Η ΕΡΕΥΝΑ
ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ
ΤΟΥ ΖΗΝ

Σχολή
του Επίκουρου

Στα χρόνια του Επίκουρου (4ος-3ος αιώνας π.Χ.), που η παρακμή στην κυρίως Ελλάδα πλαταίνει όλο και πιο πολύ, ανάμεσα στις άλλες φιλοσοφικές Σχολές προβάλλει ο υλισμός, που δίνει γερό κτύπημα στις κάθε λογής ιδεαλιστικές διδασκαλίες. Η νέα Σχολή δεν κάνει κανένα συμβιβασμό και, άσχετα από τις πολιτειακές και κοινωνικές αντιλήψεις, βάζει σαν πρωταρχικό πρόβλημα να ξεσκλαβώσει την ανθρώπινη κοινωνία από τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες. Η ευτυχία του ανθρώπου ως ένα μεγάλο βαθμό ταράσσεται από τις τέτοιες προλήψεις. Η θρησκεία κρατά τον άνθρωπο μακριά από τον αληθινό προορισμό του και δεν τον αφήνει να χαρεί τη ζωή του.

Οι παλιές διδασκαλίες της Ιωνικής Σχολής και κυρίως του Δημόκριτου ξαναφρεσκάρονται. Με επιμονή και πείσμα ενάντια στην παράδοση, η νέα Σχολή ξανακαθαρίζει το δρόμο της Φιλοσοφίας προσπαθώντας να την ξαναφέρει στην αληθινή της αποστολή.

Όσα όμως εμπόδια κι αν βρήκε από τις άλλες Σχολές δεν έκανε καμία υποχώρηση ως το τέλος. Στα παλιά εκείνα χρόνια, από τις τοτινές ιστορικές συνθήκες, η υλιστική φιλοσοφία δεν μπορούσε να διατυπωθεί σε ολοκληρωμένο σύστημα, ωστόσο, έκανε πολλές κατακτήσεις στην ερευνητική της προσπάθεια. Και η πάλη της νέας Σχολής ενάντια στον ιδεαλισμό αποτελεί την πιο λαμπρή φιλοσοφική ανάταση, που έχει να μας παρουσιάσει η ελληνική διανόηση στα χρόνια της παρακμής.


Ο σκοπός της Φιλοσοφίας
κατά τον Επίκουρο

O Επίκουρος επέμεινε στη διδασκαλία του, οι μαθητές του να μελετούν πολύ. Κι αυτό, για να είναι κατατοπισμένοι πάνω στο ζήτημα, ποια είναι τα πρώτα στοιχεία, από τα οποία έγινε ο κόσμος και, παράλληλα, να ξέρουν, ποιες είναι οι πηγές, από τις οποίες γνωρίζουμε τον εξωτερικό κόσμο και γενικά παίρνουμε ειδήσεις και γνωρίζουμε την αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτό όμως το έκανε, όχι για να οικοδομήσει πάνω σε αφηρημένες και μεταφυσικές έννοιες το φιλοσοφικό του σύστημα, όπως ο Πλάτων και άλλοι, αλλά για να στηρίξει την υλιστική του διδασκαλία. Ξεκινώντας από την άποψη αυτή, συμφωνούσε με τους στωικούς, που δίδασκαν, πως η φιλοσοφία πρέπει να έχει πρακτικούς σκοπούς και πως ο βασικός της σκοπός είναι να συντελέσει στην ευδαιμονία του ανθρώπου (Διογ. Λαέρτ., Χ, 87). Συνακόλουθα, ο φιλόσοφος δεν πρέπει να καταπιάνεται με προβλήματα καθαρώς μεταφυσικά.

Βέβαια, η φιλοσοφική σκέψη πρέπει να προσπαθεί να δημιουργήσει, με βάση τα πορίσματα των επιστημών, μια κοσμοθεωρία, μα στην προσπάθεια της αυτή δεν πρέπει να χάνεται μέσα στα σύννεφα της μεταφυσικής. Έργο της είναι να βρίσκεται πάντα προσγειωμένη, γιατί το κύριο μέλημά της πρέπει να είναι ο κόσμος ο γήινος. Άρα, μελετώντας και ερευνώντας τα ουράνια φαινόμενα, πρέπει τις αποκτημένες γνώσεις μας να τις χρησιμοποιούμε για την καλυτέρευση των βιοτικών και πνευματικών συνθηκών. Η αληθινή φιλοσοφία λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η τέχνη του ζην.

Δε θέλει φυσικά ρώτημα, πως η μάθηση έχει αξία, μα έχει πιο μεγάλη άξια αν ο φιλόσοφος μαθαίνει με την έρευνα και μελέτη πράγματα, που μπορούν να δώσουν σωστή κατεύθυνση στις πρακτικές ανάγκες του ανθρώπινου βίου. Γιʼ αυτό και υποστήριζε, πως δεν πρέπει ο μορφωμένος να χάνει του καιρό του διαβάζοντας τραγούδια και κάθε είδους παραμύθια ή ακόμα και τις πλατωνικές μωρίες. Επίσης έλεγε, πως είναι χαμένος καιρός, όταν  σπουδάζουμε την τεχνική της ρητορικής ή όταν δίνουμε μεγάλη σημασία στη διαλεκτική, στους ορισμούς της, τις διαιρέσεις και τις σοφιστικές αποδείξεις της, όπως το έκαναν κυρίως οι αριστοτελικοί και οι στωικοί.

Για του Επίκουρο, ο φιλόσοφος πρέπει να γράφει και να διδάσκει με σαφήνεια τα θέματά του, αφήνοντας κατά μέρος κάθε επιτήδευση φιλολογική και σχολαστική, που αποβλέπει στο να δείξει πολυμάθεια. O φιλόσοφος πρέπει να μιλάει με την απλή λογική των γεγονότων και όχι νʼ αερολογεί αραδιάζοντας στριφνές και αφηρημένες φράσεις.
 
 

 
Ο Επίκουρος
(Σάμος 341-Αθήνα 270 π.Χ.)
ήταν αρχαίος φιλόσοφος.
Ίδρυσε δική του φιλοσοφική
Σχολή στο σπίτι του στην Αθήνα,
όπου είχε μεγάλο κήπο,
γιʼ αυτό οι μαθητές
και οι ακροατές του λέγονταν
«Οι από κήπων»
(φιλόσοφοι του κήπου).
Η Σχολή αυτή θεωρείται
από τις πιο γνωστές Σχολές
της ελληνικής Φιλοσοφίας.
Καμιά άλλη φιλοσοφική Σχολή
δεν απόκτησε τόσους οπαδούς
και μαθητές και δεν κράτησε
τόσα πολλά χρόνια.
  
 
 

Η Φυσική του Επίκουρου

Από τον τέτοιο μεθοδολογικό προσανατολισμό του, δίδασκε πως το κέντρο των φιλοσοφικών αναζητήσεων βρισκεται στην περιοχή της Φυσικής. Μόνο με τη μελέτη και έρευνα του φυσικού κόσμου απόκτούμε εξακριβωμένες γνώσεις και υπάρχει η απαραίτητη  εμπειρία, που μας καθοδηγεί στην κατανόηση του αισθητού κόσμου. Άμα καταλάβουμε, τόνιζε, τι είναι φυσικό και τι ζητεί από μας η φύση, θα γίνουμε ηθικότεροι, γιατί γνωρίζοντας την εσωτερική ουσία των παθών μας θα μπορούμε να τα μετριάσουμε, καθώς και να περιορίσουμε τις ανάγκες μας σε κείνο που μας χρειαζεται και μας είναι απαραίτητο.

Κι ακόμα, κατανόωντας την υπόσταση και ουσία του φυσικού μας περίγυρου, θα γνωρίσουμε τα φυσικά αιτία, που πότε μας κάνουν καλό και πότε κακό κι έτσι θα ελευθερωθούμε από τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες, τους φόβους και τα κάθε λογής φαντάσματα, που μας κάνουν δυστυχισμένους.
 
Μόνο λοιπόν αν εξυπηρετεί η Φιλοσοφία
τις βιοτικές ανάγκες συντελεί στην ευδαι-
μονία του ανθρώπου. Και, πραγματικά,
μελετώντας τα φυσικά φαινόμενα
και γνωρίζοντας τους νόμους
που τα διέπουν (τη νομοτέλεια),
μπορούμε νʼ αποκτήσουμε ψυχική γαλήνη
και αταραξία (Διογ. Λαέρτ., Χ, 143).

