ΕΠΙΜΕΙΞΙΕΣ
ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η διαμόρφωση
του «ελλαδικού» πληθυσμού

«Έπεσε η μισητή μάσκα, παραμένει ο άνθρωπος,
χωρίς σκήπτρο, ελεύθερος χωρίς όριο κι όμως άνθρωπος.
Ίσος, αταξικός, αντιφυλετικός και αεθνής.
Απαλλαγμένος απ' όλα τα καλούπια, τη λατρεία,
τα διατάγματα, το βασιλιά.
Υπέρτερος, δίκαιος, ευγενής. Σοφός, αλλά άνθρωπος».

Σέλλεϋ: Προμηθέας Αδέσμευτος



Προκειμένου, να αναφερθούμε στον «ελλαδικό χώρο» θα πρέπει εκ των πραγμάτων, να λάβουμε υπ' όψη ορισμένα χαρακτηριστικά, που απορρέουν από τη διαρκή κινητικότητα στο εν λόγω κομμάτι τής Βαλκανικής, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή γενικότερα, στο διάστημα των τελευταίων 4.000 χρόνων.

Είναι, ως εκ τούτου, απαραίτητο να χρησιμοποιούμε τον προσδιορισμό «ελλαδικός χώρος» με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου -και συμπεριλαμβάνοντας- όλους τους παράγοντες, που τον συνιστούν κάθε φορά και οι οποίοι συνήθως αναδεικνύουν την πραγματικότητα τού «χώρου».

Η πραγματικότητα, που υπήρχε πριν από την επανάσταση τού 1821, δημιουργεί έναν επιπρόσθετο λόγο, που οδηγεί στην αποδοχή τού προσδιορισμού «ελλαδικός χώρος» με αρκετές επιφυλάξεις, ιδιαίτερα σε σχέση με το «ελληνικό» στοιχείο του.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται, σχετικά με το θέμα τής ονομασίας όσων βρέθηκαν ή εγκαταστάθηκαν στο βραχίονα αυτό τής Βαλκανικής, από τον Λάζαρο Αρσενίου: «Μεγάλες μάζες αγνοούν, επί αιώνες, ακόμα και τη σημασία των λέξεων “έλλην” και “Ελλάς”.  Η Ελλάδα, γιά ένα διάστημα, δέν ονομάζεται “Ελλάς”, αλλά “Σκλαβουνία” και οι κάτοικοί της δέν ονομάζονται έλληνες, αλλά “ρωμαίοι” και “ρωμηοί”». («Η Θεσσαλία κατά την Τουρκοκρατία», σ. 13-14). Έτσι, η διατύπωσή του μέσα σε εισαγωγικά κρίνεται ιδιαίτερα απαραίτητη.

Μʼ αυτό τον τρόπο είναι δυνατή η προσέγγιση τής τεράστιας ανομοιογένειας, που υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες ομάδες, που βρίσκονται και διαμένουν στη συγκεκριμένη περιοχή. Αυτή την ανομοιογένεια και ρευστότητα επιχειρεί εκ μέρους των διάφορων εξουσιαστικών ομάδων να αντιμετωπίσει η προσπάθεια συγκρότησης στη Βαλκανική των χαρακτηριζόμενων σαν εθνικών κρατών, μέρος τής οποίας αποτελεί και το φτιάξιμο τού ελληνικού κράτους μετά την επανάσταση τού 1821, που επιβάλλεται εγκλωβίζοντας όσες ομάδες ανθρώπων βρίσκονται στο συγκεκριμένο χώρο.

Όσο κι αν επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί το σύνολο των ανθρώπων, που βρέθηκαν στο βραχίονα αυτό τής Βαλκανικής, σαν μιά ενιαία κι αδιαίρετη εθνική και φυλετική ενότητα, είναι απολύτως εξακριβωμένο, πως η πραγματικότητα θα πρέπει να αναζητείται περισσότερο στον αντίποδα.

Σύμφωνα λοιπόν μʼ αυτή την πραγματικότητα, βρισκόταν σʼ εξέλιξη μιά συνεχής μετακίνηση ανθρώπινων ομάδων, που διαμορφώθηκαν μέσα σε μιά ολόκληρη πορεία και, ταυτόχρονα, συνέβαλαν στη σχηματοποίηση μιάς κατάστασης, η οποία, μέσα από πολυποίκιλες συνθέσεις και αποσυνθέσεις, οδήγησε σʼ εκείνες τις συνθήκες, που διαμόρφωσαν την προεπαναστατική κατάσταση, και τής οποίας ένα σημαντικό τμήμα φτάνει μέχρι και τις μέρες μας.

Οι πρώτες εγκαταστάσεις

Ανέκαθεν, οι ανθρώπινες ομαδες, μετά την εγκατάστασή τους σε κάποια εδαφική περιοχή, προέβαλλαν διάφορες εξηγήσεις γιά το παρελθόν και την καταγωγή τους. Άλλες απʼ αυτές βασίζονταν σε πραγματικά περιστατικά κι άλλες πάλι σε μυθοπλασίες. Το πιό συνηθισμένο  φαινόμενο ήταν να πλέκονται με έναν αξεδιάλυτο ιστό τα πραγματικά γεγονότα με τα φανταστικά.

Αυτός ο τρόπος αποτελούσε μιά συγκεκριμένη προσπάθεια, μέσα από την οποία επιχειρούνταν, τις περισσότερες φορές, να συσκοτισθεί η βίαιη εισβολή και κατάκτηση μιάς περιοχής με τη συνακόλουθη υποδούλωση των ανθρώπων, που την κατοικούσαν εκείνη την περίοδο, και να δίνεται ένα επίχρισμα, το οποίο προσπαθούσε να δικαιολογήσει την παραμονή τους στο χώρο. Πολλές φορές, μάλιστα, το γεγονός τής κοινής παρουσίας διαφόρων ομάδων ανθρώπων σʼ ένα χώρο συνοδευόταν από ανάλογες αφαιρέσεις και μυθοπλασίες.

Αυτό, που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα σχετικά με τον «ελλαδικό χώρο» είναι, πως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ήταν η συνεχής μετακίνηση ή εγκατάσταση διάφορων ανθρώπινων ομαδων με σημαντικές, πολλές φορές, διαφοροποιήσεις μεταξύ τους.

