ΑΠΟ ΤΟΥΣ
ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ
ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ
ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΣ

Η διαχρονική εξέλιξη
των γνωστών αγνώστων


Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας αυτές τις γιορτινές μέρες βλέπουμε τους φωτεινούς στολισμούς να μένουν άθικτοι από τη δράση των «γνωστών αγνώστων», οι οποίοι άλλες φορές ―σε παρελθόντες χρόνους― όταν το τόπο διοικούσε μια αλλη πολιτική ελίτ, επιδίδονταν στην καύση των χριστουγεννιάτικων δέντρων και στη φθορά ξένων περιουσιών. Τούτο το γεγονός ―όσο καχύποπτος κι αν δεν είσαι― μπορεί να σου προκαλέσει εντύπωση και να σε βάλει σε σκέψεις, αρκεί να έχεις καλή μνήμη.


Οι γνωστοί άγνωστοι της Αρχαιότητας

Όταν το 64 μ.Χ. άγνωστοι εμπρηστές έκαψαν τη Ρώμη, ο Νέρωνας απουσίαζε από την πόλη. Με την επιστροφή του, έλαβε άμεσα σοβαρά μέτρα για την ενίσχυση των πυροπαθών αυξάνοντας τις κρατικές δαπάνες. Άνοιξε στάδια και δημόσια κτίρια, ακόμα και τους αυτοκρατορικούς κήπους και κατασκεύασε προσωρινά καταλύματα, προκειμένου να στεγασθούν οι χιλιάδες άστεγοι. Μερίμνησε για την καθημερινή τους σίτιση με προμήθειες από τις γειτονικές πόλεις, ενώ μείωσε κατά πολύ την τιμή του καλαμποκιού. Αυτές του οι ενέργειες, οι οποίες περιγράφονται από τον ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο (Annales, 15), δεν είναι ευρέως γνωστές.


Οι περισσότεροι γνωρίζουμε ότι όταν καιγόταν η Ρώμη, ο Νέρωνας έβλεπε –δήθεν– τη φωτιά και τραγουδούσε περιχαρής.
Οι μηχανισμοί της χριστιανικής προπαγάνδας που επικράτησε πολιτικά τους επόμενους αιώνες, βάλθηκαν να του φορτώσουν την ευθύνη για το κάψιμο της πόλης κι αυτός –όντας μακαρίτης πλέον–
έχοντας συντριβεί ιδεολογικά απ΄ το χριστιανικό δογματισμό που κέρδιζε πολιτικό έδαφος, δεν μπόρεσε ποτέ ν΄ αντικρούσει τις κατηγορίες κι έσβησε με το στίγμα που του φόρτωσαν.


Το ποιοι ακριβώς ήταν οι υπαίτιοι αυτών των εμπρησμών, αν ήταν ο Νέρωνας ή οι ίδιοι οι χριστιανοί όπως κατηγορήθηκαν τότε, είναι άγνωστο. Εκείνα τα αρχαία χρόνια δεν είχαν ευφάνταστους τίτλους για να προσδώσουν στους ανθρώπους που λειτουργούσαν με αυτό τον τρόπο από το παρασκήνιο.

Αν όμως γνώριζαν ότι στο σημερινό κράτος μας, αυτούς τους υποχθόνιους τύπους, τους ονομάζουμε γνωστούς αγνώστους, ενδεχομένως μετά από ένα ελαφρύ μειδίαμα, να έσπευδαν να συμφωνήσουν μαζί μας και να υιοθετούσαν τον ίδιο ακριβώς όρο, που με μία ευγλωτία διαχέει τις ευθύνες, αφήνει υπονοούμενα και σκορπίζει το φόβο της ατιμωρησίας του εγκλήματος.



Οι γενίτσαροι της οθωμανικής αυτοκρατορίας

Αιώνες μετά, πολιτικο-θρησκευτικοί και στρατιωτικοί επεκτατισμοί έφεραν στο προσκήνιο τους οθωμανούς, οι οποίοι υιοθέτησαν πολλούς απ΄ τους διοικητικούς μηχανισμούς των προκατόχων τους βυζαντινών, άλλοτε παραλλάσοντάς τους κι άλλοτε συνεχίζοντας να τους συντηρούν ακέραιους για όσο διάστημα διήρκεσε η αυτοκρατορία τους.

