Η ΘΡΗΣΚΟΛΗΨΙΑ
ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ
(Β΄ ΜΕΡΟΣ)

Επιστρέψτε στο Α΄μέρος τού άρθρου
κάνοντας κλικ εδώ.


Ο Μακρυγιάννης βυθίζεται στον σελαγισμό τού υπερκόσμιου τοπίου. «Νύχτα και ημέρα βλέπω όθεν στέκω ένα φως... τηράγω απάνω βλέπω την αγίαν Τριάδα κατάμαυρη και ο εσταυρωμένος εις την μέση» (σ. 102, 191, 192). Εξουθενωτικό παραλήρημα. «Αυτό βλέποντας... εχάθηκα όλως δια όλου και θάμπωσε το μυαλό μου και τα μάτια μου δεν έβλεπαν ανοιχτά τα θάματα (σ. 194)... και το κεφάλι μου χτυπάγει και με ξίδι το βρέχω και μυρίζομαι. Βήκα και τούτην την νύχτα και τηράγω τον ουρανόν και βλέπω... όσα έβλεπα μέσα και ένα μεγάλον σταυρόν και έφεγγε. Και τελείωσα και μπήκα μέσα, ότι κουράστηκα πολύ» (σ. 195). Βλέπει ακόμα, πως πέθανε και αναστήθηκε «ως τον Λάζαρον» (σ. 141).





Η ετοιμοθάνατη γυναίκα του νεκρανασταίνεται με θαυμαστό τρόπο ύστερα από δέηση τού Μακρυγιάννη στην Παναγία. Γράφει με αίσθημα υπεροχής και οίκτου απέναντι στους γιατρούς. «Ήρθαν οι παπάδες, διάβασαν, και σηκώθη εντελώς, ήρθαν ιατροί, μού είπαν έγινε μεταβολή. Εγώ δεν τους είπα τίποτας απ΄αυτά. Τους πλέρωσα και τους ευκαρίστησα, κι εγώ και ο άρρωστος γνωρίσαμεν τον αληθόν γιατρόν» (Οράμ., σ. 134).



«Καλιγωμένη γάτα» ο Σατανάς
Ζει σε αποκαλυπτική ατμόσφαιρα. Οραματίζεται στα σκοτεινά. Βλέπει και το
Σατανά. Κακομούτσουνος και ήθελε να τόν «μαγαρίσει». Αλλά τον ξόρκισαν οι άγιοι. «Σύρε εις το πύρι το εξώτερο... ήτον και ένας γάιδαρος και μού κούναγε τό κεφάλι του». Ο πειρασμός (σ. 152. Μια άλλη φορά ο Σατανάς εμφανίζεται στον Μακρυγιάννη μεταμορφωμένος σε «καλιγωμένη γάτα», σ. 128). Ταξιδεύει στην Τήνο πετώντας πάνω σε ένα σεντόνι ή σε πανί, πανί καραβίσιο (σ. 72, 85, 119). Μέ μαγικό τρόπο φθάνει στην Αγιά Σοφιά και στον Άγιο Τάφο. Με συντροφιά τον θεό και τον Χριστό (σ. 140). Στό ναό τής Τήνου ακούει τις εικόνες να τρίζουν. Οι ίδιοι τριγμοί και στο εικονοστάσι τού σπιτιού του (σ. 49).

Οι συνάξεις των ιερών ενοίκων τής σάλας του
Η Ελλάδα διατελεί υπό την προστασία τού θεού, η Αθήνα είναι πρωτεύουσα τού ουράνιου βασιλείου, το σπίτι τού Μακρυγιάννη έχει ορισθεί με θεϊκή βούληση «καθέντρα» τού παντοκράτορα, τής Θεοτόκου και των αγίων (σ. 61,88, 101,111, 154). Κάθε τόσο πραγματοποιείται στη σάλα τού Μακρυγιάννη κάποια ιερή σύναξη. Εκεί γίνεται και η Ανάσταση (σ. 138). Κι όταν πρόκειται να εγκαταλείψουν την «καθέντρα» οι ουράνιοι ένοικοι, ο θεός, ο Χριστός και η Παναγία για περιοδεία, ειδοποιόταν εγκαίρως ο Μακρυγιάννης. «Ο αφέντης θα λείψει τρεις μέρες, πάγει στην Φραγκιά» (σ. 140), η Παναγία πήγε στην Τήνο, «στο σπίτι της».