Αν ξέρουμε, τι υπάρχει έξω από μας
και γιατί γίνονται τα όσα βλέπουμε,
δε θα μας κρατάει κανένας φόβος.
Το έργο λοιπόν της φιλοσοφίας είναι να βρει
τις αιτίες που προκαλούν τα φυσικά φαινό-
μενα (Διογ. Λαέρτ., Χ, 78) . Η τέτοια επί-
δοση του κάθε διανοούμενου τον φέρνει
στον ίσιο δρόμο και τον κάνει νʼ αποκτήσει
την αληθινή σοφία.
Ένας όμως πραγμα-
τικά σοφός δε φοβάται από τίποτα.


«Η κατανόηση
και η ανακάλυψη
των νόμων
που κυβερνούν τη φύση
και προκαλούν
τα φυσικά φαινόμενα
μας φέρνει την αταραξία
και την ψυχική γαλήνη»

Επίκουρος
(Διογ. Λαέρτ., Χ 80, 85)


 
Αν μας ενοχλούσε η ιδέα των θεών και του θανάτου, δίδασκε, δεν θα είχαμε ανάγκη να σπουδάζουμε τη Φυσική, γιατί θα ήμασταν ήσυχοι, πως πεθαίνοντας δεν είχαμε να πάθουμε κανένα κακό (Διογ. Λαερτ., Χ, 82, 85 και 112).

Με τη σπουδή της Φυσικής, ο άνθρωπος αποκτά το αίσθημα της ψυχικής γαλήνης και αταραξίας. Δεν φοβάται για ό,τι βλέπει να γίνεται γύρω του και κυρίως δεν τρομοκρατείται από μερικά φυσικά φαινόμενα (έκλειψη Φεγγαριού, Ήλιου, σεισμούς, νεροποντές κ.λπ.), γιατί θα ξέρει, πως δεν είναι αποτελέσματα κάποιου υπερφυσικού νοός, μα φυσικά φαινόμενα, που έχουν το λόγο τους σε ορισμένες αιτίες.

Μέσα στη φύση ό,τι γίνεται, προέρχεται από φυσικά αιτία και όλα γίνονται κάτω από την αλληλουχία αιτίας και αποτελέσματος. Άρα, δεν υπάρχει καμία Ειμαρμένη ή Λόγος ή Πρόνοια και κανένας σκόπιμος προορισμός (τέλος) . Το κάθε τι, που γινεται μέσα στη φύση, είναι το επακόλουθο φυσικής ανάγκης. Η Πρόνοια λοιπόν των στωικών, είναι ένα παραμύθι και τίποτε άλλο.
 
 
Η Οντολογία του Επίκουρου

O Επίκουρος, όπως και ο Δημόκριτος, παραδέχονταν πως ο κόσμος είναι καμώμενος από μικρά σωματάκια (άτομα), που κινούνται μέσα στο Σύμπαν και δε χάνονται. Αν όμως διαβάσουμε με προσοχή τις τρεις επιστολές του, καθώς και τον Λουκρήτιο, θα δούμε, πως σε πολλά δεν συμφωνεί με τον Δημόκριτο. Ήταν κι οι δυό υλιστές, μα στην ανάπτυξη της Φυσικής Φιλοσοφίας ο Επίκουρος χωρίζονταν από τον Δημόκριτο.

Να τι γράφει ο Αέτιος:

«Επίκουρος δʼ απερίληπτα (=απεριόριστα) είναι τα σώματα και τα πρώτα δʼ απλά, τα δε εξ εκείνων συγκρίματα πάντα βάρος έχειν. Κινείσθαι δε τα άτομα, πότε μεν κατά στάθμην, πότε δε κατά παρέγκλισιν, τα δʼ άνω κινούμενα κατά πληγήν, κατά παλμόν». (Ψ/Πλούταρχος, Περί αρ. φιλ., ΧΙΙ, 883a-b).
 
 


«Η κίνηση και η διάταξη
των ουρανίων σωμάτων,
καθώς και οι τροπές
του Ήλιου, οι εκλείψεις,
η ανατολή και δύση
και τα άλλα τέτοια
φαινόμενα, δεν είναι
έργο κανενός τρίτου,
που βρίσκεται πάνω
απʼ αυτά και τα κυβερνά»

Επίκουρος
(Διογ. Λαέρτ., Χ, 76)


Και δίδασκε ακόμα:

«Επίκουρος... (κατά Δημόκριτον φιλο-
σοφήσας)
έφη τας αρχάς των όντων
σώματα λογω θεωρητά, αμέτοχα κενού,
αγένητα, αΐδια, άφθαρτα, ούτε θραυ-
σθήναι δυνάμενα, ούτε διάπλασιν
εκ των μερών λαβείν, ούτʼ αλλοιωθήναι.
Είναι δʼ αυτά λόγω θεωρητά. Ταύτα
μέντοι κινείσθαι εν τω κενώ και
δια του κενού. Είναι δε και αυτό
το κενόν άπειρον και τα σώματα άπειρα.
Συμβεβηκέναι δε τοις σώμασι τρία
ταύτα, σχήμα, μέγεθος, βάρος.
Δημόκριτος μεν γαρ έλεγε δύο,
μέγεθός τε και σχήμα, ο δʼ Επίκου-
ρος τούτοις και τρίτον, το βάρος,
προσέθηκεν
. "Ανάγκη γαρ, φησί,
κινείσθαι τα σώματα τη του βάρους πληγή, επεί ου κινήσεσθαι". Είναι δε τα σχήματα των ατόμων απερίληπτα, ουκ άπειρα. Μη γαρ είναι, μητʼ αγκιστροειδείς, μήτε τριαινοειδείς, μήτε κρικοειδείς. Ταύτα γαρ τα σχήματα εύθραυστα εστίν. Αι δʼ  άτομοι απαθείς, άθραυστοι, ίδια δʼ έχειν σχήματα, λόγω θεωρητά». (Ψ/Πλούταρχος, Περί αρ. φιλ., ΙΙΙ 877d-e).

Διορθώνοντας ή συμπληρώνοντας τον Δημόκριτο, υποστήριζε πως τα άτομα έχουν βάρος, είναι ορισμένα στον αριθμό, έχουν διαφορετικό μέγεθος και δύναμη και, παράλληλα, είναι αναλλοίωτα, άφθαρτα. Αναφορικά πάλι με την κίνηση, δίδασκε πως, αν δεν υπήρχε χώρος και έκταση, τότε τα άτομα δεν θα μπορούσαν να σταθούν, ούτε θα υπήρχε διάστημα όπου κινούνται. Η κίνηση λοιπόν είναι ολοφάνερη. Γιʼ αυτό επέμεινε στη διδασκαλία του, πως μόνο το σωματοειδές και το κενόν υπάρχουν, δηλαδή η φύσις αναφής.

Το βασικό λοιπόν πρόβλημα της οντολογίας είναι νʼ αποδείξει, πως όλα τα φαινόμενα δημιουργούνται από τη φύση και πως οι αιτίες τους δεν είναι μυστηριώδικες (Λουκρήτ., VI, 759).

Έτσι, αντικρούοντας τους στωικούς και τους πλατωνικούς, τόνιζε πως δεν υπάρχει καμία εξωκοσμική η εσωκοσμική δύναμη, που κυβερνά τον κόσμο:

«Δημόκριτος δε και Επίκουρος και όσοι τα άτομα εισηγούνται και το κενόν, ούτʼ  έμψυχον, ούτε προνοία διοικείσθαι (τον κόσμο), φύσει δε τινι αλόγω». (Ψ/Πλούταρχος, Περί αρ. φιλ., ΙΙ, ΙΙΙ, 885d).


Αναφορικά πάλι με την ουσία της αντικειμενικής πραγματικότητας, τόνιζε πως:

«Φθαρτόν [είναι τον κόσμον), ότι και γενητόν, ως ζώον, ως φυτόν». (Ψ/Πλούταρχος, στο ίδιο βιβλ., II, IV, 886e).

Μα και ο ίδιος, στην επιστολή του στο φίλο του Ηρόδοτο (βλ. Διογ Λαέρτ., Χ, 35-83), εκθέτει στα βασικά τους σημεία τις αντιλήψεις του για την αντικειμενική πραγματικότητα —για τoν εξωτερικό κόσμο— και μας δίνει μια σύνοψη των θεωριών του, που, όπως είπαμε, σε πολλά διαφέρουν από τη φυσική διδασκαλία του Δημόκριτου. O κόσμος λοιπόν γεννήθηκε από τα άτομα και τον κενό χώρο. O κενός χώρος (αναφής φύσις) αποτελεί βασικό στοιχείο της Φυσικής του Επικούρου. Δίχως τον κενό χώρο δεν μπορεί να υπάρξει καμία κινήση.