IMAGE DESCRIPTIONΜετά το θάνατο του Σουλεϊμάν Α΄, ο πόλεμος που έλαβε χώρα μεταξύ
της 2ης Ιερής Συμμαχίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1571-81)
ήταν ο πιο φημισμένος λόγω της ήττας των οθωμανών στη ναυμαχία του Λεπάντο,
την ίδια όμως περίοδο οι οθωμανοί είχαν κι άλλο μέτωπο ανοιχτό με τη σαφαβιδική Περσία,
που δημιούργησε ισχυρούς κλονισμούς στα οθωμανικά στρατεύματα,
προκαλώντας σποραδικές εξεγέρσεις των γενιτσάρων στη Κωνσταντινούπολη
τις χρονιές 1589, 1590 και 1591.

Peter Sugar, «Η Ν/Α Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία 1354-1804», εκδ. «Σμίλη», Αθήνα, 1994.


Οι γενίτσαροι προορίζονταν για τη φύλαξη των παραμεθόριων περιοχών της αυτοκρατορίας, προκειμένου να την προστατεύουν από επίδοξους εισβολείς. Ήταν μ΄ άλλα λόγια κάτι πολύ κοντά σ΄ αυτό που οι βυζαντινοί αποκαλούσαν «ακρίτες». (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Μύθος το παιδομάζωμα).

Σ΄ αυτές τις απομακρυσμένες περιοχές, οι σουλτάνοι τους πρόσφεραν εκτάσεις γης και πολλά άλλα προνόμια, όμως παράλληλα τους επέβαλαν και περιορισμούς, όπως για παράδειγμα τους απαγόρευαν να νυμφεύονται, γιατί οι οικογενειακές υποχρεώσεις που θα δημιουργούσε ο γάμος θα δυσχέραιναν τις μετακινήσεις τους στα διάφορα μέτωπα και θα έκαμπταν το πολεμικό τους θάρρος , αφού ένας οικογενειάρχης έχει σίγουρα πολλά περισσότερα να χάσει από έναν ανύπαντρο κι άτεκνο στρατιώτη.

Για τέσσερις αιώνες, οι γενίτσαροι αποτέλεσαν την αιχμή της πολεμικής μηχανής της αυτοκρατορίας και των σουλτάνων, οπότε με τον καιρό εξελίχθηκαν σε παραστρατιωτικό κέντρο εξουσίας. Η δράση τους εκτεινόταν σε εσωτερικούς πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες, πολλές φορές και κατά των ίδιων των σουλτάνων. Κατόπιν πιέσεων που ασκούσαν κατά καιρούς, κυρίως με τη πρόκληση εξεγέρσεων, κατάφερναν να πετυχαίνουν τόσο την αύξηση των οικονομικών τους απολαβών όσο και την άρση των διάφορων περιορισμών που τους επέβαλε το κράτος.

Τους αιώνες που θ΄ ακολουθήσουν, εκμεταλλευόμενοι την πολεμική τους εμπειρία, δεν θα πάψουν σχεδόν ποτέ, να πιέζουν με αθέμιτα μέσα τη κεντρική διοίκηση διεκδικώντας όλο και περισσότερα «μερίσματα» απ΄ τον οθωμανικό κορβανά. Μάλιστα, στο πέρασμα των ετών, η πίεση που ασκούσαν με τις εξεγέρσεις τους ήταν τόση, ώστε σταδιακά άρχισε το κράτος να τους αναγνωρίζει και προνόμια, που έως τότε τους απαγόρευε, όπως επί παραδείγματι τους επέτρεψαν να κάνουν οικογένειες ή να ζουν στις μεγαλουπόλεις.

Οι γενίτσαροι δεν παρέλειπαν να κάνουν κατάχρηση όλων των προνομίων που τους παρέχονταν. Οι περισσότεροι από αυτούς συγκεντρώθηκαν στη Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα του κράτους τους, ώστε να βρίσκονται στη πηγή της λήψης των αποφάσεων και της κυκλοφορίας του χρήματος κι εκεί ανέπτυξαν τη δράση τους συμβάλλοντας με τις ενέργειές τους στην κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.


Όταν την 15η Ιουνίου του 1826, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ αποφάσισε την ολοκληρωτική διάλυσή τους, η οθωμανική αυτοκρατορία είχε ήδη μπεί σε τροχιά παρακμής, τόσο εξαιτίας τους όσο και λόγω άλλων παραγόντων που ξεφεύγουν απ' το περιεχόμενο του παρόντος άρθρου.