Οι μυθοπλασίες θεωρούν σαν προγόνους των ελλήνων τους πελασγούς. Αναφέρεται (Αισχύλου, «Ικέτιδες», στ. 250-259) ανάμεσα σε πολλά άλλα, πως υπήρχε κάποιος βασιλιάς στο Άργος ονόματι Πελασγός, τού οποίου η επικράτεια εκτεινόταν στη Δωδώνη και τη Θεσσαλία ως τις πλαγιές τής Πίνδου, καλύπτοντας όλη την ευρύτερη περιοχή μέχρι και το Στρυμόνα. Το σίγουρο παντως είναι, πως με τον όρο πελασγοί χαρακτηρίζονται όλοι όσοι κατοικούσαν στον ευρύτερο χώρο τού κατώτερου άκρου τής Βαλκανικής χερσονήσου, και οι οποίοι δέν είχαν καμμία άμεση σχέση με τους μεταγενέστερους εποίκους και κατακτητές, όπως ήταν οι μυκηναίοι και οι αχαιοί.

Βέβαια, οι διάφορες ομάδες ανθρώπων, που εγκαταστάθηκαν αργότερα στην περιοχή ισχυρίζονταν, πως κατάγονταν απευθείας απʼ αυτούς, προκειμένου να γίνουν πειστικοί στον ισχυρισμό τους, πως ήταν αυτόχθονες. Χαρακτηριστικό πάντως παραμένει, πως παρʼ ότι ο Ηρόδοτος πρόβαλε απόψεις σχετικές με την πελασγική καταγωγή των μυκηναίων, αναφέρει: «Ποιάν δε γλώσσαν ελάλουν οι πελασγοί δέ δύναμαι να είπω ακριβώς. Εάν δε είναι αναγκαίον να είπω συμπεραίνων εκ των ακόμη και τώρα κατοικούντων την πόλιν Κρηστώνα πελασγών, οι οποίοι ήσαν ποτε όμοροι των νυν καλουμένων δωριέων, κατώκουν δε τότε την νυν καλουμένην Θεσσαλιώτιδα, ως και εκ των εις Πλακίαν και Σκυλάκην πελασγών. Ωμίλουν οι πελασγοί μίαν βάρβαρον γλώσσαν». (Αʼ Βιβλίο).

 
Πολλές προελληνικές
και ξένες
λέξεις πέρασαν στην ελληνική γλώσσα,
όπως: λαβύρινθος, θάλασσα, νήσος, θάλαμος, ζέφυρος, ρόδον κ.λπ..

Ιστορικοί υποστηρίζουν, πως οι έλληνες με το να ανακατωθούν με τους φοίνικες και με άλλους σημιτικούς μεσογειακούς λαούς πήραν και πολλές σημιτικές λέξεις, όπως: δέλτος, βιβλίον, κάδος, μέγαρον, μάχαιρα, αρραβών, δραχμή, μνα, παλλακίς κ.λπ., αλλά και πολλά γράμματα τής αλφαβήτου.

Διαβάστε στην «
Ελεύθερη Έρευνα»: Στάλες τού ποταμού πολιτισμός.


Στην αρχαία ελληνική οι ξένες γλωσσικές επιδράσεις είναι πολλές. Πολλές ελληνικές λέξεις, που δέν μπορούν να ετυμολογηθούν από ρίζες τής ινδοευρωπαϊκής, ανήκουν σε προελληνικές γλώσσες.
 

Εν πάση περιπτώσει, ο όρος πελασγοί ανταποκρίνεται σε μιά πραγματικότητα έξω απο τις διάφορες αυτές εικασίες και σκοπιμότητες, δεδομένου, πως η πιθανότερη ερμηνεία τής λέξης (με «ελληνική» απόδοση) είναι «άνθρωποι τού πελάγους». Μʼ αυτό τον όρο προσδιδόταν ένας γενικός -και σε σχέση με μιά δεδομένη συνθήκη- χαρακτηρισμός των ανθρώπινων ομάδων, που υπήρχαν πολύ παληότερα στην περιοχή αυτή.

Οι διάφορες ομάδες, που κατέλαβαν την περιοχη αυτή τής Βαλκανικής προσδιορίζονται σαν ίωνες, αιολείς και δωριείς, στους οποίους, κατά μία παραλλαγή τής μυθοπλασίας, προστέθηκαν αργότερα οι αχαιοί. Η μυθοπλασία τους θέλει να κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο, τον Έλληνα, γιό τού Δευκαλίωνα και τής Πύρρας, ο οποίος είχε τρία παιδιά, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο. Ο Ξούθος, στη συνέχεια, απέκτησε άλλα δύο, τον Ίωνα και τον Αχαιό.

Σύμφωνα μʼ αυτή τη μυθοπλασία, οι έλληνες ήταν η θεσσαλική εκείνη φυλή, τής οποίας αρχηγός ήταν ο Έλληνας (Ομήρου, «Ιλιάδα», Β΄), που είχε ιδρύσει την πόλη Ελλάδαοι δ' είχον Φθίην και Ελλάδα»). Ως Ελλάδα θεωρείτο εκείνο το μέρος τής Θεσσαλίας, που κατοικούσαν οι μυρμιδόνες, οι έλληνες και οι αχαιοί και εκαλείτο Φθιώτις. Η ονομασία συναντάται πολλές φορές στα ομηρικά κείμενα. Είναι χαρακτηριστικό, πως με τον όρο Ελλάδα ονομαζόταν, αργότερα, η εδαφική έκταση, που έφτανε μέχρι την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Τόσο η Θράκη όσο και η Μακεδονία δέν περιλαμβάνονταν σ' αυτό τον προσδιορισμό.

Όμως, όσο κι αν συνηθίζεται ο χαρακτηρισμός των ανθρώπινων αυτών ομάδων με το όνομα έλληνες, η πραγματικότητα αναδεικνύει, πως το προγενέστερο όνομά τους ήταν γραικοί. Σύμφωνα με μιά επιγραφή (Πάριο Μάρμαρο): «Έλληνες ωνομάσθησαν, το πρότερον γραικοί καλούμενοι». Το όνομα γραικοί αναφέρεται και από τον λυρικό ποιητή Αλκμάνα, ο οποίος έζησε το 650 π.Χ.. Η λέξη γραικός περιήλθε σε αχρηστία γιά μεγάλο διάστημα, ο δε Σοφοκλής είναι αυτός, που τής ξανάδωσε ζωή. Σύμφωνα μαλιστα, με μιά ακόμα μυθοπλασία ο γραικός ήταν γιός τού Δία και τής Πανδώρας.

Οι γραικοί, μετά τον επί τής εποχής τού Δευκαλίωνα κατακλυσμό, κατοικούσαν στην περιοχή τής Δωδώνης. Οι δυό αυτές ονομασίες (έλληνας και γραικός) δέν σημαίνουν οπωσδήποτε κοινή προέλευση, αλλά μάλλον μιά προσπάθεια ενοποίησης δύο διαφορετικών πραγματικοτήτων.