Παραδεχόταν ακόμα, πως υπήρχαν δύο είδη κινήσης, το κατά στάθμην και το κατά παρέγκλισιν, διαφωνώντας και στο σημείο αυτό με τον Δημοκριτο:

«Επίκουρος, δύο είδη της κινήσεως, το κατά στάθμην και το κατά παρέγκλισιν».  (Ψ/Πλούταρχος, Περι αρεσ. φιλ., Ι, ΧΙΙΙ, 884c).
 
Από την κίνηση των ατόμων, που πότε σμίγουν και πότε σπρώχνονται, γεννήθηκε το πλήθος των κόσμων κι από την ασταμάτητη πάλι κινήση των ατόμων, προέρχεται η γένεση και ο χαλασμός των αισθητών όντων. Τόνιζε ακόμα, όπως είδαμε, πως οι μόνες ιδιότητες των ατόμων είναι το βάρος, το μέγεθος και το σχήμα.


Η Γνωσιολογία
του Επίκουρου

Σχετικά με το γνωσιολογικό πρόβλημα, ο Επίκουρος, απʼ τις αρχαίες γραπτές μαρτυρίες που έχουμε, ξέρουμε πως χώριζε τη Φιλοσοφία, σε τρία τμήματα: στη λογική, τη φυσική και την ηθική, αλλά τη λογική τη δέχονταν χάρη της φυσικής και τη φυσική χάρη της ηθικής (Διογ. Λαέρτ., Χ, 29-30).


Στα αγγλικά υπάρχουν σήμερα
οι λέξεις epicure και epicurean,
που περιγράφουν κυρίως
τον καλοφαγά ή τον φιλήδονο.
 
Έτσι, η λογική είναι σα να λέμε μια γενική Εισαγωγή στη φυσική και ηθική και, παράλληλα, μια καθαρή επιστήμη της γνώσης, που ερευνά και μας μαθαίνει τους κανόνες, με τους οποίους σκεφτόμαστε και μας γνωρίζει τα κριτήρια της αλήθειας, γιʼ αυτό και την τιτλοφορούσε Κανονική.

Για τον Επίκουρο, κριτήριο αποκλειστικό της αλήθειας είναι η αίσθηση. Πιο πολύ τα αισθητήριά μας όργανα μας πληροφορούν για την υπόσταση του αντικειμενικού κόσμου, παρά ο Λόγος, αφού κι αυτός παράγεται απʼ τις αισθήσεις και δεν είναι αυτόνομος ή ανεξάρτητος απʼ αυτές. Αν δεν πιστεύουμε στις εντυπώσεις που μας δίνουν οι αισθήσεις, τότε δεν μπορεί να υπάρξει κανένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της αλήθειας, καμία σταθερή πεποίθηση για ό,τι συμβαίνει στον έξω από μας κόσμο και, συνεπούμενα, δεν θα είναι δυνατή καμία πρακτική μας ενέργεια.

Αν κάποτε οι αισθήσεις δεν μας πληροφορούν σωστά για τον αντικειμενικό κόσμο, το φταίξιμο είναι δικό μας, γιατί στους συλλογισμούς που κάνουμε πήραμε στραβό δρόμο κι έτσι πέσαμε έξω στις κρίσεις μας. Μια και οι εικόνες (είδωλα), που τα αισθητήριά μας όργανα παίρνουν από τα αντικείμενα ως που να φτάσουν σε μας (στα μάτια, στʼ αυτιά μας κ.λπ.), αλλάζουν κάπως στο αναμεταξύ, δεν έχουμε ολοκληρωμένη και σωστή την εικόνα.

Γιʼ αυτό, δεν πρέπει να συγχέουμε την υποκειμενική μας εντύπωση με την αντικειμενική υπόσταση του αντικείμενου, γιατί υπάρχει διαφορά και η διαφορά αυτη είναι δημιούργημα της κρίσης μας. (Διογ. Λαέρτ., Χ, 31 και 50 και Σέξτ. Εμπ., Προς μαθ. VII, 203-216).

Με το να επαναλαβαίνονται όμως ορισμένες εικόνες, που τις παίρνουν τα αισθητήριά μας όργανα από τον εξωτερικό κόσμο, γεννιέται η πρόληψις, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η γενική εικόνα που σχηματιζεται και κρατιέται στη μνήμη μας. Δηλαδή, από τα αισθήματα που μπαίνουν μέσα μας, είτε με τη μορφή ειδώλων (εικόνων), είτε σα ρεύματα, γεννιούνται μνημονικές παραστάσεις ή γενικές έννοιες (προλήψεις), που απʼ τις πολλές φορές χαράζονται και αποτυπώνονται στο μνημονικό μας. (Διογ, Λαέρτ., Χ, 33).
 
Το πράγμα όμως είναι διαφορετικό, αν σχηματίσουμε γνώμη (υπόληψιν) έξω από την αντικειμενική πραγματικότητα, ξεκινώντας από το γνωστό για το άγνωστο. Τότε, για να είναι σωστή μια τέτοια γνώμη, πρέπει, αν βρίσκεται σε σχέση με κάτι μελλούμενο, να επιβεβαιωθεί από την πείρα κι αν σχετίζεται με τα κρυφά αίτια των φαινομένων, να μην έρχεται σε αντίθεση με την πείρα.

Θεμελιώνοντας πάνω σʼ αυτές τις βάσεις τη γνωσιολογία του, καταπολεμούσε κάθε αντίθετη αντιυλιστική διδασκαλία και, κυρίως, την υποκειμενική αισθησιοκρατία των στωικών. Δεν είναι καθόλου σωστή η άποψη των στωικών, τόνιζε, που ισχυρίζονται πως οι εντυπώσεις προέρχονται από ομοιώματα (φάσματα, είδωλα). Το αντίθετο, κάθε τι που ενεργεί είναι σωματικό και, ενεργώντας, παράγει εντυπώσεις. Γιʼ αυτό δίδασκε, πως τα φάσματα (είδωλα) δεν είναι νοητικά σκιαγραφήματα (εννοήματα), καθώς υποστήριζαν οι στωικοί, μα «εικόνες» του πραγματικού κόσμου. (Διογ. Λαέρτ., VII, 61).


Αντιφάσεις
στο κοσμογονικό σύστημα του Επίκουρου

Εκείνο που κάνει εντύπωση σʼ έναν προσεκτικό μελετητή της διδασκαλίας του Επίκουρου, είναι μια σημαντική αντίφασή του. Ενώ ήταν κατά τα άλλα αιτιοκράτης και υλιστής, παραδέχονταν το αυτεξούσιο. Δίδασκε δηλαδή, πως η ανθρώπινη θελήση είναι ελεύθερη. Αν όμως προσέξουμε τη σχετική διδασκαλία του, σύμφωνα με την οποία το φυσικό περίγυρο (και το κοινωνικό) επιδρά πάνω στον άνθρωπο και του γινεται δάσκαλος σε πολλά, και την παραβάλουμε με μερικά αποσπάσματά του που βρίσκονται στους Ηρακλειωτικούς κυλίνδρους, βγαίνει έμμεσα το συμπέρασμα πως, πιστεύοντας στο δόγμα της ελεύθερης βούλησης, καθόλου δεν συμφωνούσε με τους θεολόγους και τους ιδεαλιστες φιλοσόφους, που παραδέχονταν το δόγμα αυτό σαν βασικό της κάθε ανθρώπινης ενέργειας. Το αντίθετο, ο Επίκουρος, μάλλον, τις ανθρώπινες πράξεις τις θεώρησε σαν αποτέλεσμα της συνεργασίας, της ατομικής προδιάθεσης (ψυχικός παράγοντας) και της επίδρασης του κοινωνικού και φυσικού περίγυρου.

Τις τέτοιες διδασκαλίες του Eπίκουρου, καθώς και των άλλων υλιστών φιλοσοφών της ελληνικής αρχαιότητας, δεν πρέπει να τις παίρνουμε απόλυτα και να τις κρίνουμε αυστηρά. O υλισμός στα χρόνια εκείνα ήταν σε πολλά απλοϊκός, γιατί δεν μπορούσε να ξεπεράσει την εποχή του.

Μην μπόρωντας λοιπόν ο Επίκουρος να δώσει θετικές εξηγήσεις στην αιτία της κίνησης κι ακόμα καταπολεμώντας τις κάθε λογής ιδεαλιστικές αντιλήψεις και κυρίως τις διδασκαλίες για το λόγο ή την Ειμαρμένη των συγκαιριανών του στωικών, ήταν αναγκασμένος να πέσει στην αντίφαση αυτή, αφού η πειραματική φυσική κι ένα σωρό άλλοι κλάδοι του κύκλου των φυσικών επιστημών ήταν άγνωστοι στα χρόνια του. Η αντίληψη του Δημόκριτου για τη μηχανική κίνηση δημιουργούσε μια σοβαρή απορία: πώς δημιουργήθηκε η πρώτη κίνηση και από ποιον δημιουργήθηκε. Και η αντίληψη πάλι, πως η ανθρώπινη θέληση βρίσκεται κάτω από το δεσμό και την επίδραση της Ειμαρμένης ή της Θείας Πρόνοιας, τον έκανε πολύ σκεπτικό. Αν ήταν έτσι, ανατρέπονταν όλο το σύστημά του και δικαιώνονταν οι στωικοί.