Όσοι λιγοστοί παρέμειναν στις παραμεθόριες περιοχές και στη στρατιωτική ενέργεια, διατήρησαν επαφές με ομάδες οπλισμένων μικρεμπόρων που έγιναν με τη πάροδο του χρόνου η επικουρική τους δύναμη, γνωστή ως yamaks, οι αρχηγοί των οποίων αποκαλούνταν dahis (νταήδες). Αυτοί οι εγκληματικοί τύποι κατέκλυσαν την ύπαιθρο και μετατράπηκαν σε αληθινή μάστιγα του κάθε γεωργού και γαιοκτήμονα.

Αψηφώντας κάθε άλλη αρχή εκτός από τη δική τους, περιφρόνησαν τους αξιωματούχους του κράτους, παραβιάζοντας ακόμα και τις διαταγές τους σουλτάνου εγκαθιδρύοντας έτσι ένα καθεστώς τρόμου.

Η αδυναμία της διοίκησης να ελέγξει αυτά τα απείθαρχα στοιχεία φανερώνει την αδυναμία του άλλοτε παντοδύναμου οθωμανικού κράτους.

Peter Sugar, «Η Ν/Α Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία 1354-1804», σελ. 245.


Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι πύκνωναν συχνά και τις τάξεις των αρματολών (kirdzhalis), των ορεσίβιων αυτών οροφυλάκων, που, όταν τους μείωναν το μισθό οι πασάδες που τους είχαν στις υπηρεσίες τους, δεν δίσταζαν να μεταπηδούν στα στρατόπεδα των ληστών. Οι αρματολοί ―κάτι σαν τους σύγχρονους αστυνομικούς την εποχή εκείνη― τις περισσότερες φορές ήταν βαλκάνιοι και μάλιστα συνήθως μη μουσουλμάνοι. Όταν επισκέπτονταν τα βιλαέτια τους ομάδες γενιτσάρων, δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι, γιατί ήταν σίγουροι πως θα δρούσαν ανταγωνιστικά.

Και όντως έτσι συνέβαινε: Οι γενίτσαροι έσπευδαν «να πουλήσουν προστασία» στους κατά τόπους επιχειρηματίες και οι «αρματολοί» έχαναν το ρόλο τους, τα προνόμια που τους παρείχαν οι πασάδες και το κύρος τους. Τότε, συνέβαινε συχνά, να μεταπηδούν απ΄ το στρατόπεδο του αρματολισμού, στις ομάδες των κλεφτών που προηγουμένως καταδίωκαν, άλλοτε με ενεργή δράση (όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης) κι άλλοτε ως απλοί πληροφοριοδότες.

Προς το τέλος του 17ου αιώνα, η χαοτική κατάσταση με την ασύδοτη δράση των yamak, που «ακύρωναν» τις επίσημες οθωμανικές αρχές και τους θεσμούς του κράτους, δημιούργησε καθεστώς εκτεταμένης ανομίας που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των ληστοσυμμοριτών, οι οποίοι έμειναν ιστορικά γνωστοί ως χαϊντούκοι (hajduks), κλέφτες, uskoks, morlaks ή και bandits.

Ο αμερικάνος ιστορικός Peter Sugar αποδέχεται ότι:

Αποκαλώντας αυτούς τους ανθρώπους ληστές δεν υποκρύπτεται καμία υποτιμητική σημασία. Δεν πρόκειται για κακοποιούς, σύμφωνα με τη καθιερωμένη σημασία της λέξης, παρόλο που οι διοικητικές αρχές τους υπολόγιζαν για τέτοιους.

Οι υψηλοί και συχνά αυθαίρετοι φόροι, οι αυστηρές οικονομικές διατάξεις που δεν τροποποιούνταν κ.λπ.... ανάγκαζαν τους ανθρώπους αυτούς να επιδίδονται σε ληστείες για να ζήσουν. Σήμερα μάλιστα, οι λαοί των Βαλκανίων τους αντιμετωπίζουν ως εθνικούς ήρωες.

Peter Sugar, «Η Ν/Α Ευρώπη κάτω από την οθωμανική κυριαρχία 1354-1804», σελ. 246.


O Eric Hobsbawn απ΄ τη μεριά του, θεωρεί τη ληστεία έκφραση «της αντίστασης ολοκληρωτικών κοινοτήτων ή πληθυσμών ενάντια στην εξαθλίωση του τρόπου ζωής ...τον προάγγελο της επανάστασης».

