περισσότερο δικαιολογεί το όνομα, που επρόκειτο να τού αποδοθεί: ο αιώνας των εθνικισμών.


Από τους στίχους τού Ρήγα φαίνεται.
καθαρά ο βασικός σκοπός του,.
ο οποίος δέν ήταν εθνικός,
όπως δήθεν παρουσιάζεται.
Και πώς θα μπορούσε, άλλωστε;
Το έθνος με τη σημερινή του έννοια
δέν υφίστατο καν την εποχή του.

Ο Ρήγας καλούσε σε εξέγερση όλους
τους λαούς τής Βαλκανικής και τής
Ασίας κι ακόμα και τους τούρκους
και τους «αράπηδες» σε κοινό αγώνα
κατά τής Τουρκίας. Πολλοί από τους
συνεργάτες τού Ρήγα ήταν σλάβοι
τής Βαλκανικής, ρουμάνοι, σέρβοι,
βούλγαροι κι αρβανίτες.

 
Το πολιτικό σχέδιο τού Ρήγα, το οποίο προσπαθούσε να οικειοποιηθεί
την μέσα στις παραφυάδες τού οθωμανικού κατασταλτικού μηχανισμού αλληλεγγύη των ετερογενών ομάδων τού βαλκανικού χώρου γιά τη δημιουργία μιάς πανβαλκανικής δημοκρατικής ομοσπονδίας στη θέση τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, συνετρίβη με την ανάδυση των εθνικισμών στα Βαλκάνια και τη συγκρότηση των εθνών-κρατών.


Ας αρχίσουμε από κάποιες χρονολογικές διευκρινίσεις. Το κείμενο τού 1824 ετοιμάστηκε γιά το τυπογραφείο τέλη τού καλοκαιριού με αρχές τού φθινοπώρου 1823, και πιθανότατα είχε φτάσει στα χέρια τού γάλλου εκδότη έναν περίπου χρόνο νωρίτερα - αντιστοιχεί λοιπόν, με τις απαρχές τής ελληνικής επανάστασης. Ο Ρήγας πάλι, πρέπει να είχε συνθέσει το δικό του κείμενο στα 1796, στα χρόνια, που η γαλλική δημοκρατία είχε εδραιωθεί, η ακραία επαναστατική περίοδος είχε παρέλθει, και άρχιζαν οι εκστρατείες τού Βοναπάρτη.

Είπαμε, ότι η αρχική έκδοση δήλωνε και τον σκοπό τού τραγουδιού.
Η λεπτομέρεια αυτή δέν υπάρχει στη δεύτερη εκδοχή, αλλά μάλλον δέν πρέπει να δώσουμε σημασία στο πράγμα. Πιό σημαντική είναι μιά δεύτερη παράλειψη: πριν από τους περίφημους στίχους:

Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των Τυράννων να μήν ελθώ ποτέ!
Μήτε να τους δουλεύω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, γιά να παραδοθώ.
...
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν΄αστράψ' ο Ουρανός
και να με κατακάψει, να γένω σαν καπνός!


Το κείμενο τού Ρήγα παρέχει και μιά σκηνοθετική οδηγία: «Εδώ σηκώνονται οι πατριώτες ορθοί και, υψώνοντες τας χείρας προς τον ουρανόν, κάμνουν τον Όρκον». Βέβαια, τα λόγια ετούτα προδηλώνονται και από τους αμέσως προηγούμενους στίχους («και τότε με τα χέρια ψηλά στον ουρανόν» κ.λπ.), ωστόσο, η παραστατικότητα τής εικόνας, οπωσδήποτε αδυνατίζει.

Το βασικό, νομίζω, στοιχείο, που μας ενδιαφέρει, είναι ο τόπος τής ορκωμοσίας. Η σκηνοθεσία μάς οδηγεί στο ύπαιθρο - έχουμε δηλαδή κάτι ανάλογο με τις τελετές λατρείας τού Υπέρτατου Όντος, που ξέρουμε από τη γαλλική επανάσταση. Και πραγματικά, ο «Θεός» τού Ρήγα δέν είναι ο χριστιανικός θεός, ή μάλλον, ορθότερα, είναι κάτι ενδιάμεσο: υπάρχει και ο «σταυρός» ως σύμβολο, αλλά απαλείφεται όλο το εκκλησιαστικό πλέγμα. Ούτε ιερείς ούτε τίποτα τρίτοι ενδιάμεσοι.