Τα παραπάνω δείχνουν με αρκετά σαφή τρόπο, και σύμφωνα με τις μυθοπλαστικές περιγραφές των γεγονότων, μιά εικόνα των μετακινήσεων και των κατά περιόδους εγκαταστάσεων διαφόρων ομάδων ανθρώπων στην πρώτη φάση διαμόρφωσης των πληθυσμών τής περιοχής. Αυτή η φάση αποτελεί, σύμφωνα με όσα ήδη είναι γνωστά, την ενδεικτική απαρχή μιάς σειρας ανακατατάξεων, που πραγματοποιήθηκαν μέσα σ' ένα διάστημα 4.000 χρόνων.

Δέν βρίσκεται στις προθέσεις μας να στήσουμε το γενεαλογικό δέντρο και να αποδώσουμε κληρονομικά δικαιώματα σʼ όσους κατέληξαν να διαμένουν, μέσα απο πολύχρονες διεργασίες και διαδικασίες, σʼ αυτό το χώρο-βραχίονα τής Βαλκανικής. Θα λέγαμε μάλιστα, πως το τελείως αντίθετο συνάγεται από τα όσα έχει αναδείξει η πραγματικότητα, και η συγκεκριμένη εικόνα, που υπάρχει ακόμα και σήμερα, αποτελεί ένα δείκτη.

Σʼ αυτή την κατάσταση των συνεχών μετακινήσεων και ανακατατάξεων, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις χαρακτηριστικές περιόδους, όπου εκδηλώνεται μιά σχετική σταθερότητα στους πληθυσμούς, που διαμένουν στο χώρο αυτό. Πρόκειται γιά την επονομαζόμενη κλασική αρχαιότητα, την περίοδο τής οθωμανοκρατίας και την τελευταία εκατονταετία.

 

 
Στους ιστορικούς χρόνους επικρατούσε η αντίληψη, πως όλοι πριν από τους αχαιούς, δωριείς και ίωνες κάτοικοι τής Ελλάδας ήταν βάρβαροι (=αλλόγλωσσοι). «Σχεδόν τι -λέει ο Στράβων- η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν» (VII, 321). Τα ίδια λέει και ο Παυσανίας: «Πάλαι γαρ τής καλουμένης Ελλάδος βάρβαροι τα πολλά ώκησαν» (I, 41, 8).

Από τους ασιατικούς λαούς ήρθαν στην Πελοπόννησο οι φρύγες. Αυτοί κατοικούσαν στα προελληνικά και ελληνικά χρόνια στη βόρεια Μικρά Ασία. Ομάδες από αυτούς πέρασαν στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και άλλοι από τα βόρεια νησιά τού Αιγαίου στην Εύβοια και Πελοπόννησο, όπου στα κατοπινά χρόνια αφομοιώθηκαν με τους ίωνες και τους αχαιούς.

Τα στενά τού Ελλήσποντου από πολύ παληά θεωρούνταν η πιό καλή γέφυρα, από όπου πέρασαν οι βόρειοι λαοί τής Μικράς Ασίας στην Ευρώπη (Μακεδονία και Θράκη) και αντίθετα οι λαοί τής Ευρώπης στην Ασία. Ο Πολύβιος, ο οποίος το παρατήρησε, γράφει γιά τον Ελλήσποντο: «Πύλης έχειν διάθεσιν διά την προς αλλήλους επιμιξίαν» (XVI, 29).

Από τις αρχαίες πηγές είναι φανερό, πως οι πρωτοέλληνες αλλού εκτόπισαν κι αλλού ανακατεύτηκαν με άλλους λαούς, που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα, δηλαδή με τους φρύγες, λέλεγες, πελασγούς, κάρες.
Γιʼ αυτό όχι μόνο η ελληνική γλώσσα, όπως διαμορφώθηκε στους ιστορικούς χρόνους, έχει πάρα πολλές ξένες λέξεις, αλλά και πολλά προελληνικά τοπωνύμια επέζησαν. Τα τοπωνύμια με θέμα -νθ -νδ - σσ - ττ δέν αντικαταστάθηκαν από νέα ελληνικά ονόματα. Τέτοια τοπωνύμια είναι τα: Ερύμανθος, Ζάκυνθος, Κόρινθος, Τίρυνς, Παρνασσός, Ιλισσός, Υμηττός, αλλά και Μυκήνες, Μύκονος κ.ά..

 

Η κλασική αρχαιότητα
Η αναφορά μας στην κλασική αρχαιότητα γίνεται με βάση την ακριβή σημασία τής έννοιας, σύμφωνα με την οποία κλασικός είναι αυτός, ο οποίος ανήκει στην κυριαρχία.

Λίγο πριν απ' αυτή την περίοδο, έχει πραγματοποιηθεί, όπως αναφέραμε, η εισβολή των διάφορων ομάδων. Εξαιτίας αυτής τής κατάστασης, μεγάλοι πληθυσμοί μετακινούνται στα παράλια τής Μικράς Ασίας, τον Ελλήσποντο, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο, στην Ιταλία και τη Σικελία, φτάνοντας ως τη Γαλατία και την Ισπανία.

Υπάρχει σ' όλη αυτή τη διεργασία μιά σύμμιξη διαφόρων ανθρώπινων ομάδων, είτε με βίαια μέσα είτε μέσω τής συμφιλίωσης. Όλες αυτές οι ομάδες αποίκων δέν είχαν κανενός είδους φετιχισμό σε σχέση με τη λεγόμενη καθαρότητα τής φυλής, εξ ου και τις περισσότερες φορές δέχονταν με προθυμία να ακολουθήσουν τις συνήθειες των προηγουμένως εγκαταστηθέντων ανθρώπινων ομάδων. (
«Cambridge ancient history», τ. Β΄, σ. 558, Νέα Υόρκη, 1924).
 
Η επονομαζόμενη κλασική αρχαιότητα αποτελεί το σημείο εκείνο, κατά το οποίο οι διαρκείς και ακατάστατες μετακινήσεις περιορίζονται και διαφοροποιούνται σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση. Ιδιαίτερα σʼ αυτή την περίοδο, συγκροτούνται οι διάφορες μορφές κυριαρχίας μετά την καθυπόταξη ή το διώξιμο των ανθρώπινων ομάδων, που είχαν πρωτύτερα εγκατασταθεί στο βραχίονα τής Βαλκανικής.

Αυτή η συγκρότηση είχε σαν επακόλουθο την επέκταση και μιά σειρά από κατακτήσεις των γύρω -και όχι μόνο- πόλεων, κάτι, που αποτελεί χαρακτηριστικό τής κρατικής συγκρότησης. Κύριο στοιχείο τής κλασικής αρχαιότητας, σε σχέση με το ζήτημα, που αναφερόμαστε, είναι τα κρατη-πόλεις, καθώς και οι εποικισμοί διαφόρων περιοχών.