Ο Γιαχβέ «ταχταρίζει» το γιο του
Ο Μακρυγιάννης είναι πια μέλος τής θεϊκής οικογένειας. Τον μεταλαβαίνει ο  Άγιος Βασίλειος και τού δίνει άρτον - «μόνον εμένα» (σ. 85). Είναι «καθέντρα» στο σπίτι σου, λέει ο Χριστός. Κι όσοι σε κατατρέχουν -και σένα και την πατριδα σου και τη θρησκεία σου- «πάνε κόντρα τής θελήσεὡς μου» (σ. 85). Η Παναγία και οι άγιοι δίνουν οδηγίες και πληροφορίες στον Μακρυγιάννη. Ορίζουν πότε θα βαφτιστούν τα νεογέννητα παιδιά του, τα ονόματα, τους αναδόχους (σ. 87). Όταν αρρώστησε η γυναίκα του, φρόντιζαν τα νήπια οι επουράνιες δυνάμεις. «Πήγαινε η χάρη της και έπαιρνε το Δημήτρη εις τα χέρια και η αγία Κατερίνη το άλλο, και τα συγύριζεν (σ. 122). Είδε το θεό να «ταχταρίζει» ένα από τα παιδιά του, «να το παίρνει εις τα χέρια του και να τον ευλογάει και να τον χαϊδεύει και να γελάει» (σ. 141).

Άλλοτε τον επικρίνουν ζωηρά, γιατι δέν συνευρίσκεται με τη γυναίκα του -«αυτό δέν είναι αμάρτημα... είναι το πρώτον μυστήριο τού θεού» (σ. 77-104)- άλλοτε τον αποτρέπουν -«με ζύγωσαν κοντά οι άγιοι. Μού είπαν αλάργα»- τον πιέζουν να ράψει καινούργια ενδυμασία - «Γιάννη, να φκιάσεις τής φαμελιάς σου ένα φόρεμα και να φκιάσεις και δικιά σου» (σ. 138).

Χαφιέδες ουράνιοι προστάτες
Τον ενημερώνουν για τα πολιτικά παρασκήνια, για τα τεκταινόμενα στο παλάτι, για τις επιβουλές. Είναι πράκτορες και πληροφοριοδότες του - «τα μάθαινα και από τους αγίους» (σ. 75). Ο θεός είναι πολιτικός του σύμβουλος και σύμμαχος, επεμβαίνει στις κομματικές διαμάχες και κατατρέχει τους εχθρούς τού Μακρυγιάννη. «Ο θεός νεκρώνει και οργίζεται τον Μαυροκορδάτο και Κωλέτη» (σ. 83, 126-127). Οι άγιοι τον προειδοποιούν για συνωμοσίες, κινήματα, δολοφονίες (σ. 86).

Έχει αναπτυχθεί μεγάλη οικειότητα ανάμεσα στον Μακρυγιάννη και τους ουράνιους προστάτες του, «Εγώ αναχωρώ Γιάννη», τού λέει ο Χριστός (σ. 72). Οι άγιοι χωρατεύουν μαζί του (σ. 95). Η Παναγία τού δίνει μια «κατακεφαλιά» (σ. 142). Έρχεται μια γυναίκα και λέει στον Μακρυγιάννη: «Τρέξε, σε θέλει γρήγορα η Ελένη. Ποια Ελένη; τής λέγω. Η μητέρα τού Κωνσταντίνου, τού σημαιοφόρου τού σταυρού» (σ. 131).

Δρ Γιαχβέ και άγιοι γιατροί
Η Παναγία και οι άγιοι έχουν αναλάβει και την ιατρική περίθαλψη τής οικογένειας Μακρυγιάννη. Δεν πιστεύει ο στρατηγός στην ιατρική επιστήμη. Ένας είναι ο γιατρος ο μεγάλος, ο θεός (σ. 43). Θεράποντες ιατροί ο Χριστός, η Παναγία, οι άγιοι. «Με κάτι με άλειψαν και μού΄δωσαν και ήπια και μού πέρασε (σ. 71)... κάτι μού έκαμεν και μού΄παψε (σ. 76)... και με πότισεν ένα γιατρικόν η χάρη της, ότ΄είχα βάρος εις την καρδιά μου, και έγινα καλύτερα» (σ. 118). Ο Χριστός και ο άγιος Στυλιανός πραγματοποιούν εγχείριση στο  μαστό τής γυναίκας τού Μακρυγιάννη.