Οι άλλες, σημαντικότερες, διαφορές είναι είτε συντομεύσεις είτε αλλαγές. Βέβαια, κάθε τραγούδισμα συντέμνει συνηθέστερα, παρά επισωρεύει, αλλά είναι χαρακτηριστικό, ότι εκτός από τους σχετικούς με τον Πασβάνογλου, άκαιρους πιά στίχους, αφαιρούνται και όλοι εκείνοι, που αναφέρονταν στα ασιατικά είτε αφρικανικά εδάφη τής οθωμανικής επικράτειας: ο Ρήγας απευθυνόταν και στον πασά τής Προύσας και στον πασά τής Συρίας και στους αιγύπτιους και στους λαζούς τού Πόντου, ακόμα και στους μαλτέζους. Ανήκε ακόμα τότε στους ιππότες της η Μάλτα, και οι μνήμες τού στόλου της παρέμεναν ισχυρές. Απευθυνόταν επίσης και στους αρμένιους (που το 1824 αντικαταστάθηκαν από τους «σέρβους»), ενώ το «αράπηδες και άσπροι» φεύγει, για να πάρει τη θέση του το «νησιώται κι ηπειρώται».

Ώς πότε οφικιάλος σε ξένους βασιλείς;
Έλα να γίνει στύλος δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την Πατρίδα κανένας να χαθεί,
ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί


σάλπιζε ο Ρήγας. Οι στίχοι ετούτοι κρατήθηκαν, ασφαλώς, ωστόσο οι αμέσως επόμενοι, που αναφέρονται στην προοιωνιζόμενη εξέγερση, δέν βρίσκονται στη μετεπαναστατική εκδοχή.

Και όσοι προσκυνήσουν δέν είναι πλιό εχθροί.
Αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας αν είναι, θα χαθούν.


(«Εθνικοί», δηλαδή ειδωλολάτρες, άπιστοι. Ο Ρήγας δέν είχε, φαίνεται, ενσωματώσει ακόμα στο λεξιλόγιό του τις καινούριες νοηματικές τροπές τής λέξης «έθνος» και των παραγώγων του). Η απουσία δηλώνει ολοκάθαρα τη μετάπτωση από τον κοινωνικό στον εθνικό στόχο. Ο Ρήγας είχε κατά νου την Ελευθερία, μία αδιαίρετη, παγκόσμια. Φυσικά, καθώς ο άμεσος εχθρός ήταν ο σουλτάνος, και οι χριστιανοί οι πιό καταπιεσμένοι υπήκοοί του, θα το έκρινε εύλογο να ερεθίσει το χριστιανικό συναισθηματικό υπόβαθρο - ωστόσο οι τελικοί στίχοι τού Θούριου φανερώνουν με αρκετή σαφήνεια το πολιτικό του όραμα:

Πώς οι προπάτορές μας πηδούσαν σαν θεριά,
γιά την Ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά,
έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν γιά μιά
τ' άρματα, και να βγούμεν απ' την πικρή σκλαβιά!

Να σφάξομεν τους λύκους, που τον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν
.

Στεριάς και τού πελάγου να λάμψει ο Σταυρός,
κι εις την δικαιοσύνην να σκύψει ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλιτώσει απ' αύτην την πληγή
κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την Γη!


Στην έκδοση τού 1824 τα λόγια αυτά αλλάζουν λίγο, τόσο, ώστε να αποκτήσουν εθνικό χρωματισμό:

Να σφάξομεν τους λύκους, που τον ζυγόν βαστούν,
και έλληνες τολμώσιν σκληρά να τυραννούν

...
νά 'λθει δικαιοσύνη, να λείψει ο εχθρός.


Έλληνες, στη θέση τού πανανθρώπινου «χριστιανοί και τούρκοι». Η αλλαγή μάλιστα, στον άλλο στίχο κρύβει ουσιαστικό νόημα. Η ενιαία εικόνα σπάζει σε δύο: στην πρώτη εκδοχή ο εχθρός θα αναγκαστεί να αποδεχθεί τη δικαιοσύνη, ενώ στη δεύτερη η δικαιοσύνη απλώς θα έρθει και ο εχθρός θα χαθεί.

