Ο ΔΟΥΛΟΠΡΕΠΗΣ
ΟΡΚΟΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ
ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ
ΣΤΟ ΣΟΥΛΤΑΝΟ

«Ομολογώ πίστιν και εύνοιαν
εις τον κραταιόν βασιλέα,
την βασίλισσαν και τα βασιλίδια...»

Απότοκο των συμφωνιών, που ανάγονται στην περίοδο πριν την πτώση τής Κωνσταντινούπολης, αποτελεί ο όρκος, που έδιναν οι πατριάρχες, όταν αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους. Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται για μια απλή ομολογία πίστης προς το σουλτάνο, αλλά για μια δήλωση υποταγής όχι μόνον στον «κραταιόν αυτοκράτορα βασιλέα», αλλά και στη γυναίκα και στα παιδιά του («ου μόνον εις τον βασιλέα, αλλά και εις την βασίλισσαν και εις τα βασιλίδια»), ακόμα και στους γαμπρούς του.

To 1905 εκδόθηκαν από το Πατριαρχικό Τυπογραφείο υπό την επιστασία του αρχειοφύλακα του Πατριαρχείου Καλλίνικου Δελικανή τα σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα από το 1564 έως το 1863, που αφορούσαν στις σχέσεις τού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με διάφορες ορθόδοξες Εκκλησίες. Ο όρκος υποταγής στο σουλτάνο, που έδιναν οι πατριάρχες επί Τουρκοκρατίας, είναι καταγεγραμμένος στον τρίτο τόμο. Δημοσιεύουμε παρακάτω ένα απόσπασμα, ενδεικτικό της πατριαρχικής δουλοπρέπειας έναντι τής οθωμανικής εξουσίας.

 



Στο τρίτομο έργο του αρχιμανδρίτη Καλλίνικου Δελικανή, αρχειοφύλακα του Οικουμενικού Θρόνου, περιέχεται η άγνωστη αλληλογραφία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με άλλα «αδελφά» πατριαρχεία (από το 1564 έως το 1863) με νουθεσίες, συστάσεις και οδηγίες για υποταγή στη σουλτανική εξουσία, εκφοβισμούς κι αφορισμούς.
 

«Ομολογώ δια της παρούσης μου εγγραφής ίνα φυλάττω προς σε τον κραταιόν αυτοκράτορα βασιλέα καθαράν πίστιν και εύνοιαν, καθά χρεωστώ τούτο από φυσικού και νομίμου χρέους, και ίνα υπάρχω εις τον ορισμόν και εις το θέλημα και εις το πρόσταγμα της βασιλείας σου, και κατά παντός ανθρώπου εναντιουμένου τω παρόντι όρκω»· και μετʼ ολίγα, ου μόνον εις τον βασιλέα, αλλά και εις την βασίλισσαν, και εις τα βασιλίδια αυτών τον όρκον απευθύνει λέγων· «ει δε συμβή το κοινόν τινι αυτών αποδούναι χρέος, ίνα έχω απεντεύθεν χωρίς αμφιβολίας οιασδήτινος η χρείας ετέρου όρκου προς τον περιπόθητον υιόν της αγίας σου βασιλείας φυλάσσειν επʼ αυτόν την αυτήν καθαράν πίστιν και άδολον εύνοιαν.

»(...) Σωζομένης δε της προς αυτόν πίστεως, και ευνοίας μου, και της τιμής της βασιλείας σου, ίνα υπάρχω εις τον ορισμόν και εις το θέλημα και πρόσταγμα της περιποθήτου αυγούστης της αγίας σου βασιλείας»· και μετʼ ολίγα· «ίνα υπάρχω εις τον ορισμόν και εις το θέλημα και πρόσταγμα της βασιλείας σου και ποιήσω καθώς αν διορίσηται η βασιλεία σου εγγράφως τε και αγράφως, η περί της περιποθήτου σου θυγατρός της περιφανεστάτης ( . . . . ) και του μέλλοντος αυτή συζευχθήναι, η περί άλλης τινός οικονομίας ορισθησομένης παρά της βασιλείας σου.

»Εάν δε γένηται οιοσδήτις δισταγμός, η αμφιβολία, απευθύνω εμαυτόν εις την περί τούτων ερμηνείαν, κατά τον ορισμόν της βασιλείας σου, και ως φυλάξω ταύτα δια της παρούσης μου εγγραφής σώα και απαράθραυστα, εκτός δόλου και πάσης παροικίας, η παρερμηνείας τινός· ούτως είη μοι και το θείον ίλεων.

»(...) Φυλάσσειν προς μεν τον βασιλέα πίστιν ορθήν, προς δε τας εκκλησιαστικάς παραδόσεις και συνηθείας έχειν γνώμην αμετακίνητον, και μηδαμώς νεωτερίζειν εν ταύταις· άλλως δε ποιούντα ταύτα και απαυθαδιάζοντα η προς τον βασιλέα, η προς τας εκκλησιαστικάς διατυπώσεις εκπίπτειν της αξίας, ώστε ου μόνον αρχιερέα, αλλά ουδέ χριστιανόν λέγεσθαι· τούτο γαρ σημαίνει το από Χριστού μη κεκλήσθαι, ως τον χριστόν Κυρίου παρενοχλούντα

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