Όπως δεν μπορούσε να καταλάβει, πώς ήταν δυνατό να υπάρχει κίνηση μηχανική, έτσι δεν μπορούσε να χωνέψει, πώς ήταν δυνατό η ανθρώπινη θέληση να υπόκειται σε δεσμούς. Έβγαλε λοιπόν το συμπέρασμα, πως η αρχική κίνηση βγήκε από τα ίδια τα σώματα, που είχαν μέσα τους το στοιχείο της κίνησης και πως η ανθρώπινη βούληση είναι ελεύθερη, αφού δεν υπάρχει Ειμαρμένη και καμία άλλη εξωκοσμική ή εσωκοσμική δύναμη, που να κανονίζει τις ανθρώπινες πράξεις. Γιʼ αυτό αρνιότανε πως υπάρχει θεά Τύχη, που επηρεάζει και κανονίζει τις ανθρώπινες πράξεις (Διογ. Λαερτ., Χ, 134). Ωστόσο όμως, παραδέχονταν πως το φυσικό και το κοινωνικό περίγυρο ασκεί επίδραση πάνω στον άνθρωπο και του γίνεται δάσκαλος σε πολλά (Διογ. Λαέρτ., Χ, 75).
 
 


 

 
Σχετικά με τη γένεση των όντων κι έχοντας υπʼ όψη του τις πριν από αυτόν
διδασκαλίες κυρίως των ιώνων φιλοσόφων, είχε προχωρήσει πολύ.
Δίδασκε, πως στην αρχή γεννήθηκαν από το χώμα, χωρίς όμως και να είναι
η ζωή τους τέτοια που είναι σήμερα. Απʼ αυτά πάλι διατηρήθηκαν
κι εξελίχθηκαν μόνο εκείνα, που ήταν ικανά για τη ζωή.
(Λουκρ. Ι, 1021 και πέρα, Ψ/Πλούτ., Περί αρ. φιλοσ., V, XIX, 908d,
Διογ. Λαέρτ., Χ, 74 και πέρα).

 

 

Η Ηθική
και η Πολιτειολογία του Επίκουρου

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Επίκουρου, το πιο μεγάλο αγαθό είναι η ηδονή και το πιο μεγάλο κακό ο πόνος (αλγηδών). (Διογ. Λαέρτ., Χ, 128).

Είναι πολλοί —και κυρίως στην αρχαία εποχή— που υποστηρίζουν, πως ο Επίκουρος δίδασκε ουσιαστικά την ακολασία και την απολογία του στομαχιού. Η αντίληψη αυτή δεν είναι καθόλου σωστή. Εινʼ αλήθεια, βέβαια, πως ο φιλόσοφος στις έρευνες και αναζητήσεις του ξεκινούσε απ τις πρακτικές ανάγκες του ανθρώπινου βίου, ωστόσο όμως δεν προπαγάνδιζε το χυδαίο υλισμό. Είναι σωστο, πως η βάση όλων των ηδονικών συναισθημάτων είναι, κατά τον Επίκουρο, η σωματική (αισθησιακή) ηδονή. Αν δεν υπάρχουν αισθήσεις, δίδασκε, το αίσθημα της ηδονής δεν υπάρχει.

Ο μαθητής του μάλιστα Μητρόδωρος πιο παραστατικά έλεγε: «Κάθε αξίας αρχή και ρίζα είναι η κοιλιά, όλα δε τα πολύπλοκα ζητήματα και προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο καταλήγουν σʼ αυτήν». Και είχε δίκαιο. Ο άνθρωπος είναι «ζώον κοινωνικόν» και όχι ρομπότ και μηχανή. Όλα του ξεκινούν από τις υλικές του ανάγκες. Αν στερηθεί τα μέσα της συντήρησής του, όσο σοφός κι αν είναι κανένας, δεν μπορεί να φιλοσοφήσει, το μυαλό του σταματά. Η ιδεολογία του, το μυαλό ,του, η επιστήμη του και η φιλοσοφία του, εξυπηρετούν τον κοινωνικό άνθρωπο και όχι τον άνθρωπο της φαντασίας μερικών ιδεαλιστών. Αυτό μας διδάσκει η πραγματικότητα. Μήπως τα λουλούδια και τα γεννήματα παύουν να είναι ωραία και χρήσιμα, επειδή τα δέντρα και τα φυτά έχουν τις ρίζες τους στη γης;

Όποιος όμως διαβάσει με προσοχή όλα όσα δίδαξε ο Επίκουρος για το ζήτημα αυτό, θα δεί πως, εξόν από την αισθησιακή (σωματική) ηδονή, παραδέχονταν και την ψυχική. Την ηδονή όμως αυτή μόνο ο σοφός μπορούσε να την αποκτήσει και να τη χαρεί.

Ο Επίκουρος παραδέχονταν πως η ανθρώπινη βούληση ήταν ελεύθερη. Σύμφωνα με την τέτοια του αντίληψη, δίδασκε πως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι φταίχτης, αν δυστυχεί κι αν υποφέρει. Η αιτία είναι ο εαυτός του, η ψυχή του. Την ίδια αντίληψη είχε και ο Δημόκριτος (βλ. Diels, Προσωκ. φιλ., απ. 159) . O Επίκουρος λοιπόν, όπως και ο Αβδηρίτης σοφός, δίδασκε πως δεν είναι αυτές καθαυτές οι σαρκικές επιθυμίες, που μας κάνουν να δυστυχούμε και να υποφέρουμε, μα η ψυχή μας:

«Μηδέ αιτιώμεθα την σάρκα ως των μεγάλων κακών αιτίαν, μηδʼ εις τα πράγματα τρέπωμεν τας διαφορίας, εν δε τη ψυχή τας τούτων αιτίας μάλλον ζητώμεν...»  (Απ. 445).

Με το να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει, είναι, όχι μόνο κύριος του εαυτού του, μα και της τύχης του.


Και όμως ο Επίκουρος ενδιαφέρονταν και για τα υλικά αγαθά, γιατί χωρίς αυτά δεν υπάρχει, τόνιζε, ευδαιμονία. Λέγοντας, ωστόσο, πως η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό, εννοούσε την απαλλαγή της ψυχής από τις λύπες, την αγωνία, το φόβο και τις προλήψεις:

«Όταν ουν λέγομεν ηδονήν τέλος υπάρχειν, ου τας των ασώτων ηδονάς και τας εν απολαύσει κειμένας λέγομεν, αλλά το μήτε αλγείν κατά το σώμα, μήτε ταράττεσθαι κατά την ψυχήν».

Ξεκινώντας λοιπόν από τη βασική αυτή αρχή, συνιστούσε την εγκράτεια, τη λιτότητα και την αυτάρκεια. Όταν κανένας είναι μετρημένος σʼ όλα του, τότε μπορεί να είναι ευτυχισμένος, να περνάει μια χαρούμενη ζωή. Όχι η αρετή, μα η ηδονή κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Αν ο άνθρωπος δεν απαλλαχτεί από κάθε σωματικό πόνο και λύπη, δεν μπορεί να ειναι ευτυχισμένος. Βέβαια, ο ενάρετος βίος είναι απαραίτητος κι αυτόν πρέπει ν ακολουθεί ο άνθρωπος, αλλά η αρετή αυτή καθαυτή δε μας κάνει ευτυχισμένους, αν έχουμε λύπες και σωματικούς πόνους. Σε τελευταία ανάλυση, το δόγμα της ηδονής αποτελούσε τη βάση του ευτυχισμένου βίου. Όταν κανείς καταφέρει νʼ αυτοκυριαρχηθεί και νʼ αποκτήσει απόλυτη ψυχική γαλήνη, δηλαδή όταν αποκτήσει το αίσθημα της αταραξίας, μπορεί να είναι ευτυχισμένος.