Σχετικά με τα κράτη-πόλεις θα πρέπει να τονιστεί, πως δέν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των επονομαζόμενων ελλήνων. Δέν αποτελούν καν δική τους ανακάλυψη διοικητικής μορφής. Κράτη-πόλεις υπήρχαν στη Σουμερία, τη Βαβυλώνα, τη Φοινίκη και την Κρήτη, εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια πριν από τον Όμηρο ή τον Περικλή. (Will Durant:
«Παγκόσμιος ιστορία τού πολιτισμού», τ. Β΄, σ. 214).

Δέν χωρά καμμία αμφιβολία γιά την υφή των κρατών-πόλεων και τα σαφέστατα εξουσιαστικά - κυριαρχικά δεδομένα τους. Δέν έχουμε παρά να αφήσουμε τον Πλάτωνα να εκφράσει αυτή την πραγματικότητα, διά στόματος Θρασύμαχου, με τον πιό ωμό τρόπο («Πολιτεία», Αʼ): «Λοιπόν κάθε εξουσία θέτει νόμους σύμφωνα με το δικό της συμφέρον: η δημοκρατία επιβάλλει νόμους δημοκρατικούς, η τυραννία νόμους τυραννικούς και τʼ άλλα καθεστώτα πράττουν παρόμοια. Ύστερα, αφού έχουν επιβάλει τους νόμους, διακηρύσσουν σαν δίκαιο γιά τους κυβερνωμένους αυτό, που είναι το συμφέρον των κυβερνώντων, κι αν κάποιος ξεφεύγει από την εφαρμογή (αυτού τού συμφέροντος) τον τιμωρούν σαν παραβάτη τού νόμου και τής δικαιοσύνης. Αυτό είνʼ ακριβώς, εξαίσιε άνδρα, που λέγω, ότι είναι η δικαιοσύνη ταυτόσημη σ' όλες τις πολιτείες. Ότι δηλαδή αποτελεί το συμφέρον τής κυρίαρχης - κατεστημένης τάξης. Συνεπώς, αυτή είναι η εξουσία, που έχει τη δύναμη. Απʼ εδώ προκύπτει, γιʼ αυτόν, που σωστά στοχάζεται, παντού το δίκαιο να 'ναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον τού ισχυρότερου».

Στα κράτη-πόλεις τής ονομαζόμενης κλασικής αρχαιότητας -και ιδιαίτερα στην αθηναϊκή δημοκρατία- θα επιχειρηθεί γιά πρώτη φορά μιά μή θεοκεντρική θεωρητική δικαίωση τής  θεσμοθετημένης πιά εξουσίας κι εκμετάλλευσης και απʼ αυτή την άποψη η συνεισφορά τού ελληνικού πνεύματος στην οικοδόμηση τού σημερινού κυριαρχικού-εκμεταλλευτικού και πολιτισμικού μοντέλου, μέσω τής «Αναγέννησής» του και τής περαιτέρω επεξεργασίας κι ανάπτυξής του απʼ το «Διαφωτισμό», είναι αναμφισβήτητη.

Ασφαλώς, δέν είναι καθόλου συμπτωματική η διάσωση κι ενσωμάτωση στοιχείων των προδρομικών τής αστικής σκέψης κλασικών έργων από φαινομενικά αντιτιθέμενους σʼ αυτήν ιδεολογικούς χειραγωγικούς μηχανισμούς (π.χ. χριστιανισμός), πράγμα, που πιστοποιεί τη συνέχεια τής κυριαρχίας και τής ιδεολογίας της (παρά τις κατά καιρούς αναγκαίες γιά την αέναη μεταλλαγή της ρήξεις) και η παράλληλη καταστροφή όσων αντιστρατεύονταν την κρατική οργάνωση και εμπεριείχαν τα σπέρματα μιάς αναρχικής κοινωνικής θεώρησης.

Στοχαστές (π.χ. Αλκίδαμος, Ιππίας), που υποστήριξαν, ότι η δουλεία δέν αποτελεί φυσική κατάσταση -σε αντίθεση με τους απολογητές των συστημάτων διατήρησής της, σοφούς (Πλάτων, Αριστοτέλης) - θα μείνουν στην ιστορία τής εξουσίας με τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό «σοφιστές», ενώ τα επικριτικά γιά το «κράτος των πολιτών» συγγράμματα τού ιδρυτή τού μακροβιότερου (400 - 600 μ.Χ.) θεωρητικοπρακτικού ελευθεριακού ρεύματος, του «Κυνισμού», Αντισθένη («Περί Πολιτείας»), και τού χαρακτηριστικότερου εκπροσώπου του, τού Διογένη, θα «χαθούν».

Έτσι, ο αντανακλώμενος στα λίγα σωζόμενα «ανέκδοτα» ελευθεριακός τρόπος ζωής των «κυνικών» θα θεωρηθεί «γραφικός» και οι ανατρεπτικές τους απόψεις -γιά μιά απαλλαγμένη από τα κρατικά δεσμά πανανθρώπινη κοινωνία «των ελευθέρων, που δέν γνωρίζουν ατομική ιδιοκτησία, χρήμα, στρατό, δικαστήρια, οικογένεια»- παρά την ευρεία και μακρόχρονη απήχησή τους «περιθωριακές».

Μέσω των κρατών-πόλεων η κυριαρχία βρήκε την καλύτερη έκφρασή της προχωρώντας σε μιά σειρά εποικισμούς των ευρύτερων περιοχών. Οι συγκρούσεις, που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στις διάφορες κρατικές οντότητες, οδήγησαν σε μεταναστεύσεις, σε συγκροτήσεις συμμαχιών και στην ανάπτυξη ισχυρών δυνάμεων, οι οποίες ενεργούσαν με ηγεμονικό τρόπο απέναντι στις υπόλοιπες κρατικές συγκροτήσεις. Η παρατεταμένη εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των κρατών δημιούργησε μιά σειρά από επιπρόσθετα δεινά στους ανθρώπους, που είχαν εγκλωβιστεί στις συγκροτημένες κυριαρχικές δομές.

Αλλά και οι διαρκείς επεκτατικές ενέργειες οδήγησαν στην αύξηση τού αριθμού των δούλων, γεγονός, που σε συνδυασμό με την εξαθλίωση των υπόλοιπων ανθρώπων, επέφερε, μέσω αλλεπάλληλων κοινωνικών συγκρούσεων, μιά ολοκληρωτική φθορά στο σύστημα των κρατών-πόλεων και ένα ακόμα ανακάτεμα ανάμεσα στους πληθυσμούς, δεδομένου, πως σε πολλές περιπτώσεις, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες τής κυριαρχίας, συγκροτούνταν μισθοφορικοί στρατοί δεκάδων χιλιάδων ή απελευθερώνονταν δούλοι, οι οποίοι στη συνέχεια δέν επανέρχονταν στην προγενέστερή τους κατάσταση.