Όμως εν προκειμένω, φαίνεται να διαφεύγει απ΄ τους διαπρεπείς ιστορικούς ότι στην εξαθλίωση της ζωής των ανθρώπων συνέβαλε καταλυτικά η δράση των γενιτσάρων, των yamak και των νταήδων, που είχαν απενεργοποιήσει προηγουμένως τα επίσημα θεσμικά όργανα του κράτους με τις αυθαιρεσίες τους. Άλλωστε, κάτι το οποίο αποφθεγματικά παραδέχονται τόσο οι καθηγητές James Robinson και Daron Acemoglou στο βιβλίο τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη», όσο και ο Niall Fergunson στο βιβλίο του «Πολιτισμός», βασική αιτία για τη κατάρρευση ή τη δυσλειτουργία των κρατών είναι η απαξιώση των θεσμών τους.

Απ΄ αυτές τις διαδικασίες προέκυψαν πολύ αργότερα και οι ομάδες που συντέλεσαν στην εξέγερση της λεγόμενης ελληνικής επανάστασης του 1821, καθ΄ όσον είναι γνωστό ότι πολλοί ρωμιοί οπλαρχηγοί είχαν θητεύσει στην Αυλή του Αλή Πασά συμπολεμώντας και συχνά συνεργαζόμενοι με γενίτσαρους.

Ας επιστρέψουμε όμως στους γενίτσαρους, οι οποίοι συγκεντρωμένοι στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου το χρήμα έρεε άφθονο σε σχέση με τις παραμεθόριες περιοχές, προσέγγιζαν τις συντεχνίες των μεγαλεμπόρων (tuccars) και των γαιοκτημόνων (ayans) για να τους αφαιμάξουν «πουλώντας τους προστασία».

Κάποιοι σουλτάνοι αντιλαμβανόμενοι τη δράση τους και τις τεράστιες οικονομικές ζημιές που αυτή επέφερε, διέτασσαν και πετύχαιναν την απομάκρυνσή τους από τη Κωνσταντινούπολη. Πηγαίνοντας στις επαρχίες οι γενίτσαροι εμφανίζονταν –όπως είπαμε στις Αυλές των πασάδων― είτε ως αυτόκλητοι τραμπούκοι, είτε ως ανεπιθύμητοι που εξαναγκάζονταν να φύγουν από την Πόλη. Εκεί άνοιγαν νέες πληγές για το κράτος δυσχεραίνοντας τις τοπικές οικονομικές υποδομές εξαιτίας της τρομοκρατικής δράσης που είχαν αναλάβει αυτοί, οι πρώην ή εν δυνάμει πολεμιστές.

Η οικονομική ευμάρεια των γενιτσάρων ―κοινώς η καλοπέρασή τους― αύξησε και τον αριθμό τους, καθόσον όλο και περισσότεροι ήταν οι πολίτες που προσπαθούσαν να τους μιμηθούν.


Εμπρησμοί στην Κωνσταντινούπολη

Οι δράσεις κάποιων ανθρώπων σήμερα, καθώς και συμβάντα τα οποία φαίνεται να είναι τυχαία χωρίς να είναι, όπως η ραγδαία εξάπλωση πυρκαγιών που έχει ως αποτέλεσμα τις εκατόμβες θυμάτων (βλ. Πυρκαγίες στην Ηλία το 2007 και στο Μάτι το 2018, Πολιτικά παιχνίδια στα αποκαϊδια και Διαχρονικές ασύμμετρες απειλές) δεν αποτελεί ένα σύγχρονο τακτικισμό για τις διάφορες πολιτικές ομάδες, οι οποίες ανταγωνίζονται για την κατάληψη και την άσκηση της εξουσίας.

Το 1852, ο γάλλος ρομαντικός ποιητής και δημοσιογράφος Θεόφιλος Γκωτιέ, αποβιβάζεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα παραμείνει επί εβδομήντα ημέρες ως ταξιδιωτικός απεσταλμένος της εφημερίδας «Ο Τύπος». Κατά την παραμονή του εκεί δημοσιεύει μια σειρά από επιφυλλίδες, μέσα από τις οποίες αναδεικνύει την ομορφιά του τόπου και τις συνήθειες των ανθρώπων. Σε ένα από τα κεφάλαιά του κάνει εκτενή αναφορά για τις πυρκαγιές, που τύλιγαν με τις φλόγες τους μεγάλες συνοικίες της Κωνσταντινούπολης σε μία περίοδο, που τα πολιτικά πράγματα φαίνεται να ήταν ρευστά και η αντιπολίτευση ήγειρε ενστάσεις έναντι των κυβερνητικών αποφάσεων.