Από τις ίδιες αρχές, δίδασκε πως ο άνθρωπος προτίμησε τον κοινωνικό βίο, για να γλυτώσει από τους περισπασμούς, τις δυσκολίες που του παρουσιάζονται κι από τις κακοποιήσεις από τʼ άγρια θεριά. Από τον ίδιο λόγο υπάρχουν και μέσα στην Πολιτεία οι νόμοι. Αυτοί δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά να δίνουν την ασφάλεια στα άτομα και να τα προφυλάγουν από το άδικο. Επειδή όμως οι πιο πολλοί, από  την αμυαλωσύνη τους, κάνουν το κακό, πρέπει να εμποδίζονται σʼ αυτό με την τιμωρία που ορίζουν οι νόμοι. Άρα, η αρχή της Πολιτείας και του νόμου βρίσκεται στη συμφωνία που κάνουν οι άνθρωποι, να δημιουργήσουν μια κοινότητα, μέσα στην οποία θα ζουν κάτω από ορισμένους νόμους.

Ωστόσο, δίδασκε πως η απασχόληση με την πολιτική δε μας ωφελεί σε τίποτα. Αν δεν εξαναγκαστεί κανένας να ενδιαφερθεί για τα πολιτικά, δεν πρέπει να πολυσκοτίζεται γιʼ αυτά. Κι έτσι, το γνωμικό που πάντα θυμότανε στις κουβέντες του ήταν το «λάθε βιώσας».

Όσο κι αν μας φαινονται περίεργες οι αντιλήψεις αυτές του φιλοσόφου, έχουν το λόγο τους. Στα χρόνια του Επίκουρου και των μαθητών του, είχε καταργηθεί η πολιτική ανεξαρτησία των ελληνικών πολιτειών, γιʼ αυτό και το ενδιαφέρον για τα δημόσια πράγματα ατόνησε, μια που άλλοι, οι ξένοι κατακτητές, κανόνιζαν και τη νομοθεσία και γενικά την πολιτική ζωή.

Ενώ όμως η πολιτική ζωή δεν παρούσιαζε πια κανένα ενδιαφέρον, μέσα στο χάος και στην αγωνία, που δημιουργήθηκε από τη μακεδονική κατάκτηση, το αίσθημα της φίλιας πρόβαλε σαν το πιο μεγάλο κι επιτακτικό καθήκον. Για να βρουν ανακούφιση και ασφάλεια οι άνθρωποι, στην ανήσυχη, πολυτάραχη και αβέβαιη εποχή που ζούσαν, χρειάζονταν ο δεσμός της φίλιας.

Ο σκεπτικισμός, αντανάκλωντας τις αντιλήψεις των στρωμάτων από την άρχουσα τάξη που είχαν πια χάσει κάθε αίσθημα φυλετισμού και ελλαδισμού και ταύτιζαν την τύχη τους με την τύχη των άλλων μεσογειακών λαών, καλλιεργούσε και προπαγάνδιζε τον κοσμοπολιτισμό. Οι επικούρειοι, το αντίθετο, εκπροσωπώντας τα στρώματα του πληθυσμού που ακόμα δεν είχαν χειραφετηθεί από τις τοπικιστικές αντιλήψεις, προπαγάνδιζαν τη φίλια, σαν το συνδετικό κρίκο που θα τους κρατούσε ασφαλισμένους από τις αναποδιές της ζωής κι από κάθε λογής εναντιότητα.


Ο κρυπτοαθεϊσμός του Επίκουρου

Αν και ο Επίκουρος, όπως είδαμε, έδινε πρακτικά περιεχόμενο στις θεωρητικές του έρευνες και στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, ωστοσο δεν πήρε απροκάλυπτα εχθρική στάση απέναντι στη θρησκεία. Προπαγάνδιζε τον αθεϊσμό του με τέχνη, χωρίς να κάνει στα φανερά αθεϊστική προπαγάνδα. Γιʼ αυτό και τόνιζε, πως μπορεί να υπάρχουν θεοί και οι άνθρωποι, αν θέλουν, ας τους λατρεύουν. Μα οι θεοί αυτοί, ούτε για μας τους ανθρώπους νοιάζονται, ούτε και για τον κόσμο δείχνουν κανένα ενδιαφέρον. Είναι πολλοί και στη μορφή τους μοιάζουν με τους ανθρώπους, τα σώματά τους ωστόσο είναι αέρινα κι αποτελούνται από μικρούτσικα άτομα. (Ψ/Πλούταρχος, Περί αρεσκ. φιλ., VΙΙ, 882a, βλ. και Διογ. Λαέρτ., Χ, 65 και πέρα). Κάθονται μακριά από μας, στα μετακόσμια, στους ανάμεσα των απείρων κόσμων άδειους χώρους.

Όπως και να είναι, ο Επίκουρος, παίρνοντας τέτοια στάση μπροστά στο ζήτημα της θρησκείας, κλόνιζε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και προπαγάνδιζε τον υλιστικό πανθεϊσμό, καμουφλαρισμένο με θεολογικό μανδύα. Γιʼ αυτό σε πολλές περιοχές καθυστερημένες, όπως στη Λύκτο της Κρήτης και στην Αρκαδία, οι επικούρειοι, όχι μόνο καταδικάστηκαν, μα και πέρασαν από βασανιστήρια, όπως μας πληροφορεί κάποιο απόσπασμα του Αιλιανού.

Όσο πάλι για τους θεούς του Ολύμπου, τους είχε αποστρατεύσει και τους είχε αχρηστέψει ολότελα:

«Επίκουρος Νεοκλέους Αθηναίος , τον περί θεών τύφον πειράται καταστέλλειν. Αλλά και ουδέν, φησί, γίγνεται εκ του μη όντος, ότι το παν αεί τοιούτον ην και έσται τοιούτον, ότι ουδέν ξένον εν τω παντί αποτελείται παρά τον ήδη γεγενημένον χρόνον άπειρον, ότι παν εστι σώμα (=ύλη) και ου μόνον αμετάβλητον, αλλά και άπειρον, ότι τέλος των αγαθών ηδονή». (Ευσέβιος, Προπαρ. ευαγγελ., Ι, VIII, 8 και Ψ/Πλούταρχ., Στρωμ., 8).


O Επίκουρος όμως, σχετικά με το ζήτημα της ασέβειας, έλεγε:

«Ασεβής δε ουχ ο τους των πολλών θεούς αναιρών, αλλʼ ο τας των πολλών δόξας θεοίς προσάπτων
». (Διογ. Λαερτ., Χ, 123).

O ίδιος ωστόσο τόνιζε ακόμα, πως προτιμότερο να πιστεύουμε στα τυφλά τα παραμύθια που μας ιστορούν τη γένεση και δράση των θεών, παρά να πιστεύουε στην Ειμαρμένη των φυσικών (στωικών), γιατί οι θεοί της μυθολογίας συγχωράνε κιόλας, ενώ η Ειμαρμένη είναι ανελέητη (Διογ. Λαερτ., Χ, 134).

Προχώρωντας στην υλιστική του διδασκαλία, δίδασκε ακόμα πως δεν υπάρχει ζωή μετά θάνατο κι οι θεωρίες για την αθανασία και τις τιμωρίες της ψυχής είναι μωρολογήματα. Παραδέχονταν βέβαια πως υπάρχει ψυχή, μα η ψυχή αυτή δεν είναι ασώματη και άυλη, γιʼ αυτό και καταπολεμούσε τις αντίθετες δοξασίες: «Οι  λέγοντες ασώματον είναι την ψυχήν ματαιάζουσιν, ουδέν γαρ αν ηδύνατο, ούτε ποιείν, ούτε πάσχειν, ει ην τοιαύτη».

Ψυχή χωριστή από το σώμα δεν μπορεί να υπάρχει ─ «μη διαμένειν μονούμενην», τόνιζε. Αντίθετα από τους άλλους φιλοσόφους, ο Επίκουρος δίδασκε πως η ψυχή αποτελείται από μικρούτσικα κομματάκια (άτομα) φωτιάς, αγέρα και πνοής. Κι ακόμα και από μία άλλη ύλη, που δεν μπορούμε να την καθορίσουμε με λέξεις, μία ύλη πολύ ψιλή κι ευκίνητη, που ειναι αιτία της αίσθησης και που κληρονομείται πάππου προς πάππου. Την άλογη όμως ψυχή τη συμπληρώνει στον άνθρωπο το λογικό μέρος, που έδρα του είναι το στήθος, ενώ η άλογη ψυχή είναι σκορπισμένη σʼ όλο το σώμα.

Να τι λένε οι αρχαίες πηγές για τις διδασκαλίες του Επίκουρου πάνω στο ζήτημα της ουσίας της ψυχής:
 
«Η ψυχή σώμα εστι λεπτομερές, παρʼ όλον το άθροισμα παρεσπαρμένον, προσεμφερέστατον δε πνεύματι θερμού τινά κράσιν έχοντι
». (Διογ. Λαερτ., X, 63).

