Η ΘΡΗΣΚΟΛΗΨΙΑ
ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Ασκητείες, θείες οπτασίες,
συνομιλίες με Θεό, Χριστό,
Παναγία, αγγέλους, αγίους κ.λπ.


«Τρέξε, σε θέλει γρήγορα η Ελένη.

Ποια Ελένη; τής λέγω.
Η μητέρα τού Κωνσταντίνου,
τού σημαιοφόρου τού σταυρού.»

«Και τότε έδωσε ο Χριστός τής Θεοτόκος ένα δαχτυλίδι,
και η Θεοτόκο τής γυναικός όπου με φωτίζει,
και τής είπε να μού το δώσει εμένα,
και μού τό΄δωσε και το έχω ως τώρα.»

«Τότε μού λέγει τρεις φορές (σ.σ. ο θεός):
Γιάννη, Γιάννη και Αγιάννη, ήρθα και μόνος μου
κάτω εις την οικίαν σου. Δεν απόλαψε άλλος
τοιούτως σε τούτην την ζωή. Μόνον εσύ.»

Στρατηγού Μακρυγιάννη: «Οράματα και Θάματα»


Τον Μακρυγιάννη τον βρίσκουμε μπλεγμένο σε όλες τις μηχανορραφίες τής Ρωμιοσύνης τής εποχής του. Έλαβε μέρος στούς μετά το ʼ21 λεγόμενους εμφυλίους πολέμους, όταν αλληλοεξοντώνονταν οι διάφορες κατά τόπους ληστοσυμμορίες, αλλά και στην κατάχρηση των πρώτων αγγλικών δανείων. Καθαιρέθηκε από τον Καποδίστρια, ύμνησε κατʼ αρχή τον Όθωνα, αλλά συνωμοσιολόγησε μετά εναντίον του. Συνελήφθηκε και καταδικάστηκε από το στρατοδικείο σε θάνατο για εσχάτη προδοσία. Η ποινή του όμως άμεσα, μετατράπηκε σε ισόβια, έπειτα σε 20ετή κάθειρξη και τέλος, δυο μόλις χρόνια μετά, με τη μεσολάβηση τού τότε πανίσχυρου Υπουργού των Στρατιωτικών, Δ. Καλλέργη, απαλλάχθηκε. Αργότερα, τον έκαναν κι αντιστράτηγο!

Έχει υπερεκτιμηθεί η συμμετοχή του σε ορισμένες μάχες, ενώ παράλληλα αποσιωπάται η συμβολή του στην πλέον καταστρεπτική ήττα, στη μάχη τού Ανάλατου (1827), όταν ο στρατηγός, μόλις που σώθηκε, «χάριν εις τα ποδάρια» του, όπως ο ίδιος παραδέχεται στα «Απομνημονεύματά» του.

Εκτός από τα «Απομνημονεύματα», που βρίθουν εμπάθειας και ανακριβειών (διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Ιδεολογία και αξιοπιστία τού Μακρυγιάννη), μάς άφησε και τα «Οράματα και Θάματα», τα οποία άρχισε να γράφει, όταν ήταν 53 ετών. Στα «Απομνημονεύματά» του ο Μακρυγιάννης δεν χάνει ευκαιρία για επίδειξη αμφισβητήσιμης μετριοφροσύνης. Αυτή η «μετριοφροσύνη» μετατρέπεται στα «Οράματα και Θάματα» υπό το κράτος άλλων ψυχικών καταστάσεων, σε ταπεινοφροσύνη και αυτοεκμηδενισμό. Εδώ η αυτοσυντριβή γίνεται μπροστά στό θεό. Ο Μακρυγιάννης μιμείται στην εντέλεια το ύφος ιεροκηρυγμάτων, προφητικών ή αποκαλυπτικών κειμένων, αλλά και διδαχών, που εγκωμιάζουν τη χριστιανική ταπεινοσύνη.

Ο φανατισμός του φθάνει στα έσχατα, γίνεται εξαλλοσύνη και τύφλωση. Πρόκειται για παθιασμένα ταλιμπανίστικα κείμενα, έργο ενός σαλεμένου, βαθειά θρησκόληπτου νου. Η καθυστέρηση τής έκδοσής τους για περισσότερο από μισόν αιώνα οφείλεται προφανώς, στην προσπάθεια να μην βλαφτεί η υστεροφημία του.

Αυτή η πτυχή τής προσωπικότητας τού Μακρυγιάννη εξετάζεται στο παρακάτω άρθρο. Θα παρακολουθήσουμε πώς ανελίσσεται η θρησκευτικότητά του και πώς ολισθαίνει διαδοχικά στη θρησκοληψία, τους οπτασιασμούς και τις φαντασιώσεις. Μια αλληλοδιαδοχή από ψυχωτικές και ιδεοληπτικές κρίσεις. Αδυναμία προσαρμογής, εγωκεντρική ψυχολογία, μεγαλομανία, υπέρμετρη φιλοδοξία. Τα θρησκευτικά βιώματα φθάνουν στο έσχατο πάθος, στο παρανάλωμα.

Φυσικά, όλες οι υποθέσεις ή προτάσεις, που διατυπώνονται, περιορίζονται σε μια λογική επεξεργασία των κειμένων, που σταματάει αυστηρά στα σύνορα τής ιατρικής και στο κατώφλι τής ψυχιατρικής και τής επιστημονικής ψυχολογίας...


Περιχαρακωμένος στις δεισιδαιμονίες
Ο Μακρυγιάννης ενσάρκωνε τον περιχαρακωμένο στις δεισιδαιμονίες άνθρωπο τής τουρκοκρατίας. Κατεχόταν από δυσπιστία και φοβίες για τις αλλαγές και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Ήταν συντηρητικό πνεύμα. Έμεινε προσηλωμένος στην πατροπαράδοτη ενδυμασία, τη φουστανέλα και τα μεϊντανογέλεκα. Αρνήθηκε να αναλάβει αξίωμα στη Χωροφυλακή και να φορέσει «τα στενά», δηλαδή ευρωπαϊκό ιματισμό. «Ούτε εις την οδηγίαν τού
Γραλλιάρη (του γάλλου συνταγματάρχη Grallard) μπαίνω ούτε τα φορέματα μου βγάζω».



 



Η Ρωμιοσύνη εκθειάζει τα θρησκευτικά παραληρήματα τού Μακρυγιάννη.

 

Ζητούσε κτήματα
Στα εκσυγχρονισμένα σχολεία, που ιδρύονταν στην Ελλάδα από δυτικούς, έβλεπε πάντοτε φωλιές προσηλυτιστών και υπονομευτών τής Ορθοδοξίας. Ζητούσε από τους βαυαρούς να μοιράσουν στους αγωνιστές κλήρο πενήντα στρεμμάτων από τα εθνικά κτήματα - σύμφωνα, άλλωστε, με τις αποφάσεις των επαναστατικών κυβερνήσεων. Ζητούσε ακόμα να καταβληθεί σε κάθε οπλαρχηγό «από μιλιούνι και κάτου» (Απομν., τ. Β΄, σ. 62) - αξίωση παράλογη, αστήρικτη και εξωπραγματική. Δεν τάχθηκε, όμως, ο Μακρυγιάννης υπερ τής διανομής τής γης στους ακτήμονες, που αποτελούσε το κλειδί για τη λύση τού κοινωνικού προβλήματος και την οικονομική αναπτύξη τής χωρας. Πολύ περισσότερο, αφού οι πολεμικές συμφορές έπληξαν το σύνολο σχεδόν τού πληθυσμού και κυρίως την αγροτιά.



«Εκλαμπρότατε, να με θυμηθής όταν έλθη το δάνειον, ότι τας ελπίδας μου, μετά τον Θεόν, εις την Εκλαμπρότητα σου την έχω και μη με αφήσης περίλυπον. Παρακαλώ να με αγαπάς όπως και πρότερον».

Μακρυγιάννης

(Απόσπασμα επιστολής του προς τον Κουντουριώτη, από τα Αρχεία Κουντουριώτου, τ. Ζ΄, σελ. 546).

Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»:
Η κατάχρηση των αγγλικών δανείων από τους «ημέτερους» το ΄21



Οι προοδευτικές ιδέες απειλούν τα ιερά και τα όσια
Απεχθάνεται κάθε νεωτεριστική πρωτοβουλία, κυρίως, όταν προέρχεται από τη Δύση. Τον τρομάζουν οι προοδευτικές ιδέες, απειλούν τα ιερά και τα όσια. Υπερασπίζεται με πάθος τα πατροπαράδοτα, υποψιάζεται τους λογίους, που σπούδασαν στην Ευρώπη και ειρωνεύεται τους «πεφωτισμένους». Αυτός είναι «μπερμπάντης, κακής διαγωγής» (Απομν., τ. Α΄, σ. 177), οι άλλοι «μισομαθείς και άθρησκοι» (Οράμ., σ. 96). «Δεν θέλω τέτοιες ομιλίες  μπερμπάντικες» (σ. 98).

Αντιδρά στην πολιτιστική πρόοδο και τις μεταφυτεύσεις ευρωπαικού τύπου ψυχαγωγίας στην Ελλάδα. Θεωρεί το θέατρο, τους χορούς, τη μόδα στην αμφίεση ολισθήματα αταίριαστα σε χριστιανούς ορθόδοξους, εξαχρείωση. Απορρίπτει οργίλος τον ευρωπαϊκό «ξευγενισμό». Εκφράζει τον παραδοσιακό συντηρητισμό των λαϊκών μαζών, την καλογερική αδιαλλαξία, τον πουριτανισμό τής θολής και αδιαμόρφωτης μετεπαναστατικής κοινωνίας. Και ξιφουλκεί μαινόμενος, με δημαγωγικές πολλές φορές υπερβολές. «Θέλετε θέατρο. Το φτιάσατε κι αυτό για να μάς μάθει την παραλυσία. Και πουλάνε τα βιβλία τους οι μαθηταί και πάνε ν΄ακούσουνε τη Ρίτα Βάσω, την τραγουδίστρα τού θεάτρου (Απομν., τ. Β΄, σ. 101, 102)... πολυτέλειες θέλουν, ξευγενισμόν μεγάλον, θέατρα, μπιλιάρδους, πιανοφόρτα, κιθάρες, γυμνές οι κυρίες το σώμα τους, έχουν όμως, χερότια μισά εις τα χέρια τού ξευγενισμού.» (Οράμ., σ. 186).

Έδερνε τη γυναίκα του
Ο συντηρητισμός του είναι απήχηση των εκκλησιαστικών κανόνων και παραδόσεων. Ο σύζυγος έχει δικαίωμα να ξυλοφορτώνει τη σύζυγο, η γυναίκα πρέπει να υποτάσσεται στον άντρα. «Η γυναίκα ήταν μαλωμένη με τον άντρα της και την έδερνε πολύ... Αφου την έδειρε, πήγε η αγία Κατερίνη και όλοι οι άγιοι και τής είπαν να κάμει το μικρότερον αυτήνη, ότι η γυναίκα είναι υποκείμενη εις τον άντρα» (Οράμ., σ. 78). Άλλωστε και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης καταχέριζε τη συμβία του, μάνα δώδεκα παιδιών. «Θύμωσε η γυναίκα μου... και ξέρασε, καμόσα. Τότε εγώ θυμωμένος κόντεψα να τη στείλω εις την άλλη ζωή» (Οράμ., σ. 117).

Είναι αυστηρός, σχολαστικός στα ήθη, επιτιμητικός. Καταγγέλλει τον αντιβασιλέα Άρμανσμπεργκ, γιατί «πάντρεψε τα δυό κορίτσια του και πήραν δυό αδέρφια» (Οράμ., σ. 54). «Εγίναμεν Σόδομα και Γόμορα» (Απομν., τ. Β΄, σ. 126).

Ναι, στα μοναστήρια
Η απόφαση τής βαυαρικής αντιβασιλείας να περιορίσει τον αριθμό των μοναστηριών -αναγκαίο κοινωνικό μέτρο, ανεξάρτητα από τον τρόπο, που εφαρμόστηκε, αφού πολλές μονές είχαν καταντήσει καταφύγιο κηφήνων- προκάλεσε τη βίαιη εξανάσταση τού Μακρυγιάννη. Θεωρούσε τα μοναστήρια στήριγμα τής Ορθοδοξίας και το κλείσιμό τους έγκλημα, αντεθνική πράξη και απανθρωπία.

Εν αρχή ην ο θεός...
Εκείνο, ωστόσο, που περισσότερο ξεχωρίζει στην προσωπικότητα τού Μακρυγιάννη είναι η θρησκευτικότητα. Βαθιά θρησκευτικότητα, που διαποτίζει τα «Απομνημονεύματα» από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Σε ό,τι καταγράφει, περιστατικά, βιώματα, δοκιμασίες, παντού η αναφορά ή η επίκληση στο θεό, παντού η μυστική παρουσία του, η σκέπη και η παραμυθία, παντού προανάκρουσμα και κατακλείδα ο θεός.

Κάνε μετάνοιες, να πιάσεις πιρδικόπουλα
Ο Μακρυγιάννης έχει μια ιδιαίτερη εξοικείωση με το θεϊκό στοιχείο, καλλιεργεί ένα διάλογο, συνομολογεί μυστικές συμφωνίες. Ο ίδιος, υπογραμμίζοντας αυτή την απεριόριστη πίστη, εμφανίζει τη θρησκευτικότητά του ως μια διδαγμένη επίκτητη ιδιότητα. «Από ενού χρονού παιδί με εσυνήθισαν οι γονέοι να κάνω μετάνοιες και μʼ έλεγαν: “Κάνε μετάνοιες να πιάσης πιρδικόπουλα”. Πήγαιναν εκείνοι, μου ΄φερναν περδικόπουλα και μούλεγαν: “Για έκαμες μετάνοιες και τάπιασες”. Και εσυνήθισα με τούτον τον τρόπον και ένανα μετάνοιες» (Απομν., Παρ., Σχ. αυτοβιογρ., τ. Β΄, σ. 221). Τα ίδια μαθήματα έδωσε ο Μακρυγιάννης και στα παιδιά του. Τού έλεγε ο Δημήτρης: «Άντες, πατεράκη μου, να κάμομεν τον σταυρόν μας εις τον θεούλην μας και εις την μητέραν μας την Παναΐαν να μάς σώσει και να μάς δώσει ψωμάκι και να μάς γλυτώσει από το κακόν» (σ. 159).

Αργότερα, αυτή η θρησκευτική προπαίδεια, που διαμορφώνεται σε βαθύτατη θρησκευτική συνείδηση, εξασφαλίζει προσβάσεις στο θείο, προνομιακή μεταχείριση και προστασία. Έφηβος, ύστερα από βαριά προσβολή στο πανηγύρι τού Άη-Γιάννη, προστρέχει αλλόφρων στον άγιο. «Μπαίνω τη νύχτα μέσα εις την εκκλησία του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες. Τ΄είναι αυτό οπούγινε σ' εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον παρακαλώ να μού δώση άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα τού φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον.» (Απομν. σχ. αυτοβιογρ., τ. Α΄, σ. 111 και Οράμ., σ. 167). Κλείνει η συμφωνία, υπογράφεται σιωπηρά το συμβόλαιο. Και η εξόφληση, «εις τον προστάτη μου και ευεργέτη μου κι αληθινόν φίλον, τον Άη-Γιάννη», θα γίνει στην εντέλεια -με επισημότητα και συνέπεια- ύστερα από δώδεκα περίπου χρόνια.

Εξαγοράζει τη θεϊκή ανταπόδοση
Αυτός είναι ο Μακρυγιάννης. Ένας ευλαβικός, «παιδιόθεν», χριστιανός, που εξαγοράζει τη θεϊκή ανταπόδοση. Και πιστεύει, πως τα πάντα, ατομικά και γενικά, εκπορεύονται από τη βούληση τού παντοδύναμου θεού. Όλοι «οι τίμιοι άνθρωποι», ζουν κάτω από το προστατευτικό χέρι τού θεού. Ο Μακρυγιάννης είναι ευσεβής, δίκαιος, ειλικρινής, δεδομένη η θεϊκή προστασία. Αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώνεται από αδιάψευστες προσωπικές εμπειρίες. Πώς σώθηκε από τα δεσμώτηρια (στην Άρτα) και την αγχόνη (στην Πάτρα), από τους φοβερούς κινδύνους τού πολέμου και τους κατατρεγμούς τής ειρήνης; Χάρη στη θεϊκή συμπαράσταση και την προνομιακή προστασία. Θεωρεί αδιαμφισβήτητη την ουράνια επικουρία σε κάθε απόφασή του, πρωτοβουλία και πράξη. Τον παρακολουθεί η θεία πρόνοια.