Όλα αυτά επιδρούσαν και επηρεάζονταν σε μέγιστο βαθμό από τον αναπτυσσόμενο κοινωνικό ανταγωνισμό, τού οποίου η ένταση πολλές φορές εκδήλωνε ξεκάθαρα το ασίγαστο μίσος μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων. Σʼ αυτό το θέμα αναφέρεται ο Πλάτωνας μʼ ένα διάλογό του στην
«Πολιτεία»: «Σωκράτης: Το ότι αναγκαστικά μιά τέτοια πόλη δέν έχει ενότητα και ομοιογένεια, γιατί είναι δύο πόλεις μαζί: τη μιά την αποτελούν οι φτωχοί και την άλλη οι πλούσιοι. Και επειδή οι δύο αυτές τάξεις ζουν στον ίδιο τόπο αποβλέπουν μοιραία στην αλληλοεξόντωσή τους. Αδείμαντας: Πραγματικά δέν είναι πιό ασήμαντο. Σωκράτης: Μήπως αλήθεια είναι λιγώτερο σοβαρό και τούτο, το να μή μπορούν, ίσως, να κάνουν πόλεμο; Γιατί αν το επιχειρήσουν, θʼ αναγκαστούν χρησιμοποιώντας το λαό, να τον εξοπλίσουν, κι έτσι θα φοβούνται πιότερο αυτόν, παρά τους εχθρούς».

Το ίδιο χαρακτηριστικά, ο Αριστοτέλης αναφέρει, πως η Αθήνα είχε ουσιαστικά χωριστεί σε δύο ανειρήνευτα κομμάτια, τους πλούσιους και τους φτωχούς. Τα μέλη ορισμένων λεσχών, που συγκροτούσαν οι πλούσιοι, έδιναν τον επίσημο όρκο: «Θα είμαι αντίπαλος τού λαού και στο Συμβούλιο θα τού κάνω όσο κακό μπορώ» («Πολιτικά», στ. 1310), ο δε Ισοκράτης γράφει περί το 366 π.Χ.: «Οι πλούσιοι έγιναν τόσον αντικοινωνικοί, ώστε όσοι έχουν περιουσία θα προτιμούσαν να ρίξουν τα υπάρχοντά τους στη θάλασσα, παρά να δώσουν βοήθεια στους πτωχούς, ενώ οι πτωχοί θα προτιμούσαν να αρπάξουν τα υπάρχοντα των πλουσίων, παρά να βρούν ένα θησαυρό». («Αρχίδαμος», στ. 67). Επιδίωξη των φτωχών ήταν να απαλλοτριώσουν με νομοθεσίες ή επαναστάσεις τους πλούσιους.

Πιό συγκεκριμένα, «κατά τη διάρκεια τού Πελοποννησιακού Πολέμου, οι εν Αθήναις στερούμενοι ιδιοκτησίας προβαίνουν εις διά καταλήψεως απόκτησιν ιδιοκτησίας. Προσέτι η πολιτεία παραχωρεί γαίας εις τη μεταξύ Μακρών Τειχών και Πειραιώς περιοχήν. Κυρίως, όπως, ταύτην κατέλαβον με την βίαν οι πλημμυρίσαντες τας Αθήνας πρόσφυγες». (Λ. Θ. Χουμανίδη: «Μαθήματα ιστορίας οικονομικού βίου», τ. Α΄, σ. 199).

Αναφορές σʼ αυτά τα χαρακτηριστικά τού κοινωνικού ανταγωνισμού, που είναι συνεχή σ' όλη την περίοδο τής λεγόμενης κλασικής αρχαιότητας, βρίσκουμε διάσπαρτες σʼ έργα συγγραφέων τής εποχής.

Έτσι, γνωρίζουμε, ότι τον 6ο π.Χ. αιώνα στη Χίο θα ξεσπάσει εξέγερση με ηγέτη τον Δρίμαχο, ο οποίος, αφού ενίκησε όλα τα στρατεύματα, που στάλθηκαν εναντίον του, λημέριασε σ' ένα ορεινό οχυρό. Γιά πολλούς αιώνες λατρευόταν σαν θεός προστάτης των δούλων.

Ο Πλούταρχος μάς πληροφορεί, ότι στη Μίλητο η αντιμαχία ανάμεσα στις παρατάξεις τής «πλουτίδος», που εξέφραζε τους αριστοκράτες, και τής «χειρομάχας», που συσπείρωνε τους εργαζόμενους, ήταν ακατάπαυστη.

Ο Ηρόδοτος, αναφερόμενος στην καταστολή τής εξέγερσης των φτωχών τής Αίγινας ενάντια στους «παχείς» πλουσίους, με ηγέτη τον Νικόδρομο, γράφει: «Αιγινητέων δε οι παχέες επανηστάντος σφι τού δήμου άμα Νικοδρόμου επεκράτησαν και επείτε σφέας χειρωσάμενοι εξήγον απολέοντες». (Λ. Μανωλόπουλου: «Στάσις, επανάστασις, νεωτερισμός-κίνησις», σ. 123).

Ο Πολύαινος (συγγραφέας τού 2ου π.Χ. αιώνα), σημειώνει εξεγέρσεις δούλων στο Σελινούντα τής Σικελίας (488-486 π.Χ.) και στις Συρακούσες, (414 π.Χ.), με επικεφαλής το Σωσίστρατο.

Ο Θουκιδίδης, αφού μας πληροφορεί, ότι οι σπαρτιάτες «ένιωθαν συνεχώς φόβο μπροστά στην επαναστατικότητα και το μεγάλο αριθμό των ειλώτων κι όλο το διάστημα προετοιμάζονταν, γιά να μπορέσουν να πνίξουν οποιαδήποτε στιγμή τις συχνές εξεγέρσεις των ειλώτων» (Δ. Χ. Δαούλα: «Γενική ιστορία τού σοσιαλισμού», τ. Α΄, σ. 60), αναφέρει, πως στη σημαντικότερη απʼ αυτές (464 π.Χ.) οι άσπονδοι εχθροί τους, οι αθηναίοι, θα στείλουν ένα στρατιωτικό τμήμα με επικεφαλής τον Κίμωνα, γιά να βοηθήσουν στην καταστολή της. Καταγράφει δε ακόμη και έναν όρο τής κατοπινής «Νικείου ειρήνης» (421 π.Χ.), σύμφωνα με τον οποίο «ην δε η δουλεία επανιστήται, επικουρείν αθηναίους λακεδαιμονίοις παντί σθένει κατά το δυνατόν».