Κι ακόμα εν άλλο σχόλιο συμπληρώνει τη διδασκαλία του:

«Λέγει (ο Επίκουρος) εν άλλοις και εξ ατόμων αυτήν (την ψυχήν) συγκείσθαι, λειοτάτων και στρογγυλωτάτων, πολλώ τινι διαφερουσών των του πυρός. Και το μεν τι άλογον αυτής εν τω λοιπώ παρεσπάρθαι σώματι, το δε λογικόν εν τω  θώρακι, ως δήλον εκ τε των φόβων και της χαράς». (Σχόλιο Διαγ. Λαέρτ., Χ, 66).

Τόνιζε ακόμα πως η ψυχή είναι φθαρτή και πως χάνεται μαζί με το σώμα. Στο σημείο αυτό ήταν αμείλικτος πολέμιος κάθε μεταφυσικής και ιδεαλιστικής διδασκαλίας, που δημιουργούσε ένα σωρό φαντασιώσεις στο λαό και τον τρομοκρατούσε με την ιδέα της επιβίωσης της ψυχής ύστερα από το θάνατο. Παίρνοντας τέτοια θέση, ήταν υποχρεωμένος να επικρίνει και να πολεμά τις αντίθετες θεωρίες και δοξασίες των συγκαιριανών του.

Το ίδιο έκαναν και οι διάδοχοι και οι μαθητές του. Κι αυτοί ήταν μαχητικοί και επικριτές των δογμάτων των άλλων Σχολών και κυρίως του στωικισμού και νεοπλατωνισμού.

Ο Επίκουρος, ξεκινώντας από υλιστικές βάσεις, δεν μπορούσε να κάνει κανένα συμβιβασμό με τις άλλες Σχολές. Ήταν λοιπόν φυσικό να είναι πολέμιος κάθε μιας θεωρίας που οδηγούσε στη μεταφυσική. Γιʼ αυτό πολέμησε τη διδασκαλία του Πυθαγόρα και του Εμπεδοκλή για τη μετεμψύχωση και κάθε σχετική διδασκαλία για την αθανασία της ψυχής.

Μα, αφού δεν υπάρχει ψυχή, τότε δεν υπάρχει και μεταθανάτια ζωή. Η αθανασία της ψυχής είναι ένας μύθος. Συμπέρασμα: δεν πρέπει να φοβόμαστε το θάνατο:

«Το φρικωδέστατον των κακών, ο θάνατος, ουδέν προς ημάς, επειδήπερ, όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δʼ ο θάνατος παρή, τοθʼ ημείς ουκ εσμέν».

Και παρακάτω:

«Ο θάνατος ουδέν προς ημάς, το γαρ διαλυθέν αναισθητεί». (Διογ. Λαερτ., Χ, 139).

Ύστερα από το θάνατο λοιπόν, δεν υπάρχει κανένα αίσθημα, γιατί με το θάνατο σταματά κάθε αίσθηση.

 
 

 
 
Σύμφωνα με τον Επίκουρο,
δεν υπάρχει
καμία υπερφυσική δύναμη.
Το κάθε τι έχει την αιτία του
σε φυσικές αιτίες.
Ο κόσμος δεν έγινε
με ορισμένο σχέδιο
και δεν έχει από τα πριν
κανένα σκοπό.
Θαύματα δεν γίνονται.
 
 
 

Αν θυμηθούμε εκείνα που είπαμε παρά πάνω για την κατάσταση της τοτινής εποχής, ύστερα από τη μακεδονική εισβολή και κατάκτηση της Ασίας και της Ελλάδας, θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε την υλιστική φιλοσοφία του Επίκουρου.

Η άρχουσα τάξη ανησυχούσε και αγωνιούσε για ό,τι σύμβαινε γύρω της και, στην αβεβαιότητα αυτή, εξόν που έτρεμε μη τυχόν χειροτερέψει η κοινωνικο-οικονομική της θέση, έβλεπε μαζί και φαντάσματα, γιατί οι ορφικοί, οι πυθαγόρειοι και οι κάθε λογής αγύρτες, έβρισκαν τώρα κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργήσουν το μυστικισμό, διδάσκοντας πως ό,τι γίνεται είναι θεϊκή τιμωρία, πως η ψυχή θα υποφέρει πολλά ακόμα, γιατί μετά το θάνατο την περιμένουν πολλά δείνα. Έτσι, ο πολύς κόσμος έτρεμε μπροστά στην ιδέα του θανάτου. Και ο μεν κοσμάκης έτρεμε, γιατί φοβοτανε πως τον περίμεναν νέα βάσανα, χειρότερα από τα βάσανα της επίγειας ζωής του οι πλούσιοι πάλι, που ήξεραν πόσες αδικίες και εγκλήματα έκαναν, φοβόνταν μην τα πληρώσουν όλα σαν πεθάνουν.

O Επίκουρος, αντιπροσωπεύοντας μέρος από την αρχουσα τάξη κι από το λαό εκείνους που δεν πίστευαν στις τέτοιες διδασκαλίες, επιζητούσε να ρυθμίσει τη ζωή κατά ένα λογικό τρόπο. Δε δίδασκε, όπως είπαμε, το χυδαίο υλισμό, καθώς πίστευαν και πιστεύουν πολλοί, μα τη χαρά της ζωής, κάτω από μια συγκρατημένη οργάνωση του κοινωνικού και ατομικού βίου. Βέβαια, η αρχαία ιστορία, μας πληροφορεί πως οι άρχουσες τάξεις ζούσαν μίαν ακόλαστη και παρασιτική ζωή. Όλο τον πλούτο που μάζευαν, τον ξόδευαν για τις απολαύσεις τους. Αυτό δεν έπρεπε να γίνεται. Όχι γιατί περίμεναν βασανιστήρια την ψυχή τους, αλλά γιατί οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες είχαν αλλάξει πολύ και χρόνο με το χρόνο πήγαιναν στο χειρότερο. Εξάλλου, ο ακόλαστος βίος δεν κάνει καλό. Για όλα και σε όλα χρειάζεται μέτρο.

Αντανακλώντας λοιπόν τις τέτοιες αντιλήψεις, ο φιλόσοφος δίδασκε, από τη μια μεριά πως χρειάζεται μια λογική ρύθμιση των απολαύσεων κι από την άλλη πως δεν υπάρχουν φαντάσματα και τιμωρίες υστερα από το θάνατο. Ο άνθρωπος μόνο σε τούτο τον κόσμο μπορεί να χαρεί τη ζωή, αρκεί να βάλει φρένα στις ορέξεις και τις απολαύσεις του.

Όπως είπαμε, οι άνθρωποι της τοτινής εποχής είχαν κυριευθεί από το αίσθημα του φόβου και της αγωνίας, γιατί καταλάβαιναν πως δεν μπορούσαν με τα μέσα που διαθέτανε νʼ αλλάξουν τις νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες τους. Γιʼ αυτό και πολλοί το είχαν ρίξει στη μοιρολατρία και στο μυστικισμό. Η ψυχολογία και η νοοτροπία της μερίδας αυτής αντικαθρεφτίζονταν στις διδασκαλίες των στωικών, των νεοπυθαγόρειων και των νεοπλατωνικών.

Ενώ ο επικουρισμός αντιπροσώπευε την άλλη μερίδα, που, αν και δεν πίστευε στην αθανασία της ψυχής και τη μετεμψύχωση, από τη μια μεριά ήθελε να σταματήσει την ακόλαστη ζωή κι από την άλλη γύρευε να χτυπήσει τα ιδεαλιστικά κηρύγματα για τις μεταθανάτιες τιμωρίες, που κρατούσαν τον πολύ κόσμο στην αγωνία.




 
Σημείωση:

Το παραπάνω άρθρο αποτελείται από αποσπάσματα από το 18ο κεφάλαιο του βιβλίου του Γιάννη Κορδάτου:
«Ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας», έκδ. «Μπουκουμάνη», Αθήνα, 1972.

Ο τίτλος, η εικονογράφηση και οι υπότιτλοι είναι της «Ελεύθερης Έρευνας».


Βρήτε άλλα άρθρα
σχετικά με θέματα Φιλοσοφίας
στο Θεματολόγιο / Φιλοσοφία.




Ο Γιάννης Κορδάτος (Ζαγορά Πηλίου, 1891-1961) ήταν νομικός, κοινωνιολόγος, πολιτικός, ιστορικός, μελετητής της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα έως την σύγχρονη εποχή. Υπήρξε από τα ιδρυτικά στελέχη της «Φοιτητικής Συντροφιάς» και του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος, προκατόχου του Κ.Κ.Ε., διετέλεσε γενικός γραμματέας του (1920-1924) και διευθυντής του Ριζοσπάστη (1922-1924). Το 1927 αποχώρησε από το Κ.Κ.Ε., συνέχισε ωστόσο να είναι κοντά του και γιʼ αυτό φυλακίστηκε στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά.