Ο θεός είναι δεδηλωμένος σύμμαχος τού Μακρυγιάννη. Από πουθενά αλλού απαντοχή. «Κύριε, ο μόνος σωτήρας είναι η παντοδυναμία σου και εσπλαχνία σου σ΄εμάς οπού κιντυνεύομεν και εις την ματοκυλισμένην μας πατρίδα (Απομν., τ. Β΄, σ. 138)... Μόνος ο θεός, μόνος ο αληθινός αυτός κι ο δίκαιος κυβερνήτης σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμα» (σ. 91).

Λίγο πριν από τη μάχη των Μύλων (1826), είπε στον διοικητή τής γαλλικής μοίρας Derigny, που βγήκε στη στεριά και σάστισε βλέποντας τα αδύνατα οχυρώματα και τον μικρό αριθμό αγωνιστών, που τα υπερασπίζονταν: «Τού λέγω είναι αδύνατες, οι θέσες κι εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός οπού μάς  προστατεύει» (τ. Α΄, σ. 256). Την ίδια μέρα, σε μια ομάδα γάλλων αξιωματικών, που απορούσαν για την παράτολμη αντίσταση πίσω από ένα μαντροτοίχι: «Εμείς απ΄ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο θεός φυλάγει και τους αδύνατους. Κι αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν δια την πατρίδα μας, δια την θρησκεία μας... κι ο θεός βοηθός» (σ. 259). Και στον άγγλο Gordon λίγο πριν από μια κρίσιμη επίθεση (1827) στην πειραϊκή ακτή: «Κόπιασε η γενναιότη σου και σ' αυτήνη την μπατάγια την σημερινή θα γένη ο θεός αρχηγός... Τι να κάμης, μού λέγει, σε τόσο πλήθος τούρκων; - Είναι ο θεός, τού λέγω, και κάνει ο ίδιος» (σ. 304). «Ότι είναι ντουφέκι και σπαθί ελληνικόν, θρησκευτικόν και πατριωτικόν» (σ. 311).

Κατά το αντιβασιλικό κίνημα ο θεός συμπαρατάσσεται με τους επαναστάτες: «...στράβωσε την εξουσίαν και την ενέκρωσε... κι ο βασιλιάς κι όλοι αυτήνοι κοιμάτον» (τ. Β΄, σ. 136). Σύμμαχος και στα παρκερικά κατά των άγγλων. «Κι ο θεός, οπού μάς γλύτωσε τόσες φορές, μάς έσωσε και τότε» (σ. 206, βλ. και σ. 52). Σε ποιόν χρωστάνε την ελευθερία τους; Στον επουράνιο αυθέντη. «Ο θεός ο αληθινός τους ανάστησε ξυπόλητους, γυμνούς, νηστικούς, δεμένα τα ντουφέκια τους με σκοινιά» (σ. 53).

Αγράμματος «θεολόγος»
Κάθε πρωτοβουλία τού Μακρυγιάννη υπαγορεύεται από τη θρησκευτική του συνείδηση, είναι σύμφυτη με τα θρησκευτικά βιώματα, τις εκκλησιαστικές παραδόσεις και την ευαγγελική διδαχή. Η ανεξαρτησία, οι λαϊκές ελευθερίες, τα δικαιώματα των πολιτών, το πολίτευμα, οι νόμοι δεν είναι, για τον Μακρυγιάννη αγωνιστικές κατακτήσεις, αλλά δώρα θεού. Η θρησκευτικότητα χρωματίζει τα «Απομνημονεύματα» τού Μακρυγιάννη, κραυγαλέα ή υποβόσκουσα, ένα αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο μοτίβο για την αποτελεσματικότητα τής θεϊκής προστασίας. Ο αγράμματος Μακρυγιάννης αφηγείται σαν εμπερίστατος θεολόγος.

Πρόκειται για μια θρησκευτικότητα, που ξεπερνάει το πλαίσιο τής ευσέβειας και τής πίστης των λαϊκών ανθρώπων. Στα «Απομνημονεύματα» η θρησκευτικότητα αποσαθρώνεται μερικές φορές σε θρησκοληψία. Στα Οράματα, κάτω από ειδικές συνθήκες και εξωτερικές επενέργειες, φουντώνει και εκφυλίζεται, εξελίσσεται σε θρησκευτικό παραλήρημα.

Η θρησκευτικότητα ενός αδιάλλακτου
Όταν ο Μακρυγιάννης επικαλείται τη θεϊκή προστασία για τους «τίμιους ανθρώπους», προσθέτει «όποιας θρησκείας κι αν είναι» (Οράμ., σ. 103, 216). Δίνει έτσι την εντύπωση ανεξίθρησκου ανθρώπου, χριστιανός ή μουσουλμάνος το ίδιο. Με μια σημαντική διαφορά. Χριστιανός για τον Μακρυγιάννη, σημαίνει αποκλειστικά ορθόδοξος. Όλα τα άλλα χριστιανικά δόγματα είναι τού σατανά. Οι δυτικοί χριστιανοί «αναθεματισμένοι αλλόθρησκοι» (σ. 126). Τρόμο προκαλούν στον Μακρυγιάννη οι δραστηριότητες των «παπιστάνων» και των «λουτηροκλαβίνων» στην Ελλάδα. Κινδυνεύει η Ορθοδοξία. «Ξόδιαζαν και κατηχούσαν τους ορθοδόξους χριστιανούς να τους κάνουν δυτικούς (Απομν., τ. Β΄, σ. 206)... Κι όλος ο αγώνας τους, τώρα οπού έλαβαν επιρροή και μέσα εδώ, είναι δια την θρησκείαν. Σκολειά γαλλικά, μοναστήρια, εκκλησίες και πλήθος αλλά μέσα και κατήχησες εις τον κόσμο (σ. 185)... ο Κωλέτης φκιάνει φραγκομονάστηρα και εκκλησίες αυτεινών και σκολειά, να μάς κυβερνήσει ως παπιστάνος» (Οράμ., σ. 140).

Ο Μακρυγιάννης εκφράζει με τη σκληρή πολεμική του την απέχθεια εναντίον των δυτικών. Τούρκος και λατίνος το ίδιο. Και οι δύο αρπακτικοί και τυραννικοί. Μερικές φορές χειρότεροι οι δυτικοί - σύμμαχοι και προστάτες των σουλτάνων. Ο Μακρυγιάννης πιστεύει, ότι η προπαγάνδα των καθολικών και των προτεσταντών στην Ελλάδα είχε αποκλειστικό στόχο τη θρησκεία. Δεν υποπτευόταν, ότι αποτελούσε μέσο πολιτικών και οικονομικών διεισδύσεων, ότι οι ιεραπόστολοι ήταν οι προπομποί των εμπόρων, οι έμποροι προπομποί τής ένοπλης κατοχής και τής αποικιοκρατίας. Και αξιώνει να υψωθεί φραγμός, να δημιουργηθούν στεγανά. Αποκλείει έτσι και τον εκσυγχρονισμό τής παιδείας, που αναγκαστικά απαιτούσε μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές στα δυτικά πρότυπα. Ο φανατισμός του φθάνει στα έσχατα, γίνεται εξαλλοσύνη και τύφλωση. Απειλεί με οικογενειακό ολοκαύτωμα! Λέει στον Κωλέτη: «Θα μάς διόρθωσης και την θρησκείαν μας, όλα τα γνωρίζω. Τώρα να μη με κάμης και σκοτώσω τα παιδιά μου μόνος μου και κάψω και το σπίτι μου και τότε θα κουβεντιάσουμε πλατύτερα» (Οράμ., σ. 65). Έχουν αρχίσει κιόλας οι νοσηρές διεργασίες στη θρησκοληψία του.