Αυτοτιμωρίες, αυτοβασανισμοί
Φαντασιώσεις και πραγματικότητα διαπλέκονται αξεδιάλυτες. Καμμιά αμφιβολία, κανένας δισταγμός για τον Μακρυγιάννη. Όσο πληθαίνουν τα οράματα τόσο μεγαλώνει η επιθυμία του για ασκητική ζωή, αυτοτιμωρία, αυτοβασανισμό. Πιό πυκνές οι προσευχές, σκληρότερες οι νηστείες, πολλαπλασιάζονται οι γονυκλισίες και οι μετάνοιες. Είναι ο αίρων τας αμαρτίας. Θυσία και αυτοσυντριβή «δια το χατήρι τής ματοκυλισμένης μου πατρίδος και θρησκείας». Οίκτο βαθύ νιώθει η Παναγία για τον αυτοβασανισμό τού Μακρυγιάννη: «...τρύπησαν τα γόνατά του και τα χέρια του και σάπισαν τα σανίδια από τα κλάματά του. Τήρα το σανίδι πώς είναι» (σ. 100). Συνοδεύει με θρήνο τις επικλήσεις του. «Άρχισα εγώ και έκλαιγα και τώρα όπου σάς γράφω μουσκεύω το ίδιον το χαρτί (σ. 139)... τρέχαν βρύση δάκρυα καυτερά ... με ποταμούς δάκρυα» (σ. 213).

2.300 μετάνοιες τις καθημερινές, 4.660 τις επίσημες αργίες
Ώρες ολόκληρες γονατίζει κάτω από τα εικονίσματα κι επιδίδεται στη μονότονη  και επίπονη κίνηση πάνω κάτω, εκατοντάδες, χιλιάδες φορές, ακουμπώντας τις παλάμες με αναγυρισμένα δάχτυλα στο πάτωμα: «...κάνω τέσσερες ώρες, αυγή και βράδυ, εις την προσευχή μου, και όταν θα φύγω έξω από το σπίτι μου, και όταν θα γυρίσω, και όταν θʼ αποφάγω» (σ. 192). Μεγάλη Τετάρτη και Μεγάλη Παρασκευή 2.300 μετάνοιες «το μερόνυχτον» (σ. 165). Κι όλο ανεβάζει τον αριθμό. Στις καθημερινές 2.300, διπλάσιες κατά τις «πίσημες
ήμερες», δηλαδή 4.600 κάθε Κυριακή και γιορτή (σ, 213). Εξουθένωση. Δέεται, θρηνεί και δέρνεται: «...έκλαψα πικρά και βάρεσα πολλάκις τό κεφάλι
μου» (σ. 300).

Μάταιες οι προσπάθειες τής γυναίκας του να τον αναχαιτίσει. Κάποτε, που τον μάλωσε για την πολύωρη αυτή ενασχόληση, που παρατεινόταν και κατά τις νυχτερινές ώρες, τήν ξυλοφόρτωσε άγρια. «Απάνθρωπο κάμωμα», γράφει ο ίδιος «Αφού δεν την τελείωσα, την έδιωξα κάτω εις τον πάτο, να κάτσει και να μην την βλέπω». Απελπισμένη η γυναίκα, ύστερα από την προσβολή και την ταπείνωση, αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Απορεί ο Μακρυγιάννης. «Ποιον πράμα σε βάρυνα, όπου μού είπες δια την προσευκή μου; Προσευκόμουν ως
χριστιανός εις τις εικόνες τού θεού και τής βασιλείας του. Εσύ, αν νύσταζες, να πέσεις να κοιμηθείς. Τι κακόν έκαμα, όπου θέλησες να φαρμακωθείς;» (σ. 117). Ο Μακρυγιάννης ζει στο δικό του κόσμο. Έκδηλος ο διχασμός.

Αλλά είχε και η γυναίκα του αρρώστειες από μαγικούς καταδέσμους. «Τής έχουν κάμωμα καμωμένο δαιμονικόν (σ. 44). Και από τις συχνές τρομάρες», εξ αιτίας των κατατρεγμών, «κατήνταινε η γυναίκα εις κίντυνον και εις σεληνισαμόν» (σ. 105). Δώδεκα τοκετοί, εφτά παιδιά πεθαμένα. Και αδιάκοπες συζυγικές έριδες. Φταίνε τα μάγια, αποφαίνεται ο Μακρυγιάννης. «Καθώς μάς έκαμαν με κείνα τα πειρασμικά, ψωμί δέν τρώγαμεν γλυκό» (σ. 71).   