Ο ίδιος ιστορικός μαρτυρά αλλεπάληλες και μαζικές δραπετεύσεις δούλων κατά τη διάρκεια τού Πελοποννησιακού Πολέμου και μιά αιματηρή εξέγερση το 412 στη Σάμο «υπό τού δήμου τοις δυνατοίς μετά αθηναίων οι έτυχον εν τρισί ναυσί παρόντες», κατά τη διάρκεια τής οποίας  200 αριστοκράτες εξοντώθηκαν και 300 εξορίστηκαν από το νησί. (Λ. Μανωλόπουλου: «Στάσις, επανάστασις, νεωτερισμός-κίνησις», σ. 128, 124).

Είναι αναμφισβήτητο, λοιπόν, πως ακόμα και σε περιόδους σχετικής σταθερότητας στο συγκεκριμένο βραχίονα τής Βαλκανικής -αλλά και στην ευρύτερη περιοχή- οι κοινωνικές συγκρούσεις και το ανακάτεμα ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ανθρώπων εξακολούθησε να υφίσταται, μέσα σε διαφορετικές, φυσικά, συνθήκες από αυτές, που υπήρχαν προηγούμενα.

Η μακεδονική αυτοκρατορία
Αποτέλεσμα τής φθοράς των κρατών-πόλεων και τής επεκτατικής και κυριαρχικής  δραστηριότητάς τους, υπήρξε η ανάπτυξη των συμμαχιών υπό την ηγεμονία μιάς από τις κατά περίπτωση, ισχυρότερές τους. Η συγκρότηση αυτοκρατοριών αποτέλεσε το απώτερο σημείο τής χαρακτηριζόμενης σαν κλασικής αρχαιότητας.

Η ουσιαστική κατάλυσή της επέρχεται μετά τη συγκρότηση τής μακεδονικής αυτοκρατορίας κατά τη μάχη τής Χαιρώνειας το 338 π.Χ., όπου νικιούνται οι αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους θηβαίοι. Η ταφόπετρα μπαίνει μετά το θάνατο τού Αλέξανδρου, όταν ο Αντίπατρος συντρίβει τις ενωμένες δυνάμεις των αθηναίων και των συμμάχων τους στην Κρανώνα το 323 π.Χ..

Θα πρέπει όμως, να υπενθυμίσουμε, πως, μολονότι οι μακεδόνες είναι οι μεταφορείς τού πολιτισμού τής κλασικής αρχαιότητας (ο οποίος επιβλήθηκε με τη βία και την καταστροφή - όπως και κάθε πολιτισμός, άλλωστε), δέν συγκαταλέγονται σ' αυτούς, που συνέβαλαν στη σύστασή του. Ενώ οι θράκες, οι παίονες και οι ιλλυριοί δέν συγκαταλέγονταν σ' ό,τι χαρακτηρίζονταν με το γενικό όνομα έλληνες, οι μακεδόνες και οι δωριείς τής Πελοποννήσου χαρακτηρίζονται, από τον Ηρόδοτο τον ίδιο, ως «μακεδονικό έθνος».

Πολύ αργότερα ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του γράφει: «έστι μεν ουν και η Μακεδονία Ελλάς». Αλλά, στη διάρκεια τού άγριου συμποσίου, όπου ο Αλέξανδρος κατέσφαξε τον Κλείτο, απευθυνόμενος σε δύο έλληνες, που καθόντουσαν μαζί του είχε πει: «Δέν αισθάνεσθε σαν ημίθεοι μεταξύ βαρβάρων, όταν κάθεστε μαζί με αυτούς τους μακεδόνες;»

Είναι χαρακτηριστικό, ακόμη, πως αυτό, που συνοδεύει και έπεται των μακεδονικών κατακτήσεων, είναι οι λεγόμενοι ελληνιστικοί χρόνοι.

Αξιοσημείωτο, τής συγκρότησης τής μακεδονικής αυτοκρατορίας, είναι, πως συνέβαλε σʼ ένα ακόμα ανακάτεμα των διάφορων ανθρώπινων ομάδων σε μιά εκτεταμένη εδαφική έκταση.

Απ' όλα αυτά, ιδιαίτερη σημασία έχει, το ότι κατά την περίοδο τής εισβολής των διάφορων ανθρώπινων ομάδων στο βραχίονα αυτό τής Βαλκανικής, ένα τμήμα των δωριέων υπέταξε όσους βρίσκονταν στο ανώτατο ακρο τού εν λόγω βραχίονα, εγκαθιδρύοντας την κυριαρχία του και παραμένοντας αποκομμένο από τις υπόλοιπες ομάδες, που αναπτύχθηκαν στον «ελλαδικό χώρο» γιά αρκετούς αιώνες.

Η γλώσσα, που μιλούσαν οι κατακτητές, ήταν μιά μορφή τής δωρικής διαλέκτου, που είχε κοινά στοιχεία με τη γλώσσα των δωριέων τής Πελοποννήσου.

Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να ειπωθεί, πως η γλώσσα των ανθρώπων, που διέμεναν στον «ελλαδικό χώρο» ανήκει στη χαρακτηριζόμενη σαν ινδοευρωπαϊκή ομάδα (όπως τα σανσκριτικά, τα σλαβονικά και τα λατινικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά). Διατηρήθηκαν τέσσερις βασικές διάλεκτοι: η αιολική, η δωρική, η ιωνική και η αττική, οι οποίες, όπως φαινεται, ήταν κατανοητές στις διάφορες ομάδες ανθρώπων, αφού πλήθος λέξεων είχαν κοινη ρίζα. Κατά τον 5ο και 4ο π.Χ. αιώνα, η αττική διάλεκτος αποτελούσε τη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των ομάδων, που ασκούσαν την κυριαρχία ή ανήκαν στις «μορφωμένες τάξεις».

 
Στην αρχαιότητα ο πληθυσμός δέν ήταν καθαρόαιμος. Κατʼ αρχήν, τα διάφορα φύλα είχαν αναμιχθεί με τους προηγούμενους κατοίκους τού ελλαδικού χώρου. Αργότερα, έγιναν χιλιάδες απελευθερώσεις δούλων, πού προέρχονταν από την Ανατολή και Μεσόγειο, που ήταν «βάρβαροι», καθώς και πολλές επιγαμίες με ξένους. Στα χρόνια τής περσικής αυτοκρατορίας έγιναν σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών και ανακάτεμα λαών. Τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου κι ύστερα, πολλοί έλληνες μετανάστευσαν στην Ανατολή κι ανακατώθηκαν με τούς ντόπιους, ενώ στον ελλαδικό χώρο εγκαταστάθηκαν πολλοί ξένοι (ρωμαίοι, ανατολίτες κ.ά.).  