Μέτρο τού μίσους εναντίον τού οθωμανού, το μίσος κατά των εβραίων. Η προαιώνια λαϊκή χριστιανική παράδοση, ζωντανή στην τουρκοκρατία, εκφράζεται ως στάση ψυχής και ιδεολογική αναφορά στα χειρόγραφα τού Μακρυγιαννη. «Οι έλληνες τους τούρκους τους καταφρόνεσαν όλως διόλου... Τους πήραμεν τον αγέρα και τους είχαμεν σαν οβραίους» (Απομν., τ. Α΄, σ. 307-308). «Πήραμεν τους τούρκους ως οβραίους κι όταν έρχονταν ευρωπαίγοι εις τα πόστα μας, κατεβαίναμεν και τους πολεμούγαμεν» (σ. 312).

Οργή κατά τού «απατεώνα», Θ. Καΐρη
Το ιερό μένος τού Μακρυγιάννη συγκέντρωνε κυρίως ο διδάσκαλος, αγωνιστής και αναγεννητής, Θεόφιλος Καΐρης, που είχε κατηγορηθεί για αιρετικές παρεκκλίσεις και προτεσταντικές επιρροές. «Ο περίφημος δάσκαλος Καΐρης δεν πιστεύει εις την Αγία Τριάδα κι άλλα τέτοια (τ. Β΄, σ. 102)... απατεώνας τής θέλησης τού θεού... συντρόφεψε... με λουτηροκλαβίνους και με άλλους τοιούτους» (Οράμ., σ. 177). Η οργή τού Μακρυγιάννη για την ανεμπόδιστη δραστηριότητα των προτεσταντών στην Ελλάδα γινόταν μίσος και παροφορά εξ αιτίας των αμφισβητήσεων για την αγιότητα τής Παναγίας τής «κακολαλημένης» (σ. 213).

Ωστόσο, για την καθαρότητα τής Ορθοδοξίας αγρυπνούσαν όχι μόνο ο Μακρυγιάννης και η Ιερά Σύνοδος, αλλά και η ποινική δικαιοσύνη. Ο Καΐρης θα πεθάνει στη φυλακή. Αμείλικτη η εκκλησιαστική και η πολιτική εξουσία απέναντι στους ελευθερόφρονες ιερωμένους. Για τη σύλληψη τού Καΐρη έστειλε η κυβέρνηση πολεμικό με κυβερνήτη τον Κανάρη. Τι τραγική συγκυρία. Ο Μακρυγιάννης, ο δεινός πολέμιος τού «απατεώνα» Καΐρη, ο πρόμαχος των χριστιανικών παραδόσεων, θα συρθεί από την ίδια την εξουσία στις φρικαλέες φύλακες τού Μεντρεσέ. Αυτή τη φορά φαίνεται απελπισμένος. Απευθύνεται με σπαραγμό στο θεό, τον προστάτη των «τίμιων ανθρώπων». «Και δεν μάς ακούς και δεν μάς βλέπεις» (Απομν., Εισ., σ. 57). Ο ανήμερος αντικαϊριστής Μακρυγιάννης θα πεθάνει αργότερα από τις ταλαιπωρίες τής φυλακής και τους άλλους κατατρεγμούς, θύμα των ίδιων δυνάμεων, που εξόντωσαν τον Καΐρη.

Στο κατώφλι τής ψυχιατρικής
Η απάντηση στο ερώτημα, που αφορά στη διανοητική κατασταση τού Μακρυγιάννη, είναι δυσχερής. Πρέπει να παρακολουθήσουμε πώς ανελίσσεται η θρησκευτικότητά του και πώς ολισθαίνει διαδοχικά στη θρησκοληψία,
τους οπτασιασμούς και τις φαντασιώσεις. Φυσικά, όλες οι υποθέσεις ή προτάσεις, που διατυπώνονται εδώ, περιορίζονται σε μια λογική επεξεργασία των κειμένων, που σταματάει αυστηρά στα σύνορα τής ιατρικής και στο κατώφλι τής ψυχιατρικής και τής επιστημονικής ψυχολογίας.

Όνειρα: Μυστικά μηνύματα θεϊκής προέλευσης
Πρώτη φάση τής θρησκοληψίας τού Μακρυγιάννη η επικέντρωση στα όνειρα. Δικά του όνειρα -«όνειρα τού ύπνου και όνειρα φανερά»- που όλα αναφέρονται ή συγκλίνουν στο πρόσωπό του. Αυτά τα όνειρα είναι κυρίως
μυστικά μηνύματα με θεϊκή προέλευση και αποδέκτη τον Μακρυγιάννη, που ενσαρκώνει τη βούληση υπερφυσικών δυναμεων. Είναι μια θεϊκή επιλογή και διάκριση, επιβράβευση και δικαίωση τού Μακρυγιάννη εξ αιτίας τής βαθιάς ευσέβειας και τού άδολου πατριωτισμού του. Τα μηνύματα, που διοχετεύονται με τα όνειρα, εξασφαλίζουν μια κρυφή επικοινωνια με τον επουράνιο κόσμο. Ο Μακρυγιάννης καθοδηγείται για να παίξει κάποιο ρόλο, ενδυναμώνεται για να υπερασπισθεί «πατρίδα και θρησκεία».

Για τον Μακρυγιάννη, το όνειρο αποτελεί βίωμα, προέκταση και απόληξη τής  ζωής Και καθώς ο ίδιος γίνεται αποδέκτης και συλλέκτης ονειρικών μηνυμάτων, εντασεται σε έναν υπερφυσικό κόσμο, νιώθει πώς περιβάλλεται από τη θεϊκή εύνοια και απογειώνεται. Φορείς των ονείρων -εκτός των προσωπικών- είναι γνωστά και άγνωστα άτομα, «μια μαυροφόρα», «μια σεβάσμια γυναίκα», «ένας αγωνιστής απο την Αίγυπτο», «ένας χριστιανός»,
«ο Χατζηαντώνης, γεννημένος εις τα Γεροσόλυμα, τίμιος πολύ», «ένας αγωνιστής από το Μαρούσι», «μια γυναίκα απο την Αθήνα», «ένας αγαθός χριστιανός», «ένας αξιωματικός, αγωνιστής με πολλές πληγές, χριστιανός πολύ καλός» «άλλος αγωνιστής, αθηναίος, χριστιανός αγαθός, με αρετή», ακόμα και «ένα παιδί τού σκολείου».

Σε όλα τα όνειρα πρωταγωνιστής είναι ο Μακρυγιάννης. Αλλόκοτα και υπερφυσικά συμβαίνουν στην κατοικία του. Λάμψεις ξαφνικές, πολυέλαιοι, που κρέμονται πάνω από τα κεραμίδια. «Ξέρεις ποιος σε φυλάγει εσέναν;... το φως τού αφεντός μας σε φυλάγει». (Οράμ., σ. 47). Παίρνει φωτιά η Αθήνα, αλλά δεν καίγεται το σπίτι τού Μακρυγιάννη (σ. 52). Προειδοποιείται με τα όνειρα να προλάβει κάποια απειλή. «Σύρε να πεις τού Μακρυγιάννη... Θα τον κιντυνέψουν» (σ. 50). Να μην πάει στο τραπέζι, «ότι θα τον φαρμακώσουνε» (σ. 62). «Να τού πεις να μή φοβηθεί» (σ. 55).

Και το μεγάλο μήνυμα, αυτὴ τη φορά από την Παναγία και τους δώδεκα αποστόλους: «Είμαστε όλοι διαταμένοι να μή λείψουμε απο δώ (από το σπίτι του) ποτέ» (σ. 60). Γίνεται σύναξη αγίων στη σάλα τού Μακρυγιάννη, και  ειδικὴ λειτουργία. Τον λούζει ο Αη-Νικόλας «μ΄ένα λαμπρό λεγένι και μπρίκι» (σ. 81).

Κάποτε, τελειώνει η φάση των ονείρων. Ο Μακρυγιάννης είναι πια σίγουρος, πως οι επουράνιες δυνάμεις τον καθοδηγούν, τον υπερασπίζονται και τον σώζουν. Είναι άτρωτος. Άλλωστε ο Χριστός, η Παναγία και οι άγιοι έχουν μόνιμα εγκατασταθεί στην κατοικία του. Είναι «καθέντρα» τους.