Επίτροπος τού Γιαχβέ ο Μακρυγιάννης
Και περνά στην τελευταία φάση τής δοκιμασίας, τη λυτρωτική και θριαμβική. «Πατρίδα και θρησκεία» από το κακό στο χειρότερο. Τα βάσανα των «τίμιων ανθρώπων» δέν έχουν τελειωμό. Στα δημόσια πράγματα «δόλος κι απάτη». Η πολιτική ηγεσία βουτηγμένη στη διαφθορά. Το παλάτι φωλέα τυράννων. Οι κυβερνώντες, δυνάστες. Θα 'ρθει, όμως, η ώρα τού κολασμού. (Σ.σ. Την περίοδο όμως, που ο Μακρυγιάννης επιχειρούσε να προσεταιρισθεί το βασιλιά, έλεγε: «Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον καιρόν χαμένη και σβησμένη. Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο βασιλέας μας, που αποχτήσαμε με την δύναμη τού θεού. Δόξα να 'χει το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε, πολυέλαιγε, πολυεύσπλαχνε». Βάφτισε δε και το γιο του Όθωνα).

Ο Μακρυγιάννης είναι το καλό τέκνο τής πατρίδας, ο αγνός πατριώτης, που έχει την ευλογία των θεϊκών δυνάμεων, ευλαβικός, ελεήμων και φιλάνθρωπος. Με την «τιμιότητα κι αρετή», αλλά και με τον ασκητικό βίο, τις προσευχές και τις μετάνοιες, έχει εξασφαλίσει τη συμπαράσταση των ουρανών. Αν δέν υπάρχει επίγεια δικαιοσύνη, υπάρχει η δικαιοσύνη τού θεού. Το μεγάλο, το ύστατο κριτήριο. Κι ο Μακρυγιάννης ο δίκαιος θα γίνει δικαιοκρίτης.

Είχε, άλλωστε, προϊδεάσει τον Μακρυγιάννη ο ίδιος ο θεός από καιρό για τον διορισμό του στο αξίωμα τού δικαιοκρίτη. «Είσαι ο πρόδρομος τής πιτροπής όπου θα συστήσω, όποτε είναι η ώρα (σελ. 140)... Γιάννη, Γιάννη, εσύ 'σαι ο επίτροπος τής βασιλείας μου» (σ. 149). Επίτροπος τού θεού, εκπρόσωπός του.

Ανεβαίνει στους ουρανούς
Και φθάνουμε στην κορύφωση, στη μεγάλη Δίκη. Ο Μακρυγιάννης ανεβαίνει στους ουρανούς για να παρακολουθήσει το θεϊκό κριτήριο. Τον τοποθετούν εκ δεξιών τού πατρός, ανάμεσα στον παντοκράτορα και τον Χριστό. Ύστερα οδηγούνται μπροστά «εις το κριτήριον το ανώτατο» ο Όθων και η Αμαλία μαζί με τους συνεργάτες τους και άλλοι απλοί αμαρτωλοί. «Τότε γύμνωσαν τον βασιλέα μας και βασίλισσά μας (η έσχατη καταφρόνηση) μπροστά εις τον αφέντη μας... το ίδιον και τους οπαδούς του και άλλους πολλούς ξένους» (σ. 202). Κι όλοι γκρεμίστηκαν στο πύρινο στομα τού Άδη τού «αχόρταγου» για αιώνιο βασανισμό. «Και εκεί άνοιξε το θερίον το μεγάλο του στόμα και τους έριξαν, και μέσα εις αυτήνη την φωτιά ήταν και ανέμες με τσιγκέλια και καιγόταν και πιασμένοι και φώναζαν» (σ. 202).