Αν και αυτοδίδακτος ιστορικός, εν τούτοις ήταν πολυγραφότατος. Το βιβλίο του «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1924, προκάλεσε ποικίλες και έντονες αντιδράσεις.
Παρόμοιες αντιδράσεις προκάλεσε και το βιβλίο του «Ιησούς Χριστός και χριστιανισμός», το οποίο, αν και αποτέλεσμα μόχθου είκοσι ετών, δεν κυκλοφόρησε παρά μόνο μετά τον θάνατό του, καθώς κανένας εκδότης δεν τολμούσε να αναλάβει την έκδοσή του.

Ο Γ. Κορδάτος ήταν επίσης μεγάλος γνώστης της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας, και ασχολήθηκε επαγγελματικά ως επιμελητής των εκδόσεων της κλασικής ελληνικής Γραμματείας, που κυκλοφόρησαν από τον οίκο του Ι. Χ. Ζαχαρόπουλου.

«Το συγγραφικό ιστορικό έργο του Γ. Κορδάτου εκτείνεται σε μεγάλο θεματολογικό και χρονολογικό εύρος: από την αρχαία Ελλάδα και τη Σαπφώ έως την αγροτική εξέγερση του 1910 στο Κιλελέρ και από την αρχαία τραγωδία έως την ελληνική κεφαλαιοκρατία και το δημοτικισμό. Ενα ογκώδες και επιβλητικό έργο, με αναθεωρήσεις και επανεκδόσεις, το οποίο ακολούθησε την πνευματική πορεία του δημιουργού του, εκκινώντας από τη μαρξιστική θεωρία σε ιδιότυπους και μοναχικούς δρόμους. Ο Κορδάτος είχε την τύχη να δει τα βιβλία του να γνωρίζουν πολύ σημαντική εκδοτική επιτυχία, που βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τη σκληρή κριτική, με την οποία τα υποδέχθηκαν οι διανοούμενοι της εποχής του. Η κριτική δεν αφορούσε μόνο τα λάθη, τις απλουστεύσεις και τα θεωρητικά σχήματα χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, που εύκολα θα αναγνώριζε κανείς στις σελίδες των βιβλίων του, αλλά συνδεόταν, κυρίως, με την εκάστοτε πολιτική του τοποθέτηση, με τη διαφωνία προς τις απόψεις του, είτε από αριστερά είτε από δεξιά. Η νεότερη ιστοριογραφία αγνόησε, σε μεγάλο βαθμό, το έργο του Κορδάτου, με κύρια εξαίρεση τις μελέτες του για το εργατικό και αγροτικό κίνημα στη χώρα μας, μοναδικά σημεία αναφοράς για τα σχετικά ζητήματα επί πολλές δεκαετίες». (Β. Καραμανωλάκης, enet.gr).

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


20 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 44130

    29 Οκτ 2017

    Ζωή και θάνατος,από που ερχόμαστε και που πάμε....αφήνω στη πάντα τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες και βλακείες....αν και γράφτηκαν χιλιάδες μελέτες από γιατρούς,βιολόγους,φυσικούς κανένας δεν είναι σε θέση να μας πει τι ακριβώς συμβαίνει...από που ήρθαμε που πάμε ποιός ο σκοπός της ύπαρξής μας.
    Αν κάποιος ξέρει την ακρίβεια επί γεγονότων εδραζομένη ας μας την πεί.
    κίμων

  • Ανώνυμος 38643

    24 Μαΐ 2016

    38635, 38629: λατινων πεμφραδια. οταν η απαντηση κοπρολαγναιει.
    και ποῦ; ο τονος του τονου των γνωσεων σου;;

  • Ανώνυμος 38638

    23 Μαΐ 2016

    @38629
    Μπορείς να μου αιτιολογήσεις από που προκείπτει τονική διόρθωση που έκανες;
    Διογένης

  • Ανώνυμος 38635

    23 Μαΐ 2016

    @ Παραπάνω
    Έληξαν, μην ξαναφάς από αυτά, σε πειράζουν.

  • Ανώνυμος 38633

    23 Μαΐ 2016

    προσεξε!! οχι κρίσης (κρινω) αλλα κραινω τυπωτη κρηνης, κρουνου.....

  • Ανώνυμος 38632

    23 Μαΐ 2016

    38629 ευγε.
    για πε μου υπαρχουν τα παρακατω λεκτικα;;
    ΑΡΧΑΙΟΛΕΓΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΛΑΙΓΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΛΩΓΝΑ, ΑΡΧΑΙΟΛ(Ι, Η, Υ, ΕΙ, ΟΙ )ΓΝΑ σε οποιο τονο θες αποκρησης σε λατινων πεμφραδια.

  • Ανώνυμος 38629

    22 Μαΐ 2016

    Αρχαιόλαγνα όχι αρχαιολάγνα, potential brick

  • Ανώνυμος 38627

    22 Μαΐ 2016

    Tελικά Bielidopoulos έχεις και συ το δικό σου potential, κι ας μη διαβάζεις αρχαιολάγνα site.
    Διογένης

  • Ανώνυμος 38494

    8 Μαΐ 2016

    38493
    η οψη του μνησικακου ΦΘΟΝΟΥ, ζηλοτυπιας απαυγασμα

  • Ανώνυμος 38493

    7 Μαΐ 2016


    Σου περισσεύει κανένα χαπάκι 38491 γιατί το απόθεμά μου το κατανάλωσα νωρίς.

  • Ανώνυμος 38492

    7 Μαΐ 2016

    Υ.Γ.
    οσο για τα περι ΨΥΧΗΣ το τριπλευρο των οψεων του ''Χ Α Ω Σ'' ειναι

  • Ανώνυμος 38491

    7 Μαΐ 2016

    στον Bielidopoulo
    η Αρχη και το τελος είναι συνέπεια της ταλαντικης περιοδου (περί ταλαντώσεων ΑΤΑΛΑΝΤΑ ΑΤΛΑΝΤΙΚΑ) καθε βοιωτιας παρουσίας
    η παλλαντικη που προυπαρχει και ενσωματωνει ταλαντώσεις είναι το ʽʼισορροποʼʼ ύλης και αυλου που ευκολα αντιυλη ονομαζουν οι ΛΑΤΙΝΟΙ. προκειται για το ʼʼΧʼʼ ως επαφη του διπλευρου Α ~~ Ω ʼʼSʼʼ όπου το ʽʼAʼʼ ως αυλη πλευρα χημικών στοιχειων οδευει~~~προς το ʽʼΩʼʼ ύλης πλευρα των ( περί κοσμογονιας : ʽʼΑʼʼιθερη περιξ αφατω λαβε εν δε μέσω…. ʽʼΩʼʼρων αρτησας….
    τα προ Ηρακλειτου περί ʽʼροηςʼʼ φθογγισαν το υπαρξιακο κείμενο της (ροης), από το γεννησης αιτιο της, ʽʼΛΟΓΩʼʼ επι στυγος επιορκίας…..( περί ορκου σε στυγος υδωρ).
    η μεν Στυγα (από εκει η σβαστυγα: ως σεβας στυγος περί ορκων) μηνυει τα περί οξυνοιας αχρονα κυηματα
    ο δε Παλλαντας μηνυει τα περί Ευρυβιων χοροχωρα.
    ΞΕΚΙΝΗΣΕΣ ΚΑΛΑ ψαξε αυτους που επικουροι και δημοκτιτοι μελετησαν για να αναπτυξουν τα θεωρηματα τους

  • Ανώνυμος 38486

    6 Μαΐ 2016

    φιλόσοφος=φίλος του σαφούς
    αν ο επίκουρος ζούσε σήμερα θα είχε αναθεωρήσει κάποιες απ τις ιδέες του,ιδιαίτερα στον τομέα ύλης και ενέργειας,όπως τοποθετείται σήμερα η κβαντοφυσική.
    αλλά και περί ψυχής ενδεχομένως να άλλαζε άποψη...BRUCE LIPTON μοριολόγος-κυτταρολόγος "βιολογία της πεποίθησης"σελίδα 190 έως 193
    κ.μ.

  • Ανώνυμος 38485

    6 Μαΐ 2016

    Οι θρησκειες ειναι απατη

  • Ανώνυμος 38483

    6 Μαΐ 2016


    «Για να πούμε ακόμα μια λέξη για τον τρόπο με τον οποίο δίνονται οι συνταγές που υποδεικνύουν πως πρέπει να είναι ο κόσμος, η φιλοσοφία καταφτάνει, σε κάθε περίπτωση, πάντα πολύ αργά.»Hegel

  • Bielidopoulos

    6 Μαΐ 2016

    lol
    Πελάτες μου σας αγαπώ!