Επικοινωνία με τις «υπερκόσμιες δυνάμεις»
Στη δεύτερη φάση, η θεϊκὴ παρουσία γίνεται πιο φανερή. Η επικοινωνία τού Μακρυγιάννη με τις υπερκόσμιες δυνάμεις δεν πραγματοποιείται πια με τα όνειρα, αλλά με μια γυναίκα, που παίζει το ρόλο τού ενδιάμεσου, τού αγγελιαφόρου. Είναι μια γνώριμη τού σπιτιού, Χριστίνη το όνομά της, αγύρτισσα κατά τα φαινόμενα. Γνωρίζοντας τη θρησκοληψία τού Μακρυγιάννη, τον ζυγὡνει και τον παγιδεύει. Μεταφέρει μηνύματα από την Παναγία και τους αγίους στο στρατηγό. Είναι «διορισμένη» από τον αφέντη θεό, επίσημος μυστικός ταχυδρόμος. Αφηγείται σημεία και τέρατα, υπερκόσμια και θαυμαστά, σημαδιακά πράγματα. Γνωρίζει συμβάντα τής προσωπικὴς ζωής τού Μακρυγιάννη και τα εκμεταλλεύεται προσαρμόζοντάς τα στις θεϊκές παραγγελίες. Αποσβολὡνεται ο ταλαίπωρος Μακρυγιάννης και εγκαταλείπεται βαθύτερα στο πέλαγος τής θρησκοληψίας του.

Χριστίνη: Η αγγελιαφόρος των επουράνιων δυνάμεων
Η τετραπέρατη Χριστίνη εγκαινιάζει τη δράση της με εντολές για τάματα, δωρεές και ελεημοσύνες. «Την άλλη αυγή πήγε ο Χριστός και η Θεοτόκος και τής λένε. Σύρε να πεις τού Γιάννη... να φκιάσει την εκκλησίαν μας... (σ. 54). Και να φκιάσεις μίαν σκεπή τού τέκνου τής Φανερωμένης... και ένα σκέπασμα τού δισκοποτηρού της, όπου το΄χουν απεριποίητον. Βαλ΄τα εις τις εικόνες σου και τα λαβαίνουν και τα πάνε». Με ένθεο ζὴλο ο Μακρυγιάννης ξοδεύει και ετοιμάζει τη σκεπή και το κάλυμμα. «Τα΄φκιασα και τά΄βαλα, και την αυγή  δεν τα ήβρα» (σ. 101). Η πανούργα Χριστίνη είχε θαυματουργήσει.

Μέρα και νύχτα οι επουράνιες δυνάμεις ενασχολούνται με τον Μακρυγιάννη και τα οικογενειακά του. Κάποτε αρρώστησε η σύζυγος. «Μού λέγει αυτή η γυναίκα, τέσσερα μερόνυχτα έκανε μετάνοιες και έκλαιγε η χάρη της (η Παναγία) και περικαλείταν στο θεό για να γιάνει» (σ. 123).

Η μυστική επικοινωνία διαμέσου τής γυναίκας δεν είναι μονόδρομος. Στέλνει και ο Μακρυγιάννης παραγγελίες με τον ταχυδρόμο. Ρωτάει την Παναγία, τι λέει ο αφέντης θεός, να τα γράφει όλα αυτά; Όταν μετέφερε το μήνυμα η  Χριστίνη, βρισκόταν μπροστά και ο Χριστός. Η απάντηση τού παντοδύναμου: «Πες τον Γιάννη, ας τα γράψει και ας τα βάνει εις το προσκέφαλό του και τα βλέπομεν» (σ. 95). Πρέπει να υποθέσουμε, ότι στην απάντηση αυτή, ευρηματική επινόηση τής τετραπέρατης Χριστίνης, χρωστάμε το δεύτερο χειρόγραφο τού Μακρυγιάννη, που συντάσσεται υπό την αθέατη λογοκρισία των ουρανών.



Στα «Απομνημονεύματά» του ο Μακρυγιάννης δεν χάνει ευκαιρία για επίδειξη μάλλον αμφισβητίσιμης μετριοφροσύνης. Αυτή η «μετριοφροσύνη» μετατρέπεται στα «Οράματα και Θάματα» υπό το κράτος άλλων ψυχικών καταστάσεων, σε ταπεινοφροσύνη και αυτοεκμηδενισμό. Εδώ η αυτοσυντριβή γίνεται μπροστά στό θεό. «Ότι εγώ είμαι πλέον αχάριστο θερίον... ότ΄είμαι ο χειρότερος απ΄ούλο του το πλάσμα (σ. 121,103)... μέναν, τον χειρότερόν σου σκλάβον (σ. 121)... εγώ είμαι ανάξιος, όκνός (σ. 111)... ότι εγώ είμαι αμαρτωλός περισσότερον απ' ούλους τό πλάσμα τού θεού, κανένα κακόν δεν  άφησα εις την γης (σ. 153)... οπούχω αμαρτἰες άμμος τής θαλάσσης... οι κακίες μου, οι βλαστήμιες μου, τα κακά μου έργα (σ. 156)... Συγχώρεσε, Κύριέ μου, σε περικαλώ τους ατομικούς μου οχτρούς, ότι εγώ τους ἔφταιξα και τους φταίγω» (σ. 157). Ο Μακρυγιάννης μιμείται άθελά του στην εντέλεια το ύφος ιεροκηρυγμάτων, προφητικών ή αποκαλυπτικών κειμένων, αλλά και διδαχών, που εγκωμιάζουν τη χριστιανική ταπεινοσύνη.


Μια άλλη φορά ρώτησε την Παναγία για ένα θησαυρό, που σύμφωνα με κάποια πληροφορία, βρισκόταν στο τουρκομερίτικο. «Πριν τής το ειπεί, η  γυναίκα τής χάρης της, τής το είπε (εκείνη) πρωτύτερα: “Είναι τα χρήματα αυτά αλήθεια, και όποτε η ώρα τού αφεντός μας θα χρησιμεύσουν διά τους αγωνιστάς και διά τους ναούς του”» (σ. 107, 206-207). Υπήρχε και στο περιβόλι του ένας θησαυρός -«βλησίδι χρημάτων- αλλά από «ανοησία» δεν το κράτησε μυστικό. Κι όταν πήγε με τους αγίους να το ξεθάψει, βρήκαν «ένα θερίον ψόφιον» (σ. 205). Ολοζώντανες οι λαϊκές δοξασίες και παραδόσεις για τους «δρακοδεμένους» θησαυρούς.

Ασκητεία, νηστείες, προσευχές, γονυκλισίες, θυμιατίσματα
Ο Μακρυγιάννης βυθίζεται με κατανυκτική αγαλλίαση σε ένα μυστικιστικό θάμβος. «Αν δεις όλα αυτά» (που βλέπει η γυναίκα), γράφει εκστατικός και περιδεής, «ευτύς τρελλαίνεσαι και χάνεσαι» (σ. 134). Είναι πια τυφλό όργανο τής παμπόνηρης Χριστίνης. Απομονώνεται στήν κάμαρα με τις εικόνες και τα καντήλια, περιορίζει τή γυναίκα του στο ισόγειο, «διά να είμαι ήσυχος και παστρικός» (σ. 106-107). Ασκητεύει, νηστεύει, ρίχνεται στις προσευχές, στις γονυκλισίες, στα θυμιατίσματα.

Χριστός και Παναγία στέλνουν δώρα στον Μακρυγιάννη
Αλλά δεν αρκούν τα μηνύματα από το ουράνιο βασίλειο. Καταφθάνουν και δώρα. Όχι δώρα τής φαντασίας και τού ονείρου, άυλα, έρχονται δώρα υλικά, απτά, εγκόσμια. «Και τότε έδωσε (ο Χριστός) τής Θεοτόκος ένα δαχτυλίδι, και η Θεοτόκο τής γυναικός όπου με φωτίζει, και τής είπε να μού το δώσει εμένα, και μού τό΄δωσε και το έχω ως τώρα» (σ. 93, 125-126, 128). Ακολουθούν απανωτά τα θεϊκά χαρίσματα. Ένα κομμάτι από το φόρεμα τού Χριστού, άσπρο με μαύρες βούλες, αγιασμένος άρτος και ένα είδος αμβροσίας. «Ήρθε την αυγή η γυναίκα και μού΄φερε ένα ύψωμα, τής τόδωσε η χάρη της να το φάμε μαζί με τη γυναίκα μου» (σ.125). Επίσης τρία ρακοπότηρα με μεταλαβιά τού  Χριστού. «Το΄φαγα... και το γυαλί το βάλαμε εις τις εικόνες» (σ. 128-130).