Ο Γιαχβέ στεφανώνει τον Μακρυγιάννη
Ακολουθεί η «αποθέωση» τού Μακρυγιάννη. Τον οδηγούν στο θρόνο τού Χριστού. Κι εκεί ενθρονισμένο τον στεφανώνει ο ίδιος ο θεός και τον υιοθετεί. «Τέκνο εδικό μου... και αδελφός τού μονογενή μου» (σ. 203). Ο παντοκράτορας εναποθέτει το δικό του στέμμα στην κεφαλή τού Μακρυγιάννη και τού παραδίνει τα σύμβολα τής αγιοσύνης. «Και τότε βγαίνει την κορόνα από το κεφάλι του ο αφέντης μας και μού την βάνει, και μού δίνει και τον σταυρόν οπού ΄χε εις το χέρι του... μού δινει και ένα λαμπρό σπαθί... έβγαλε ο αφέντης μας ένα λαμπρόν δισκοπότηρον και με μετάλαβαν και μού το΄δωσε» (σ. 203).

Στέψη στο ουράνιο δώμα, Μακρυγιάννης ο τροπαιοφόρος, Υιός Θεού, «συνεταίρος» τού Χριστού, ο δεύτερος Χριστός, με κορόνα, σταυρό και σπαθί. Είναι ο τρίτος τή τάξει και με εξουσία και παντοδυναμία παραχωρημένη επίσημα από το θεό, «ο λόγος σου είναι λόγος μου και υπόσχεσή μου» -και μάλιστα κληρονομική με διαθήκη τού Αφέντη των Ουρανών- «και η ʽπόσχεσή μου είναι δική σου και των τέκνων, εις γενεά σέ γενεές». Μακρυγιάννης ο θεοφόρος, ο θεήλατος. Και η θεϊκή ετυμηγορία, με γράμματα «λαμπυρά» στο στήθος τού στρατηγού. «Η αρετή σου και ο ΄πέρτατός σου αγώνας... μόνος είσαι σύ...» (σ. 210). Ο Μακρυγιάννης, στον θρόνο, εγκαινιάζει νέα δυναστεία, κληρονομική, το βασίλειο τού θεού. Το ελληνικό παραμύθι μεταπλάθεται και εντάσσεται στις παραισθήσεις και τις θρησκευτικές φαντασιώσεις τού Μακρυγιάννη και παίρνει άλλη διάσταση.

Αυτή είναι περίπου η πορεία, που ακολούθησε η θρησκοληψία τού Μακρυγιάννη από τα όνειρα ως τις παραισθήσεις. Μια αλληλοδιαδοχή από ψυχωτικές και ιδεοληπτικές κρίσεις. Αδυναμία προσαρμογής, εγωκεντρική ψυχολογία, μεγαλομανία, υπέρμετρη φιλοδοξία. Τα θρησκευτικά βιώματα φθάνουν στο έσχατο πάθος, στο παρανάλωμα.


Ο Μακρυγιάννης δεν περιοριζόταν στην καταγραφή των οπτασιών του. Διηγόταν παντού τα θαύματα και τα σημαδιακά, που έβλεπε. Η θρησκοληψία του ήταν πασίγνωστη στην Αθήνα. Έχουμε την παρα- πλεύρως έμμετρη μαρτυρία τού Αλ. Σούτζου, έξη χρόνια πριν αρχίσει η συγγραφή των Οραμάτων.


Η μαγεία εντάσσεται στην πολιτική όραση τού Μακρυγιάννη
Είναι όπλο αμυντικό και επιθετικό. «Λένε, πως έχω και μάγισσες». «Έχει ο Μακρυγιάννης μάγους και τον οδηγάνε». Πιστεύει, ότι οι αντιπαλοί του, ο Κωλέτης λ.χ. και το παλάτι, χρησιμοποιούν μάγους, για να τον αφανίσουν κι ότι καταφεύγουν σε μυστηριώδη μαντικά εργαλεία. «Τότε θέλησαν να βρούνε κι αυτείνοι μάγισσες να μαθαίνουν και ήφεραν από την Τουρκία έναν τούρκον δερβίση και μιαν οβριά από τη Χαλκίδα» (Οράμ., σ. 66, 133)... με μαγείες όπου εργάζονται εις το παλάτι... και βλέπουν με καθρέφτες δια τον κάθε έναν τι φρονεί και τι δύναμιν έχει και είδαν και δια τ΄εμένα» (σ. 172). Μυστικές τελετουργίες γίνονται τη νύχτα από την οικογένεια τού Μακρυγιάννη στο ιερό μιας εκκλησίας για θεραπευτικούς σκοπούς (σ. 123-124). Είναι οι προαιώνιες μαγικές συνήθειες, δεισιδαιμονίες, μαγικές τελετές και συμβολικές πράξεις.