Αυτήν τη σαφή ελληνοποίηση τής ελευθερίας τη συναντάμε και σε άλλο σημείο, εκεί, που ο Ρήγας καλεί τους ξενιτεμένους να επιστρέψουν: «Η Ρούμελη τους κράζει μ' αγκάλες ανοιχτές», έλεγε, «εδώ Ελλάς τους κράζει», διαβάζουμε στην ύστερη εκδοχή. Το εθνικό αντικατέστησε το πραγματικό. Οι πιό πολλοί ξενιτεμένοι ήταν ρουμελιώτες, δηλαδή βαλκάνιοι, όχι μικρασιάτες.


Ωστόσο, η Ελλάδα υπάρχει και στους στίχους τού Ρήγα, προσωποποιημένη μάλιστα (σε χωρίο, που λείπει από την παρισινή έκδοση). Η θέση της όμως, στο τέλος μιάς ενότητας, μας επιτρέπει να συλλάβουμε ακριβέστερα το νόημα, που έδινε στην εικόνα ο Ρήγας. Πρόκειται γιά την ενότητα, στην οποία καλούνται οι πληθυσμοί τής οθωμανικής επικράτειας να εξεγερθούν.

Η προτροπή απευθύνεται πρώτα στους σουλιώτες και τους μανιάτες, ακολουθούν οι μαυροβούνιοι, οι σταυραετοί τού Ολύμπου, οι αγραφιώτες, οι ανδρείοι μακεδόνες, οι αδελφοί τού Σάβα και τού Δούναβη, κατόπιν οι ναυτικοί τής Μαύρης Θάλασσας, τού Εύξεινου δηλαδή, και οι λαζοί -αναφορές, που δέν υπήρχαν, είδαμε, στο δεύτερο κείμενο- οι ναυτικοί τής Ύδρας, τής Κρήτης και των άλλων νησιών (οι δεύτεροι αντικαταστάθηκαν, εύλογα, από τους ψαριανούς), τέλος οι μαλτέζοι: όλους αυτούς θέλει και κράζει η Ελλάδα «με μητρική φωνή».

Πρώιμος μεγαλοϊδεατισμός; Ή, γιά να κρατήσομε τη διατύπωση τού Γιάννη Κορδάτου, «o Ρήγας πρόδρομος τού νεοελληνικού ιμπεριαλισμού»; («Ο Ρήγας Φεραίος και η εποχή του», Αθήνα, 1931, σ. 82. Αυτές οι διατυπώσεις ή μάλλον, ολόκληρη η σχετική ανάλυση χάνεται στην αναθεωρημένη, ύστερα από τις εμπειρίες, που σωρεύθηκαν, και κυρίως τις προοπτικές, που προέκυψαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Βλ. «Ο Ρήγας Φεραίος και η Βαλκανική ομοσπονδία», Αθήνα, 1945, σ. 161-163).


Στο απόσπασμα από τη
σειρά «1821» τού Σκάι,
ενώ εικονίζεται το μέρος
τού «Θούριου», που κάνει
λόγο για βούλγαρους,
αρβανίτες, αρμένιους και
ρωμιούς, ο παρουσιαστής
(βουλευτής σήμερα) δέν
διαβάζει ρωμιούς, αλλά
έλληνες!: «Έλληνες,
τούρκοι, βούλγαροι,
αρβανίτες, αρμένιοι και
άραβες...»

Μιά ακόμα ασέλγεια σε βάρος τού Θούριου τού Ρήγα
από πολιτικό ταγό τής Ρωμιοσύνης (βλ.
Zorba the Christian).



Στη «Νέα Πολιτική Διοίκηση», αν το μεταγενέστερο αντίγραφο, που μας έχει διασωθεί δέν έχει, κι αυτό, υποστεί ιδεολογικές προσαρμογές, έχουμε σαφή αναφορά στην «Ελληνική Δημοκρατία», που οραματίζεται ο Ρήγας, και η οποία «είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τον κόλπον της διάφορα γένη και θρησκείας».