Από το μεσαίωνα κι έπειτα, με τις μεταναστεύσεις των λαών στην Ευρώπη και Μεσόγειο, έγιναν πολλές ακόμα εθνογραφικές αλλαγές. Όλοι οι σημερινοί λαοί τής Ευρώπης, τής Ανατολής και τής Αμερικής είναι μίγματα. Το ιταλικό έθνος γιά παράδειγμα, σχηματίστηκε όχι μόνον από τους παληούς λατίνους, αλλά και από ρωμαίους, γερμανούς, ετρούσκους, άραβες, έλληνες κ.λπ.. Το γαλλικό έθνος από γάλλους, ρωμαίους, βρετανούς κ.λπ.. Έτσι και το ελληνικό έθνος δέν σχηματίστηκε από καθαρόαιμους απόγονους των αρχαίων ελλήνων, αλλά από έλληνες, ρωμαίους, ανατολίτες, σλάβους, βλάχους, αρβανίτες κ.λπ.. Το ίδιο έχουμε να παρατηρήσουμε και γιά τους γερμανούς, άγγλους κ.λπ.. Κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος.

Επίσης, κατά την αρχαιότητα δέν υπήρξε ένας τύπος αρχαίου έλληνα. Αρχαίοι έλληνες θεωρούνται οι μινωίτες, οι μυκηναίοι, οι ίωνες, οι δωριείς, οι αθηναίοι, οι σπαρτιάτες κ.λπ., οι οποίοι έζησαν σε διάφορες εποχές στον ίδιο ή διαφορετικούς χώρους. Ούτε σήμερα υπάρχει ένας τύπος σύγχρονου έλληνα. Έλληνες θεωρούνται -καλώς ή κακώς- οι ηπειρώτες, οι πόντιοι, οι βλάχοι, οι αρβανίτες κ.λπ..

Δέν μπορεί να γίνει επομένως σύγκριση μεταξύ τού «αρχαίου έλληνα» και τού «σύγχρονου έλληνα». Ποιός είναι ο αρχαίος και ποιός ο σύγχρονος; Τα περί ταύτισης μέσω πιστοποίησης DNA αρχαίων και νέων «ελλήνων» είναι ελληναράδικα φληναφήματα.

Διαβάστε στην «
Ελεύθερη Έρευνα»: Το DNA των ελληναράδων.

 

Όπως ειπώθηκε, η συγκρότηση τής μακεδονικής αυτοκρατορίας επέφερε μιά περαιτέρω σύμμιξη ανάμεσα στις διάφορες ανθρώπινες ομάδες, γεγονός, που συνεχίστηκε όχι μόνο μετά τη διαίρεσή της, αλλά και σ' όλες τις κατοπινές εκατονταετίες από την κατάκτηση τής περιοχής  από τους ρωμαίους, τη «βυζαντινή περίοδο» και τις αρχές τής κατάκτησης από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Φυσικά και δέν θα πρέπει να θεωρήσουμε, πως η συγκρότηση τής μακεδονικής αυτοκρατορίας ανέστειλε τον κοινωνικό ανταγωνισμό και τη δράση των καταδυναστευόμενων γιά ελευθερία.

Στη διάρκεια αυτής τής περιόδου είναι, που εκδηλώθηκαν σημαντικές κοινωνικές επαναστάσεις κι εξεγέρσεις, αλλά και πολλές αντιδράσεις στους πραγματοποιούμενους εποικισμούς, οι οποίοι σαφώς δέν γίνονταν πάντα με την ελεύθερη θέληση των εποίκων. «Παρʼ όλην όμως, την αύξουσαν αυτήν αποίκισιν, λόγω των σκληρών συνθηκών, είχομεν και βιαίας εκδηλώσεις αιτήσεως επαναπατρισμού... Ο Διόδωρος ομιλεί περί θανατωσεως 23.000 ελλήνων, οι οποίοι επαναστάτησαν -μετά τον θάνατον τού Μ. Αλεξάνδρου- και ζητούσαν τον επαναπατρισμό τους. Ο αριθμός, όμως, αυτός -κατά τον Rostortreff- είναι υπερβολικός και δέν ξεπερνά τις 3.000». (Λ. Θ. Χουμανίδη: «Μαθήματα ιστορίας οικονομικού βίου», τ. Α΄, σ. 115).

Είναι, επίσης γνωστό, πως υπήρχε από τον 4ο αιώνα π.Χ. μυστική οργάνωση δούλων στον κάμπο τής Λάρισας, με επιδίωξη την ανατροπή τού καθεστώτος τής τυραννίας. (Λ. Αρσενίου: «Η Θεσσαλία κατά την Τουρκοκρατία», σ. 213).

Εξάλλου, «εις Χίον, Δήλον, Σικελίαν έχομεν σοβαράς κοινωνικάς επαναστάσεις, εις Λαύριον δε και Πέργαμον είναι αύται αιματηρόταται, ιδίως περί το 200 π.Χ. εις Κυκλάδας, ενώ κατά την αυτήν εποχήν σημειούνται σοβαρόταται εξεγέρσεις υπό τινος Σκόπα προς κατάργησιν των χρεών». (P. Cohen, σ. 548, Λ. Θ. Χουμανίδη: «Μαθήματα ιστορίας οικονομικού βίου», τ. Α΄, σ. 131).

Κι ακόμη, σύμφωνα με τον Πολύβιο, στη Σπάρτη (207-192 π.Χ.), αλλά στα πλαίσια τού ενδοεξουσιαστικού αγώνα «ο Νάβης εξόρισε τους πολίτες, λευτέρωσε τους δούλους και τους πάντρεψε με τις γυναίκες και τις κόρες των κυρίων τους». (Δ. Δαούλα: «Ιστορία τού σοσιαλισμού...», τ. Α΄, σ. 166).

 
Ηρόδοτος,
Όγδοο Βιβλίο
(«Ουρανία»), κεφ. 144.

Στην αρχαία εποχή υπήρχαν έλληνες κι ελληνικές πολιτείες όχι όμως ελληνικό έθνος. Η λέξη έθνος τότε είχε εντελώς διαφορετική σημασία (μάζεμα, σωρός, μπουλούκι π.χ. έθνεα νεκρών, μυιάων, μελισσάων κ.λπ.) από τη σημερινή της, η οποία είναι φαινόμενο τών νεότερων χρόνων.

Διαβάστε στην «
Ελεύθερη Έρευνα»:
Έθνος: Μιά νομικώς απροσδιόριστη έννοια.


Δείτε παραπάνω το απόσπασμα τού Ηροδότου, στο οποίο ασελγεί κατά κόρον τα τελευταία χρόνια η Ρωμιοσύνη, προκειμένου να στοιχειοθετήσει τις φαντασιώσεις περί τής δήθεν ευγενούς καταγωγής της. Επάνω είναι το αρχαίο κείμενο κι από κάτω η μετάφρασή του -υποτίθεται- από την («ελληνοπρεπή») εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος». Στο αρχαίο κείμενο δέν υπάρχει η λέξη έθνος, έστω και με την παληά της σημασία, λέξη, την οποία έντεχνα πρόσθεσε ο σύγχρονος «μεταφραστής», προκειμένου να μας οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα.