Ο γιατρός Π. Σούτσος δεν αμφιβάλλει διόλου, πως ο Μακρυγιαννης είναι φρενοβλαβής. «Από όσα με είπον οι οικείοι του και από όσα άκουσα εγώ εσχημάτισα την πεποίθησιν, ότι ήτο παράφρων, διότι πότε εζήτει το φέσι του, δια να εξέλθη και αφού τού το έδιδον το ελησμόνει, πότε εζήτει τα ενδύματά του και όταν τού τα έδιδον, δεν ενθυμείτο πλέον. Τον ήκουσα να ερωτά την θυγατέρα του αν βλέπει λαμπάδες αναμμένες και ένα σταυρόν εις μίαν γωνιάν της οροφής τού δωματίου του, ενώ τοιαύτα δεν υπήρχον». (Η δίκη τού στρατηγού Μακρυγιάννη, εισαγ., επιμ., σχόλ. Ε. Πρωτοψάλτη, Αθήνα, 1963, σ. 46-47).

Η θρησκοληψία εξελίσσεται σε θρησκευτικό παραλήρημα
Αυτό βεβαιώνεται από μια σειρά αξιόπιστων μαρτυριών. Ήταν η εποχή, που κατέγραφε τις οπτασίες του. Ο γιατρός Π. Σούτσος κατέθεσε στις 3 Μαρτίου 1852, ότι ο Μακρυγιαννης βρισκόταν «εις κατάστασιν μονομανίας από θρησκευτικάς αιτίας, διότι καθ΄όσον επληροφορήθην, επροσηύχετο δια πολλήν ώραν και έμεινε πολλάκις εν τέταρτον με την κεφαλήν εις την γην, ένω έκαμνε μετάνοιας» (σ. 47).

Όχι επί ένα τέταρτο, αλλά ώρες ολόκληρες, κατέθεσε ένας άλλος γιατρός, ο Αλ. Βενιζέλος. Όταν προσευχόταν έπεφτε μπρούμυτα. Κι όταν κάποτε προσπάθησε να τον ανασηκώσει ο συγγενής του, Δημ. Σκουζές, «τον απεδίωξεν αποτόμως και υβριστικώς ονομάσας αυτόν άθεον» (σ. 55).

Ο αξιωματικός τής φρουράς, Αθ. Λέκας, που είχε εγκατασταθεί στο σπίτι τού στρατηγού και είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί από κοντά τις συνήθειες και τη συμπεριφορά του, κατέθεσε στον ανακριτή: «Ο Μακρυγιάννης, πρωί, μεσημέρι και βράδυ κατεγίνετο εις τις μετάνοιες, το σπίτι του το είχεν ως εκκλησίαν, υπεχρέου τα παιδιά και την σύζυγόν του και έκαμναν μετ΄αυτού προσευχάς και μετανοίας». Έβριζε τις θυγατέρες του αποκαλώντας τες «πουτάνες» (σ. 339). «Με παρεπονείτο πολλάκις, ότι υποφέρει από τις πληγές τού πολέμου. Ύβριζε την γυναίκα του τακτικά, ήτο μελαγχολικός και σκεπτικός, εζήτει παρʼ εμού να τού κάμνω το σχήμα, διότι ήτο ανώτερος αξιωματικός. Έμενε το βράδυ χωρίς φως» (σ. 482).

Ο Κωλέτης έστειλε μια μέρα στο σπίτι τού Μακρυγιάννη τον βουλευτή Τζαμάλα: «Επήγα και ηύρα τον Μακρυγιάννην εις ένα οδά κατάπυκνον από καπνόν θυμιάματος, προσευχόμενον. Με έκαμε δε νόημα με το χέρι του να καθήσω έξω και κάθησα εις την αίθουσαν όπου επρόσμενα πλέον τής μιας ώρας και μολονότι τού είχα ειπεί να εξέλθη, δεν ήλθε παρά αφού ετελείωσε τας προσευχάς του» (σ. 483).