    Για να περάσουμε τώρα και σε πιο σοβαρά θέματα. Ο φιλόσοφος Επίκουρος θυμίζει προσωκρατικούς φιλοσόφους. Όπως και αυτοί, συνδύασε ιδέες άλλων στο σύστημά του και τις προσάρμοσε στις κοινωνικές συνθήκες της εποχής του. Έτσι πήρε το φυσικό τμήμα της φιλοσοφίας του από τους ατομικούς φιλοσόφους, όπως ο Δημόκριτος, αλλάζοντας ελάχιστα πράγματα. Πήρε το "κοινωνικό συμβόλαιο" από μερικούς σοφιστές, όπως λέει ο Νιζάν. Πήρε την ηδονή από τους κυρηναικούς φιλοσόφους. Τέλος αντικατέστησε το "συμμετοχή στα κοινά" με την "φιλία" και κατ' επέκταση με την αταραξία. Απλά πράγματα. Το ότι κυνηγήθηκε ή διαστρεβλώθηκε δεν λέει και πολλά, αφού όλοι οι φιλόσοφοι τότε έψαχναν να βρουν κενά στους άλλους και να τους μειώσουν. Πάρτε σύγχρονα βιβλία για τον Επίκουρο για να διαβάσετε κριτικές εναντίον του Πλάτωνα...

    Ο Κορδάτος λέει για τους κυνικούς: "Η κυνική λοιπόν «φιλοσοφία» μόνο με μια τέτοια προοπτική μπορεί να εξηγηθεί και μόνο κάτω από το φως μιας ανάλυσης των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών της Ελλάδας κατά τον 4o αιώνα μπορούν να ερμηνευτούν τα δόγματα των Κυνικών."
    http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=3755

    Ε, το ίδιο μπορείς να κάνεις και για τους επικούρειους.

    Ένας ενδιαφέρον σύνδεσμος:
    http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=80&aid=409813&cid=122

  • Ανώνυμος 38480

    6 Μαΐ 2016

    38479
    ρε μπας και εισαι ΜΑΤΣΕΝΤΟΝ ΣΛΑΥΒΕκαβλος;;
    και μονο οτι ψαχνεται δειχνει την διαθεση του για μαθηση.
    ΕΣΥ ΡΕ ΑΚΑΒΛΕ εχεις προβλημα υπαρξης σου γιαυτο και κλεβεις ιστοριες για να αισθανεσαι γιος ΜΑΤΣΕΝΤΟΝ.
    Καποιος εγραψε για ταμπελες
    παρε την ταμπελα σου να αισθανεσαι αμιγως υπερανθρωπα απανθρωπος.

  • Ανώνυμος 38479

    6 Μαΐ 2016


    Μπράβο Bielidopoulos, καλως ήλθες στους «ελληνόκαβλους». Στο έχω πει, είσαι και εσύ ρωμιός με τα όλα σου.

  • Bielidopoulos

    6 Μαΐ 2016

    ~
    Στο βιβλίο: Τρεις μεγάλοι στοχαστές της αρχαιότητας, Δημόκριτος, Επίκουρος, Λουκρήτιος, του Πωλ Νιζάν (εκδ. Αναγνωστίδη) αναφέρεται η γενναιότητα του Επίκουρου (που έζησε σε μια περίοδο πολιτικής κατάπτωσης, γενικής πτώχειας, ανεργίας, ανόδου της εργασίας των δούλων σε βάρος της ελεύθερης εργασίας, ανασφάλειας) να αναπτύξει ένα φιλοσοφικό σύστημα προσγειωμένο που να μην στηρίζεται σε μεταφυσικές υποσχέσεις.
    Ακολουθεί ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου:
    "Η πολυτάραχη αυτή εποχή έχει την αντανάκλασή της στις αντιλήψεις των επικούρειων και των στωικών. Για αυτό ο υλισμός υποτάχθηκε στο πρόβλημα της επίτευξης ηθικών σκοπών, αποβλέποντας στην επίτευξη μιας ήσυχης ζωής του ατόμου.
    Άσχετα από το καθαρά θεωρητικό μέρος της διδασκαλίας του, υποστηρίζει την ιδέα του "κοινωνικού συμβολαίου", ιδέα που τη βρίσκουμε σε μερικούς σοφιστές. Ζώντας σε εποχή παρακμής που χαρακτηριστικό της είναι ο πολιτικός κάματος, προπαγανδίζει την ιδέα της φιλίας και της αταραξίας. Για να πετύχουν οι άνθρωποι την αταραξία πρέπει να απέχουν από την πολιτική. Πρέπει, τόνιζε, να "ξεσκλαβωθείς από τα δεσμά των ματαιοτήτων και της πολιτικής" και "να ζεις απαρατήρητα" (λάθε βιώσας). Οι αντιλήψεις αυτές είναι φανερό πως αντανακλούν τις αντιλήψεις της δημοκρατικής μερίδας των δουλοχτητών που είχε χάσει κάθε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις της και έτσι δεν έβλεπε καμιά πολιτική διέξοδο στην κρίση που περνούσε. Για αυτό έπεσε στην παθητική ενατένιση της κατάστασης και συνακόλουθα είχε χάσει τη μαχητικότητά της."

  • Bielidopoulos

    5 Μαΐ 2016

    ~
    Καταρχήν υλισμός και ιδεαλισμός ξεκινάνε από την ίδια βασική ιδέα και κατόπιν διαφοροποιούνται. Η βασική ιδέα είναι ότι υπάρχει μια αρχή (principle). Ο υλισμός υποστηρίζει ότι είναι υλική αυτή η αρχή και ο ιδεαλισμός ιδεατή. Έχω σχολιάσει στο άρθρο με τον Θαλή (http://www.freeinquiry.gr/pro.php?id=3996) ότι η ατομική φιλοσοφία είναι πλέον ξεπερασμένη στη σύγχρονη φυσική, χωρίς να σημαίνει υποχρεωτικά ότι είναι άχρηστη. Το κενό της σύγχρονης φυσικής είναι το "κενό που κοχλάζει" από ενέργεια. Οι "θεμελιώδεις" δυνάμεις είναι ανταλλαγές εικονικών σωματιδίων, δηλαδή διακυμάνσεις του κβαντικού κενού και τα σωματίδια φαντάζουν "συμπυκνώματα ενέργειας" και μάλιστα "εικονικής" σύμφωνα με τις αντιλήψεις των θεωριών κβαντικού πεδίου. Ενίοτε μάλιστα τα εικονικά σωματίδια μπορούν να αποκτήσουν πραγματική υπόσταση υπό ορισμένες συνθήκες, παράδειγμα: ακτινοβολία Hawking. Φυσικά τα παραπάνω δεν προυποθέτουν ότι ο ιδεαλισμός έχει δίκιο. Και εδώ γίνεται το μεγάλο λάθος από αυτούς που πέφτουν στην λούμπα ή το ένα ή το άλλο.
    Η ατομική φιλοσοφία στηρίχθηκε στην αιτιοκρατία και στη νομοτέλεια προκειμένου να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την μοίρα και την θεική πρόνοια και ειρωνικά γέννησε το σημαντικό πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης, αφού ο αυστηρός ντετερμινισμός επιβάλλει ότι όλα είναι προυπολογισμένα (παρελθόν και μέλλον) σύμφωνα με τους απαράβατους φυσικούς νόμους (μηχανοκρατία). Εδώ έρχεται ο Επίκουρος και εισάγει την κίνηση κατά παρέγκλισιν για να σώσει την κατάσταση. Βέβαια το τί ακριβώς σημαίνει αυτό το αφήνω στη φαντασία του καθενός. Ειρωνικά πάλι ο ντετερμινισμός προυποθέτει και την ύπαρξη πρώτης αιτίας, όπου ο καθένας πλέον μπορεί να ορίσει ότι πρώτη αιτία γουστάρει. Μάλιστα ένα από τα βασικά ""θεολογικά επιχειρήματα" το κοσμολογικό επιχείρημα χρησιμοποιεί ακριβώς τον ντετερμινισμό για να ισχυριστεί εντέλλει ότι ο θεός είναι η πρώτη αιτία σε ένα ντετερμινιστικό σύμπαν. Και εδώ ξεκινάει μια διαμάχη με άθεους επιστήμονες όπως ο Richard Dawkins όπου ο καθένας υποστηρίζει πλέον το κοντό και το μακρύ του.
    https://en.wikipedia.org/wiki/Cosmological_argument
    Τα παραπάνω βέβαια ο Κορδάτος ως ιστορικός ούτε καν μπορεί να τα φανταστεί, οπότε έχει μια εξιδανικευμένη ή μάλλον υποκειμενική εικόνα για τον υλισμό.