Και στο παράρτημα τού «Συντάγματος», όπως το ονομάζουμε, εκεί που αναφέρονται τα σύμβολα τού μελλοντικού κράτους, σημειώνονται τα εξής: «Όλοι οι έλληνες στρατιώται φορούν εις το κεφάλι περικεφαλαία», και «Κάθε έλλην και ελληνίς, ομοίως και κάθε κάτοικος τής Δημοκρατίας ταύτης, πρέπει να φορεί εις την περικεφαλαίαν του ή την σκούφιαν του έν παρόμοιον ρόπαλον [...] γραμμένον ή κεντημένον εις άσπρο πανί [...]. Τούτο είναι το σημείον τού να γνωρίζονται οι ελεύθεροι δημοκράται και ισότιμοι αδελφοί». Το ρόπαλο είναι το «ρόπαλον του Ηρακλέους». (Λ. Ι. Βρανούσης, «Ρήγας», Αθήνα, 1953, σ. 388). Οι εξεγερμένοι δημοκράτες δέν χρειάζονταν στο συμβολικό επίπεδο, παρά ένα απλό και ρωμαλέο όπλο -κάτι σαν τη σφιγμένη γροθιά, αργότερα- απέναντι στον περίτεχνο οπλισμό τού δυνάστη, ακριβώς επειδή η δική τους δύναμη ήταν ανάλογη τού Ηρακλή.

Νομίζω, πως οι συμβολισμοί είναι καθαροί. Η περικεφαλαία τού Άρη, μα και τής Αθηνάς, η σκούφια, το κάλυμμα των φτωχών, σε αντίθεση με το καπέλο -έτσι δέν παριστάνονταν και η γαλλική Δημοκρατία;- το ρόπαλο. Ανάλογα και η Ελλάδα αντιστοιχεί περισσότερο με την Αρετή, τη Σοφία, την Ελευθερία, τη Δημοκρατία των αρχαίων.

Όλοι αυτοί οι πολιτικοί και ιδεολογικοί τόποι θα επιβιώσουν ως την ελληνική επανάσταση. Καθώς θα κρυσταλλώνονται όμως, θα αποκτούν ολοένα και περισσότερο εθνικό περίγραμμα και θα αποβάλλουν, σιγά-σιγά, τον κοινωνικό και παγκόσμιο χαρακτήρα τους. Μισόν αιώνα μετά τον Ρήγα, οι έλληνες θα τονίζουν περισσότερο τη φυλετική παρά την ιδεολογική τους συγγένεια με τους αρχαίους.





Σημειώσεις:

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο υπό τον τίτλο:
«Iδεoλoγικοί τόπoι: 1797, 1824» (avgi.gr, 25.3.2011).


Ο τίτλος, η εικονογράφηση και οι υπότιτλοι
τής παρούσας δημοσίευσης
έγιναν με μέριμνα τής «Ελεύθερης Έρευνας».


Το άρθρο εντάσσεται
στο Αφιέρωμα τής «Ελεύθερης Έρευνας»:
1821: Η αποστασία των ρωμιών.




 

Διαβάστε στην
«Ελεύθερη Έρευνα»:

Πλαστός ο «Θρήνος τής Άλωσης»
(γιά το
«Θρήνο τής Άλωσης»
και τον
«Αποχαιρετισμό τού Κλέφτη») και

Το καρναβάλι των αφιονισμένων (γιά το τραγούδι
«Έχε γειά καημένε κόσμε»
τού μύθου τού χορού τού Ζαλόγγου).
 



Το Αφιέρωμα τής
«Ελεύθερης Έρευνας»:
1821: Η αποστασία των ρωμιών
αποτελείται από τα παρακάτω άρθρα:

Πώς το εθνικό αντικατέστησε το πραγματικό
Ποιά 400 χρόνια; Ποιά σκλαβιά;
Η άρνηση τού οθωμανικού παρελθόντος μας
1821: Πώς οι ρωμιοί μεταλλάχτηκαν σε «έλληνες»
Η λαφυρομανία των «αγωνιστών» τού ʼ21
Τους έφαγε το... φεγγάρι !
Τυχοδιώκτες και μαχαιροφόροι
Από την Τριπολιτσά στην... Τρόικα
Όταν οι ρωμιοί, με θείες ευλογίες βομβάρδιζαν την Ακρόπολη...
Η θρησκοληψία τού Μακρυγιάννη
Η κατάχρηση των αγγλικών δανείων από τους «ημέτερους» το ΄21
Βίος και πολιτεία τού Διον. Σολωμού

Το Αφιέρωμα συνεχίζεται...



Ο Αλέξης Πολίτης σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι.
Τα χρόνια 1976-1989 εργάστηκε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Ε.Ι.Ε..
Σήμερα, είναι καθηγητής στον Τομέα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.