Σημαντικότερη ωστόσο και πιο ουσιαστική είναι η μαρτυρία τής συζύγου τού Μακρυγιάννη: «Κατεκλείετο εις το δωμάτιον επί πολλάς συνεχώς ώρας, προσηύχετο και έκαμνε μετάνοιες, τροφήν ελάμβανεν ολίγην και ήθελε να
τρώγη μόνος του». Κι όταν αρρώστησε σοβαρά ο γιός του «έδειχνε πολλήν αδιαφορίαν, ενώ ο υιός μας εκινδύνευεν, μένων πάντοτε έγκλειστος εις το δωμάτιόν του προσευχόμενος». Ήταν σίγουρος, πως ο άρρωστος θα γίνει καλά με θεϊκή επέμβαση.

Έλεγε στη σύζυγό του να διώξει τους γιατρούς: «Βρε γυναίκα, μη λυπάσαι, εγώ έχω τόν Αφέντη και την Κυρά και θα τον ιατρεύσουν». «Υπέθετον δε εγώ, ότι ηννόει τον Χριστόν και την Παναγιά και με έλεγε να αποβάλω τους ιατρούς... όλην δε την νύκτα και τας τρεις άλλας προηγούμενας νύκτας παρεμίλει, τα δε παραμιλητά του ηκούαμεν εγώ και η συνυφάδα μου Στάθαινα... Την δε νύκτα αίφνης έρριψε φωνάς φωνάζων και υβρίζων, έτρεξα εις το δωμάτιόν του και αυτός, άμα με είδε, με είπε να τον κρύψω εις την ντουλάπα, και άλλοτε εις το φορτζέρι, τα δε μάτια του ήταν εξαγριωμένα, ώστε έπαιρνε τον άνθρωπον τρομάρα, το δε πρόσωπόν του ήτο όλον ερεθισμένον. Τού έλεγα να τάξη εις την Παναγιάν, και αυτός με έλεγε: “Εγώ την Παναγιάν και τον Χριστόν τους έχω εδώ“».

Κάλεσε η Μακρυγιάνναινα τον παπα-Γιώργη για αγιασμό. «Δεν τόν ανέβασα δε εις το επάνω πάτωμα, δια να μην ιδή τον Μακρυγιάννην παραφρονούντα, διότι δεν ήθελον να διαδοθή, ότι ο Μακρυγιάννης προσεβλήθη εις τας φρένας». Αρνήθηκε να εξομολογηθεί και να μεταλάβει τη Μεγάλη Παρασκευή λέγοντας στη γυναίκα του, «ότι τον εξωμολόγησε και τον μετάλαβε, δυο φοράς μάλιστα, ο Αφέντης και η Κυρά».

«Το εσπέρας μάς εσύναξεν όλους, μάς υπεχρέωσε να στολισθώμεν, μάς είπε και επήραμεν ένα δίσκον με τρία ποτήρια και το γλυκόν, μάς υπεχρέωσε να  ανάψωμεν κηρία και αφού ανάψαμεν πολλά φώτα ακολουθούντες την παραγγελίαν του, διότι εφοβούμεθα να κάμωμεν διαφορετικά δια να μη τον ερεθίσωμεν και να μη μάς κακοποιήσει και μάς έλεγεν, ότι περιμένει την Κυρά και τον Αφέντην και τους βασιλείς. Την στιγμήν ταύτην ήλθεν εις την οικίαν μας ο Σταμ. Βαλέζης (οικογενειακός φίλος των Μακρυγιάννηδων, ο οποίος κατέθεσε, ότι ρώτησε τους νοικοκυραίους σε τί οφείλονται αυτές οι εορταστικές ετοιμασίες. -Περιμένουμε τους αγγέλους, αρχαγγέλους και την κυρά την Παναγιά! απάντησε ο Μακρυγιάννης). Εισήλθεν εις το δωμάτιον
τού Μακρυγιάννη δια να τον χαιρετίση. “Συ να πάρης το σπαθί και να υπάγης εις την θύραν και όστις έλθη να τον κόψης”. Την δε Παρασκευήν τής Λαμπρής εσύναξε τα παιδιά του και τα υπεχρέωσε και έκαμναν όλην την μέραν μετάνοιες» (σ. 324-328 και 337).
   




Μακρυγιάννης - Καραγκιόζης μαζί,
σε παράσταση με μεταφυσικές ανοησίες τής Ρωμιοσύνης.

Στο συνταγματάρχη και βουλευτή Σταυριανό Καπετανάκη είπε σε μια επίσκεψή του: «Σώπα, διότι έχω τον θεόν μέσα εις το δωμάτιον και τρώγει ψωμί» και άλλα τοιαύτα ανόητα παραλογίσματα (σ. 335). Αλλά και ο παπα-Γιώργης Πούλος, που έκανε αγιασμό στό σπίτι τού Μακρυγιάννη τον άκουσε «παραμιλούντα μεγαλοφώνως» (σ. 338).