Ο Γιαχβέ στέλνει έγγραφα στο Μακρυγιάννη
Προφορική επικοινωνία, αλλά και αλληλογραφία. Ακόμα και έγγραφα από τους ουρανούς κομίζει ο μυστικός ταχυδρόμος, η Χριστίνη, στον Μακρυγιάννη. Γραπτό πιστοποιητικό προστασίας από τον ίδιο το θεό, «δίπλωμα», εγγυητική επιστολή. «Να το βάλεις με το δακτυλίδι τού αφεντός μας απάνω σου εις το χαϊμαλί σου. Είναι το δίπλωμά σου και η φύλαξή σου» (σ. 105). Ένα άλλο γραπτό μήνυμα από το θεό έφθασε στον Μακρυγιάννη δια μέσου των αγίων: «...ένα γραμμένο χαρτί και έλεγε: «Νʼ ακούς ό,τι σού λέγει η Θεοτόκο, είναι λόγοι δικοί μου... το χαρτί... τʼ ανασπάστηκα και τόκαψα» (σ. 129).

Τα ονειρικά δώρα των αγίων
Τα άλλα δώρα, τα ονειρικά, αναρίθμητα. «Κασέλα χρυσή και μέσα είχε σταυρούς», «κασελοπούλα» (σ. 84,88), «ένα χρυσόν μαστέλον» (σ. 84), χρυσή κολυμπήθρα και πολυέλαιος (σ. 112), σταυροί (σ. 83, 84), κάσα με άγια λείψανα (σ. 119, 129), ένα χρυσό πουλί από τον Άγιο Στυλιανό (σ. 90), χρυσός μπερντἐς από την Παναγιά την «Πουρσιώτισσα» (σ. 69), δισκοπότηρο, χρυσή σαίτα, «λαμπρόν τουφέκι και σπαθί», στεφάνια, φούντες και γαϊτάνια. Και στη γυναίκα του: «Μια χρυσή ποδιά με κλώσια χρυσά ολόγυρα και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, έλαμπαν, και με σταυρόν» (σ. 74).

Τελικά, θα γίνει απολογισμός και καταγραφή των δώρων. Συμβολαιογράφος ο Άη-Σπυρίδωνας, καταμετρητής η Παναγία. Οριστική η εκχώρηση και μάλιστα με κληρονομικό δικαίωμα. Λεει ο θεός: «Λάβε τα, Γιάννη, είναι τής βασιλείας σου και των απογόνων σου» (σ. 215).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι όλα αυτά τα δώρα είναι κυρίως εκκλησιαστικά σκεύη, στολίδια των ναών, είδη αμφιέσεων όπως εμφανίζονται στις βυζαντινές εικόνες και τις αγιογραφίες. Χρυσά αντικείμενα και κατακόσμητες ενδυμασίες. Τίποτα σχεδόν από την περιοχή τής φαντασίας. Τα θεϊκά χαρίσματα θυμίζουν τον πλούτο των ναών και των μοναστηριών, τα άγια λείψανα και τα ιερά  κειμήλια, που προσκυνούν οι πιστοί κατά τους χριστιανικούς αιώνες στην Πόλη και στην Ιερουσαλήμ, και λιγότερο εγκόσμια χλιδή.

Κάποτε, παίρνει τέλος η διαμεσολάβηση τής Χριστίνης, ο ρόλος τού επίσημου ταχυδρόμου ανάμεσα στις θεϊκές δυνάμεις και τον Μακρυγιάννη («την έχομε διορισμένη και βλέπει και ακούγει και να σού λέγει» (σ. 94) ύστερα από βίαιη παρέμβαση τής γυναίκας του. Αγριεύει η Μακρυγιάνναινα από τα καμώματα τής παρείσακτης και αξιώνει να μην ξαναπατήσει στο σπίτι. Τέλος στην επικοινωνία τού Μακρυγιάννη με το ουράνιο βασίλειο.

Σελαγισμός υπερκόσμιων τοπίων
Αλλά στο μεταξύ, ο Μακρυγιάννης είχε αποκαταστήσει άμεση επαφή με τον θεϊκό κόσμο. Με τις δικές του φαντασιώσεις και τους οπτασιασμούς του. Δεν χρειαζόταν πια διαγγελέα. Είναι η τρίτη φάση τής ψυχικής του περιπέτειας. Και η σημαντικότερη.

Όχι πια στον ύπνο του, όχι όνειρα. Βλέπει «εν εγρηγόρσει», οραματίζεται. «Ήμουν ξύπνιος και χαυνωμένος ως μεθυσμένος», γράφει, εξεικονίζοντας με ενάργεια τη συμπτωματολογία (σ. 141). «Τοτε, δια να ιδώ ότʼ είμαι ξύπνος, ρίχνω μαντήλι κάτω, ταμπακέλα, μαχαίρι και άλλα» (σ. 99).

Εἰχαν αρχίσει από το 1845 οι παραισθήσεις. «Τηράγω απάνω εις τις εικόνες και βλέπω τον ουρανόν» (σ. 113). Βλέπει, πως τον στεφανώνουν στην Αγία Ειρήνη, βλέπει τα χέρια τού παντοκράτορα να τον ευλογούν (σ. 101), την Παναγία και τους αγίους να τον παρηγορούν, τον Αη-Γιώργη και τον Αη-Δημήτρη καβαλάρηδες στο περιβόλι του (σ. 68), τον Αη-Λιά να τον φωνάζει στή βρύση (σ. 19), το πεθαμένο παιδάκι του, με στεφάνι στο κεφάλι, να προσεύχεται και να «περικαλείται δια την πατρίδα του και θρησκεία του και τους τίμιους ανθρώπους» (σ. 146, 158-159).


Το άρθρο λόγω έκτασης έχει αναρτηθεί σε δύο μέρη.

Τέλος Α΄μέρους τού άρθρου.

Μεταβείτε στο Β΄μέρος τού άρθρου κάνοντας κλικ εδώ.


O Κυριάκος Σιμόπουλος (1921-2001) ήταν δημοσιογράφος και ιστοριοδίφης. Έχει εκδόσει τα βιβλία:
Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα,
Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21,
Η γλώσσα και το εικοσιένα,
Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη,
Βασανιστήρια και εξουσία,
Ο μύθος των μεγάλων της ιστορίας,
Διανοούμενοι και καλλιτέχνες ευτελείς δούλοι της εξουσίας,
Μυθοπλαστία όλες οι θρησκείες της οικουμένης κ.ά..

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


17 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 47691

    18 Ιουλ 2019

    Προς το τέλος της ζωής του - κατά το το κοινώς λεγόμενο - "είχε ξεφύγει εντελώς". Πάντως, πίσω από τα οράματα, τις γονυκλισίες, την θρησκοληψία, το υπέρ εγώ τού Μακρυγιάννη και την αλαζονεία του, βρίσκεται η γενεσιουργός αιτία που είναι ότι έχει επίγνωση της μετριότητας του. Προσπάθησε να υποδυθεί έναν φανταστικό Μακρυγιάννη. Οπως, λίγο κατά την εποχή του Ναπολέοντα, διάφοροι άνθρωποι υποδύονταν τον Ναπολέοντα και τις κινήσεις του.
    Η επιλογή να κόψεις τα πολλά πολλά με την πραγματικότητα, σε απαλλάσσει και από την υποχρέωση να παραδέχεσαι την μετριότητα σου. Θα έλεγε κάποιος, πως στην αρχή της αυτή η συμπεριφορά του ήταν ένα είδος αντιπερισπασμού προς την πραγματικότητα, που όμως τον οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στην παράνοια, σε σχέση με ανύπαρκτα πράγματα και σε μία δίχως τέλος θρησκοληψία, προς ικανοποίηση ενός ανικανοποίητου Θεού. Για σκέψου: Ο Θεός, να έχει στραμμένη αποκλειστικά την προσοχή του στις γονυκλισίες του Μακρυγιάννη!
    Σε κάθε περίπτωση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατάφερε να γίνει ιστορικά ένα σημαντικό πρόσωπο της ιστορικής περιόδου της Επανάστασης του '21..