Ο πληθυσμός τής Αλικαρνασσού εξ άλλου, όπου γεννήθηκε ο Ηρόδοτος (5ος αι. π.Χ., γιός τού Λύξου και τής Δρυούς), εκείνη την εποχή ήταν μικτός αποτελούμενος από έλληνες και κάρες. Το όνομα τού πατέρα τού Ηροδότου, Λύξης, δέν φαίνεται να είναι ελληνικής προέλευσης, όπως και το όνομα Πανύασις, το οποίο έφερε ένας ποιητής και μάντις, που ήταν πρώτος του ξάδελφος. Ο Σουίδας μάλιστα μάς πληροφορεί, ότι ο «πατέρας τής Ιστορίας» δέν γνώριζε την ιωνική διάλεκτο, αλλά την έμαθε, όταν αργότερα πήγε στη Σάμο. Ο Ηρόδοτος έχει κατηγορηθεί εξ άλλου από τον Πλούταρχο, ότι εξευτέλιζε τούς έλληνες και εξήρε του βάρβαρους, γι΄αυτό και τον αποκάλεσε «φιλοβάρβαρο».

Οι απόγονοι αρβανιτών, βλάχων, ανατολιτών, βορειοαφρικανών, αρμένιων κ.λπ. σημερινοί κάτοικοι τού ελλαδικού χώρου πάντως, δέν διαθέτουν ούτε ένα κοινό στοιχείο με τους αρχαίους από τα τέσσερα τού ρητού τού Ηροδότου (όμαιμον, ομόγλωσσον, ομόθρησκον, ομότροπον).

Ούτε και μεταξύ τους πάντως, έχουν πολλά κοινά στοιχεία π.χ. το όμαιμον. Πριν από μερικές δεκαετίας ακόμα, δέν διέθεταν ούτε το ομόγλωσσον ούτε το ομότροπον, τα οποία όμως απέκτησαν τελευταία μέσω τής «εθνικής» παιδείας τού σύγχρονου κράτους. Κοινό και ακλόνητο στοιχείο των ρωμιών στο διάβα των αιώνων είναι μόνο το ομόθρησκον.

Τα κύρια χαρακτηριστικά τής Ρωμιοσύνης σήμερα θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε όχι με τέσσερις, αλλά με μία μόνο λέξη: Ομόρρωμιον.
 

Σ' αυτό το χρονικό διάστημα έχουμε την ανάπτυξη και αντικρατικών θεωρήσεων από τους πρώτους στωικούς και τους σκεπτικιστές, καθώς και απόπειρες υλοποίησής τους, με σημαντικότερη τη μεγάλη επανάσταση των δούλων σε Μικρά Ασία και Σάμο απ' τον σκεπτικιστή φιλόσοφο Αριστόνικο. Ο Αριστόνικος ήθελε να δημιουργηθεί μιά κοινωνία σύμφωνα με την ουτοπία, που είχε γράψει ο Ιάμβουλος (Κοινωνία τού Ήλιου ή Ηλιούπολη). Σ' αυτή την ουτοπία, η οποία αγαπήθηκε ιδιαίτερα στην εποχή του από τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, περιγράφει μιά κοινότητα, όπου δέν θα υπάρχουν δούλοι κι αφέντες, δέν θα υπάρχει διάκριση πνευματικής και σωματικής εργασίας, ούτε νόμοι και δικαστήρια. Μόνο αδελφοσύνη κι αλληλεγγύη.

Πιστεύοντας βαθιά στην ουτοπία τού Ιάμβουλου, ο Αριστόνικος καλούσε ανοιχτά τους δούλους και τους απόκληρους να στραφούν ενάντια στ' αφεντικά και τους πλούσιους, να ιδρύσουν την πολιτεία τού Ήλιου, το βασίλειο τής χαράς, τής λευτεριάς και τής ισότητας, όπου δέν θα υπάρχουν δούλοι κι αφεντικά, ούτε πλούσιοι και φτωχοί. Μόνο συντροφικότητα, έλλειψη ατομικής ιδιοκτησίας, και κοινοκτημοσύνη. Ληστές, δραπέτες, αντάρτες, κατάδικοι, απόκληροι, εξόριστοι, θα αποτελέσουν τον στρατό τού Αριστόνικου και θα κυριέψουν την Θυάτειρα, την Απολλωνίδα, την Σάμο, την Κολοφώνα, τη Στρατονίκεια.

Αν και όλοι οι εξουσιαστές συνενώνονται ενάντια στους επαναστάτες, η μιά μετά την άλλη οι πολιτείες τής Μικράς Ασίας θα περάσουν στα χέρια των εξεγερμένων. Στην Πέργαμο θα θεμελιωθεί -παρά τις τεράστιες δυσκολίες και τους συνεχείς πολέμους με το ρωμαϊκό στρατό- η Πολιτεία τού Ήλιου, βασισμένη στην ισότητα, την αδελφοσύνη, την κοινοκτημοσύνη, την απουσία δούλων, ατομικής ιδιοκτησίας και εξουσιαστών.

Στην ίδρυση αυτής τής πολιτείας θα βοηθήσει και ο στωικός φιλόσοφος Βλόσσιος, που είχε επηρεαστεί από το Ζήνωνα. Η συντριβή τής επανάστασης θα έρθει το 128 π.Χ., όταν ο ρωμαϊκός στρατός θα συντρίψει με τη βία και θα κατακρεουργήσει τους εξεγερμένους. Οι φυλακές θα γεμίσουν, το ίδιο και οι τάφοι. Ο Αριστόνικος θα στραγγαλιστεί μέσα στο κελί του και ο Βλόσσιος θα αυτοκτονήσει. (Βλ. Παναγή Λεκατσά: «Η Πολιτεία τού Ήλιου. Η κοινοχτημονική επανάσταση των δούλων και προλεταρίων τής Μικρασίας 133-128 π.Χ.).

Έτσι, θα τελειώσει μιά από τις πλέον σημαντικές κοινωνικές επαναστάσεις τής αρχαιότητας. Μιά επανάσταση, που έκανε πραγματικότητα την ουτοπία. Αυτή την πραγματικότητα, που οι τύραννοι διέλυσαν με την ωμή βία.


Σημείωση:
Το παραπάνω άρθρο είναι απόσπασμα
από την εισαγωγή τού βιβλίου:
Κυριαρχία και κοινωνικοί αγώνες στον «ελλαδικό χώρο»,
το οποίο μπορείτε να κατεβάστε δωρεάν κάνοντας κλικ εδώ.
Ο τίτλος, οι εικόνες και οι υπότιτλοι (μπλε γράμματα)
έγιναν με μέριμνα τής «Ελεύθερης Έρευνας».