Ο Σταμ. Βαλέζης, δίνει σημαντικές πληροφορίες για τη νοσηρή θρησκοληψία τού στρατηγού: «Ειναι δε τόσον θεοβλαβής, ώστε αμφιβάλλω αν και αυτοί οι ερημίται καταγίνονται εις τα τής θρησκείας τοσούτον, διότι πολλάς συνεχώς ώρας και εγγονυκλίνετο έγκλειστος εις το ευκτήριον δωμάτιόν του, πολλάκις περιέμενον τα παιδιά του μέχρι τού μεσονυκτίου να τελειώση την προσευχήν του και να φάγουν και εκοιμώντο χωρίς να φάγουν» (σ. 357).

Ο Μακρυγιάννης πιστεύει, πως ενσαρκώνει την Ελλάδα και σηκώνει τον σταυρό τού μαρτυρίου. Έχει παραισθήσεις, οραματισμούς, μυστικοπάθειες, ψευδαισθήσεις τής ακοής, αναχωρητική ψύχωση. Πιστεύει, πως είναι ο εκλεκτός τού θεού, ο «σημαιοφόρος» του (σ. 151), ο νέος εκπρόσωπός του επί τής γής. Θεόπνευστος σωτήρας τής «πατρίδας και θρησκείας», αλλά και ο μάρτυρας, που απαρνιέται τα ανθρώπινα (σ. 107) και προσφέρεται για κάθε θυσία (σ. 111).

Άγιος και οσιομάρτυρας ο Μακρυγιάννης
Θέλει νʼ αγιάσει ο Μακρυγιάννης. Και άγιασε. Ο ίδιος ο παντοκράτορας τον αποκαλεί άγιο. «Τότε μού λέγει τρεις φορές. Γιάννη, Γιάννη και Αγιάννη, ήρθα και μόνος μου κάτω εις την οικίαν σου. Δεν απόλαψε άλλος τοιούτως σε τούτην την ζωή. Μόνον εσύ» (σ. 100, 206). Ένας πολεμιστής άγιος, σαν τον Αη-Γιώργη ή τους νεομάρτυρες με τη φουστανέλα και το γιαταγάνι, άγιος μαχόμενος «με τη πέννα και με το πάλα». Άγιος και οσιομάρτυρας. «Μού  ριχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισές ανθρώπινες απάνω μου. «Φάγε απʼ αυτές, στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης όπου ʽθελες να κάμης σύνταμα». Και μʼ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα και τα αγκυλώματα. Και μέ πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και αίμα από μπροστά και από πίσω. Εσάπισα, εσκουλήκιασα».

Και μια σημαντική λεπτομέρεια: Η βασιλική εξουσία, που εισβάλλει στην κατοίκια του βρίσκει τον Μακρυγιάννη να προσεύχεται γονατιστός μπροστά στα εικονίσματα. Ο επικεφαλής μοίραρχος τον αναρπάζει και τον σέρνει στον Μεντρεσέ.

Απαράλλαχτα, όπως στα γνώριμά του συναξάρια, στις τοιχογραφίες των ναών και στα εικονίσματα με τους χριστιανούς μάρτυρες.



  Σημείωση:

Το παραπάνω κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα
από το βιβλίο: Ιδεολογία και αξιοπιστία τού Μακρυγιάννη.

Ο τίτλος, ο πρόλογος, οι φωτογραφίες και οι υπότιτλοι είναι τής «Ελεύθερης Έρευνας».

Τα βίντεο προέρχονται από τη σειρά

«Αναζητώντας τον Μακρυγιάννη» τής Γιώτας Μόγια.

O Κυριάκος Σιμόπουλος (1921-2001) ήταν δημοσιογράφος και ιστοριοδίφης. Έχει εκδόσει τα βιβλία:
Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα,
Πως είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ΄21,
Η γλώσσα και το εικοσιένα,
Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη,
Βασανιστήρια και εξουσία,
Ο μύθος των μεγάλων της ιστορίας,
Διανοούμενοι και καλλιτέχνες ευτελείς δούλοι της εξουσίας,
Μυθοπλαστία όλες οι θρησκείες της οικουμένης κ.ά..

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