  • Ανώνυμος 39227

    29 Ιουλ 2016

    "Πολύ φοβάμαι ότι το Ρωμαίικον είμαστε έθνος ανθρωποφάγον"

    Στρατηγός Μακρυγιάννης

  • Ανώνυμος 37898

    22 Μαρ 2016

    τελικα για το Ρωμιο ελπιδα δεν υπαρχει
    ζωο χριστιανικο, προβατο ποιμνιου οβραιων θεων μα κατα τ'αλλα..
    κατα φαντασιαν Ελληνες!
    ΠΕΡΙΓΕΛΟΙ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

  • Ανώνυμος 32088

    23 Ιαν 2015

    Αξεστιά, αμορφωσιά ΚΑΙ βλακεία. Αφού δε νοιώθετε να διαβάσετε, ούτε να καταλάβετε τί πιάνετε στο στόμα σας το Στρατηγό;.Κακομοίρηδες.ε κακομοίρηδες!

  • Ανώνυμος 31023

    27 Δεκ 2014

    ΚΑΝΕΙΣ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΗΤΑΝ ΟΠΩΣ ΣΙΓΟΥΡΑ ΚΑΙ ΤΟ 120 ΤΑ ΕΚΑΤΟΝ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ [ΑΝ ΟΧΙ ΤΟ 130 ΤΑ ΕΚΑΤΟ] ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΩΣ ΜΗΤΡΙΚΗ ΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΚΗ [ΚΟΣΣΟΒΑΡΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ]
    ΑΠΛΑ Η ΛΑΙΛΑΠΑ Η ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΑ ΕΚΑΨΕ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ [ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΣΕ ΑΠΛΗ ΔΗΜΩΔΗ ΑΛΒΑΝΙΚΗ ] ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΕ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΕΝΑΝ ''ΗΡΩΑ'' ΓΙΑΤΙ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ Ο ΤΟΠΟΣ ΑΥΤΟΣ ΜΟΝΟ ΗΡΩΕΣ ΔΕΝ ΒΓΑΖΕΙ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΔΑΥΤΟΥΣ

    WE NEED GLOBAL GOVERNENCE AND WE NEED IT FAST
    ΠΟΥ ΕΙΠΕ ΚΑΙ Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ

  • Ανώνυμος 29506

    17 Αυγ 2014

    Κι᾿ ἄρχισε ὁ πόλεμος. Καὶ τοὺς Τούρκους τοὺς στράβωσε ἡ ἁμαρτία καὶ κάμαν κίνημα ἀπὸ τὴν μέση, τὸ κέντρο, ὁποῦ ἦταν δυνατώτερον μέρος καὶ τὰ κανόνια μας ἐκεῖ δούλευαν καλύτερα. Ἀφοῦ κίνησε ὁ Σωτηρόπουλος τὸν κατήφορον καὶ εἴχαμεν μιλήση, ὅταν γυρίσῃ νὰ κάμωμεν μαζὶ τὸ σκέδιον, οἱ Τοῦρκοι προχώρεσαν ἀπάνου μας μ᾿ ὅλα τὰ μπαγιράκια. Τότε ψύχωσα τοὺς ἑκατό, τοὺς κέρασα καὶ κρασάκι καὶ ριχνόμαστε ἀπάνου εἰς τοὺς Τούρκους κόντρα γιρούσι καὶ τοὺς δίνομεν ἕνα σκοτωμὸν καλόν. Σκοτώθηκαν καὶ δικοί μου δέκα πέντε κι᾿ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι. Πῆρα τοὺς λαβωμένους καὶ σκοτωμένους μέσα εἰς τὰ πόστα μας. Ξαναρίχτηκαν οἱ Τούρκοι· τοὺς δίνομεν καὶ τότε ἕναν χαλασμὸν καὶ τοὺς πήγαμεν κυνηγώντας ὡς τῆς Ἀθήνας τὴν στράτα. Γυρίσαμεν πίσου εἰς τὰ πόστα μας. Ἐβῆκε κι᾿ ὁ ἀρχηγὸς ἀπὸ τὸ καράβι μὲ κρασὶ Εὐρωπαίικον, μᾶς κέρασε αὐτὸς καὶ οἱ συντρόφοι του. Τότε εἶπα τῶν κανονιαραίγων καὶ βάλαν μπάλλα μιστράλλια ῾στὰ κανόνια. Οἱ Τοῦρκοι κινήθηκαν περισσότεροι, ὅτι τοὺς ἦρθε μιντάτι ἕνας νέος πασιᾶς, κ᾿ ἔρχονταν ἀπάνου μας. Τότε εἶπα τῶν ἀνθρώπων μου· «Τώρα ὁποῦ θὰ βγοῦμεν ἀναντίον τῶν Τούρκων, γυρίζοντας ἐγὼ πίσου, νὰ γυρίσετε ὅλοι· ὅτι θὰ ρίξουνε τὰ κανόνια καὶ νὰ μὴ μᾶς σκοτώσουνε». Ἀφοῦ ἦρθαν πολλὰ πλησίον οἱ Τοῦρκοι εἰς τὰ ταμπούρια μας, δὲν μποροῦσα νὰ βαστήξω τοὺς ἀθάνατους Ἕλληνες· ἔγιναν ὅλοι λιοντάρια – ἐγὼ ἤμουν ὁ χερότερος.

    ΙΔΟΥ Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ μερος Γ΄

  • Ανώνυμος 29505

    17 Αυγ 2014

    ΙΔΟΥ Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ μερος Β΄

  • Ανώνυμος 29504

    17 Αυγ 2014

    Τότε μίλησα μὲ τὴν Διοίκηση διὰ νὰ πιάσουμεν τὸν Φαληρέα κατὰ ὁποῦ ἤμουν διαταμένος ἀπὸ τοὺς κλεισμένους εἰς τὸ κάστρον. Ἡ Διοίκηση μὲ διορίζει ἀρχηγὸν τῶν Ἀθηναίων κι᾿ ὅσοι Στερολλαδίτες ἦταν εἰς τὰ νησιὰ καὶ νησιῶτες ὅσοι φέρνουν ὅπλα, νὰ τοὺς συνάξω ὅλους νὰ πιάσωμεν τὸν Περαιά, νὰ συστήσουμεν ὀρδί. Μέσα δὲν εἶχε τελείως ἡ Κυβέρνηση. Τότε μ᾿ ἀνταμώνει ὁ Γρόπιος πρόξενος τῆς Ἀούστριας – ἦταν φίλος μου – καὶ μοῦ λέγει: «Ποῦ θὰ πᾶς, Μακρυγιάννη, μὲ χωρὶς τὰ μέσα σὲ τόση Τουρκιά, ῾σ ἕναν ἀρχιστράτηγον τοῦ Σουλτάνου, ῾στὸν Κιτάγια; Ἡ Διοίκηση τὰ μέσα δὲν τάχει, τί στρατόπεδον θὰ κάμης; Θὰ κιντυνέψης κι᾿ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄνθρωποί σου. Εἶναι ἕνας, μοῦ λέγει, Ἄγγλος, τὸν λένε Γκόρδον, βάνει τὰ μέσα τοῦ πολέμου, ὅσα χρήματα χρειαστοῦν. Τὸν κάνεις καμπούλι νὰ τοῦ παραχωρήσης τὴν θέση σου, νὰ τὸν κάμης ἀρχηγὸν αὐτῆς τῆς ἐκστρατείας, νὰ βάλη αὐτὸς τὰ χρήματα;» Τοῦ λέγω τοῦ Γρόπιου: Σύρε πές του, ὅποιος εἶναι αὐτὸς ὁποῦ θὰ βάλη τὰ χρήματα, ὄχι ἀρχηγὸν τὸν κάνω καμπούλι, διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ ὅπου κατουράγη νὰ μοῦ δίνη νὰ πίνω ἐγὼ τὸ κάτρο· τὸ κάνω αὐτὸ καὶ τοῦ τὸ δίνω ἐνγράφως». Ἀφοῦ τοῦ μίλησε αὐτὰ τοῦ Γκόρδον, ἦρθε καὶ μ᾿ ἀντάμωσε καὶ γνωριστήκαμεν· καὶ πῆρε τὴν εὐκαρίστηση σὲ ὅσα τοῦ εἶπε ὁ Γρόπιος ἀπὸ ῾μένα.

  • Ανώνυμος 29494

    16 Αυγ 2014

    Το να κάθεσαι το 2014 (2012 έστω) στο απαρταμέντο σου και να γράφεις λίβελλους κατά του Μακρυγιάννη.. Κάτι δεν πάει καλά. Το να συμπεριλαμβάνεις την απάντηση στο Δεριγνύ στα αρνητικά ξεπερνάει κάθε νοσηρότητα. Όταν 300 έμειναν να αναμετρηθούν με 12.000. Όταν ο ίδιος έβλεπε εφιάλτες αλλά δεν δείλιασε. Όταν με δόλο, βραδιάτικο έδιωξε τα καΐκια και τα άλογα των υπολοίπων ώστε να μην υπάρχει διαφυγή, ώστε να αναγκαστούν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Όταν οι Γάλλοι βλέποντας το ανδραγάθημα από τις φρεγάτες αποβιβάστηκαν ενθουσιασμένοι, να προστρέξουν. Όταν ήταν 26 χρονώ παληκαράκι.

  • Ανώνυμος 29490

    16 Αυγ 2014

    Αν θελουμε να μιλήσουμε σοβαρά τα αρνητικα του Μακρυγιάννη ήταν πάρα πολλά

    Το πρώτο και μεγαλύτερο είναι οτι ήταν χριστιανος ορθοδοξος.
    Το δευτερο ότι ήταν Ελληνας πατριωτης.
    Το τριτο Δεν έπερνε εντολες απο ξένους.

    Ασε που δεν ήταν και μασονος.. αυτο που το πας? Στην πυρα της ιστοριας κατ'ευθιαν. απο δω και περα μονο απο στοες και προξενεια να μας μαθενετε ιστορια.

  • Ανώνυμος 29477

    15 Αυγ 2014

    O Μακρυγιάννης από τα 24 ήταν στα πεδία μαχών. Εσύ πόσους freddo ήπιες μέχρι τα 24?

  • Ανώνυμος 29474

    14 Αυγ 2014

    «Ἀνάμεσα Πάτρα καὶ Γαστούνι» σημειώνει -τὸ περιστατικὸ πρέπει νὰ ἔχει συμβεῖ γύρω στὰ 1830- «εἶναι ἕνα χωριό, τὸ Μέγα Σπήλαιγο. Ἔκαμα κονάκι ἐκεῖ. Μοῦ παραπονιόνται οἱ κάτοικοι ἀπὸ τὴν τυραγνία ποὺ δοκιμάζουν ἀπὸ τοὺς καλογέρους: ὅ,τι παίρνουν τὸ ἁρπάζουν αὐτήνοι. Εἶχα κονάκι σ᾿ ἑνοῦ παπᾶ τὸ σπίτι. Τότε τοὺς λέγω:

    «- Σὰν τραβᾶτε τόση τυραγνία, δὲν τ᾿ ἀφήνετε τὸ χωριό σας νὰ φύγετε, νὰ πᾶτε σ᾿ ἄλλο χωριὸ ἐθνικό, πού ῾ναι, τόσα;

    »Μοῦ λέγει ἡ παπαδιά:

    »-Ὅταν ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι, ἐμεῖς ἤμαστε μέσα στὸ βάλτο στὸ νερό, τόσες ψυχές, νὰ γλιτώσουμε. Καὶ ἦρθαν οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς πιάσανε. Καὶ ἦταν τὸ σῶμα μας καταματωμένο ἀπὸ τὶς ἀβδέλες -μᾶς φάγαν. Καὶ τὰ παιδιὰ πεταμένα μέσα -γιομάτο τὸ νερό- σὰ μπακακάκια πλέγαν. Κι ἄλλα ζωντανὰ κι ἄλλα τελείωναν. Καὶ μ᾿ ἀφάνισαν κι ἐμένα καὶ τὶς ἄλλες. Γιατί τὰ τραβήξαμε αὐτά; Γι᾿ αὐτήνη τὴν πατρίδα. Καὶ τώρα δικαιοσύνη δὲ βρίσκομε ἀπὸ κανέναν. Ὅλο δόλο καὶ ἀπάτη.

    »Κι ἔκλαιγε μὲ πικρὰ δάκρυα. Τὴν παρηγόρησα. Μὲ πῆρε τὸ παράπονο κι ἔκλαψα κι ἐγώ»

  • Ανώνυμος 29473

    14 Αυγ 2014

    Ὡστόσο ὑπάρχει κάτι ποὺ μοῦ ἀλαφραίνει τὴν καρδιά, τώρα ποὺ καταπιάνομαι νὰ διατυπώσω τὴν ἰδέα μου γιὰ αὐτὴ τὴν ἰδιότυπη συγγραφή. Ἐσεῖς ποὺ εἴχατε τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ῾ρθεῖτε νὰ μ᾿ ἀκούσετε, μοῦ δίνετε τὴν εὐκαιρία νὰ ξεπληρώσω ἕνα παλιὸ χρέος ποὺ μὲ βαραίνει ἀπὸ χρόνια. Ἀπὸ τὰ ῾26, ποὺ ἔπεσαν στὰ χέρια μου τὰ Ἀπομνημονεύματα, ὡς τὰ σήμερα, δὲν πέρασε μήνας χωρὶς νὰ ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δὲν πέρασε ἑβδομάδα χωρὶς νὰ συλλογιστῶ αὐτὴ τὴν τόσο ζωντανὴ ἔκφραση. Μὲ συντρόφεψαν σὲ ταξίδια καὶ σὲ περιπλανήσεις, μὲ φώτισαν ἢ μὲ παρηγόρησαν σὲ χαρούμενες καὶ σὲ πικρὲς στιγμές. Στὸν τόπο μας, ὅπου εἴμαστε τόσο σκληρὰ κάποτε αὐτοδίδακτοι, ὁ Μακρυγιάννης στάθηκε ὁ πιὸ ταπεινὸς ἀλλὰ καὶ ὁ πιὸ σταθερὸς διδάσκαλός μου.

    ΘΑ ΗΘΕΛΑ τώρα προτοῦ τελειώσω, νὰ συνοψίσω τὴ γνώμη μου γιὰ τὴν ἀξία τοῦ βιβλίου τοῦ Μακρυγιάννη. Ἀκούσατε λίγες περικοπές του. Εἶναι ἐλάχιστες καὶ ἀνεπαρκεῖς. Ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσουν ὁπωσδήποτε μιὰ μικρὴ βάση γιὰ νὰ κρίνετε τὴν ἰδέα μου, ποὺ εἶναι ἡ ἀκόλουθη: Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι ὁ πιὸ σημαντικὸς πεζογράφος τῆς νέας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ἂν ὄχι ὁ πιὸ μεγάλος, γιατί ἔχομε τὸν Παπαδιαμάντη.

    Κάποιος Σεφέρης.

  • Ανώνυμος 29458

    13 Αυγ 2014

    Kαι ο Ντερνής ήταν ναύαρχος και όχι μοίραρχος. Άρθρο-έπος κομπλεξισμού, ασχετοσύνης, ανακριβειών, όμως διασκεδαστικό. Αμφιλεγόμενος και υπερεκτιμημένος ο Μακρυγιάννης. Έπρεπε να υπάρχει αστυνομία της Ιστορίας για κάτι τύπους ελόγου σας.

  • Ανώνυμος 29457

    13 Αυγ 2014

    Ωραία τα λες. Μάθε την έκβαση της μάχης των Μύλων και μετά ξαναδιάβασε το κειμενάκι σου και σκέψου πόσο μάστορας είσαι.

  • Ανώνυμος 29432

    7 Αυγ 2014

    Πω πω τι χολιασμενος ανθρωπος το γραψε αυτο το αρθρο

  • Ανώνυμος28092013090144

    28 Σεπ 2013

    ΑΝΤΙ ΑΛΛΟΥ ΣΧΟΛΙΟΥ:

    " Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες νʼ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χονν την επιρροή για ικανότη» (Β' 463)." ΙΔΟΥ Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