Ο «Καρλομάγνος» ήταν το πρώτο γαλλικό πολεμικό πλοίο, που μπορούσε να κινηθεί ταυτόχρονα με τα πανιά, αλλά και με την ατμομηχανή,
ένα σπουδαίο τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή του και μια επικίνδυνη πολεμική μηχανή για κάθε εχθρό.


Το γαλλικό πολεμικό πλοίο «Καρλομάγνος» είχε επισκεφθεί τότε τα νερά του Βοσπόρου. Ο Γκωτιέ, με γλαφυρό τρόπο περιγράφει όχι μόνο την έλευση του πλοίου, αλλά και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η παρουσία του στον Κεράτιο Κόλπο:

Η παρουσία του «Καρλομάγνου» στην Κωνσταντινούπολη συνέπεσε με πολλές πυρκαγιές.

Ξέσπασαν περισσότερες από 14 μέσα σε μία εβδομάδα και οι περισσότερες πολύ σοβαρές.

IMAGE DESCRIPTIONΣε ποιον θα έπρεπε να αποδοθούν οι ευθύνες;

• Στην παρατεταμένη ξηρασία, που έκανε τα μουχλιασμένα ξυλοσπιτα όμοια με φρύγανα έτοιμα να λαμπαδιάσουν με την παραμικρή σπίθα;

• Στα μάγια που έκανε το μυστηριώδες ατμόπλοιο, που δεν είχε ούτε τροχούς ούτε φουγάρο, όπως πίστευε ακράδαντα ο όχλος;

• Στα σινάφια των πολυμήχανων ξυλουργών, για να ανοίξουν οι δουλειές τους;

• Ή σε κάποια πολιτική αιτία, όπως ήταν πεπεισμένοι κάποιοι άνθρωποι,
που γνώριζαν σε βάθος τα ανατολίτικα ήθη;

Θεόφιλος Γκωτιέ, «Κωνσταντινούπολη», έκδ. «Καστανιώτη», Αθήνα, 2007.


Βλέπουμε, ότι ο συγγραφέας υποδεικνύει σαν σοβαρότερη την εκδοχή αυτή της ύποπτης δολιοφθοράς, η οποία εκμαιεύονταν από τα ανατολίτικα ήθη.

Το φαινόμενο αυτό δηλαδή της έξαρσης πυρκαγιών σε μια περίοδο πολιτικών αντιπαραθέσεων δεν ήταν κάτι σύγχρονο για την Κωνσταντινούπολη, αλλά είχε γίνει ήδη ήθος.


Και συνεχίζει:

Μετά το Ραμαζάνι, που με τις νηστείες του και τις ασκήσεις ευσέβειας εξάπτει την φαντασία των πιστών,
IMAGE DESCRIPTIONεκδηλώνεται συνήθως μια αναζωπύρωση του φανατισμού.

Και η τωρινή έξαρση στρεφόταν κατά του Ρεσίτ Πασά, τότε υπουργού, που τον κατηγορούσαν ότι είχε μια κλίση προς τις ευρωπαϊκές ιδέες και τον αντιμετώπιζαν σχεδόν σαν γκιαούρη οι παλιοί τούρκοι με το πράσινο καφτάνι και τα χοντρά τουρμπάνια...

Υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη μια γαλλική εφημερίδα, που την διευθύνει επάξια ο κύριος Νογκές. Επειδή όμως επιδοτείται από το κράτος, η αντιπολίτευση αντί να γράφει άρθρα ανάβει φωτιά σε μια συνοικία.

Ενδεικτικός τρόπος για να εκφράσει την δυσαρέσκειά της ―έτσι λένε τουλάχιστον― δυσκολευόμαστε να το πιστέψουμε, μολονότι το ίδιο μέσον επιστράτευσαν άλλοτε οι δυσαρεστημένοι γενίτσαροι.

Θεόφιλος Γκωτιέ, «Κωνσταντινούπολη».


H τακτική των εμπρησμών ήταν κάτι που ήδη το 1852, αλλά και πολύ προγενέστερα, είχε καταστεί ένα φαινόμενο αναμενόμενο, το οποίο δεν εξέπληξε ούτε τον γάλλο δημοσιογράφο Θεόφιλο Γκωτιέ. Οι γενίτσαροι επιδίδονταν σε εμπρησμούς, όταν δεν συμφωνούσαν με τις αποφάσεις του σουλτάνου και του πρώτου βεζύρη, δηλαδή του πρωθυπουργού.


Οι γενίτσαροι, υποκινούμενοι από τις ξένες δυνάμεις ή όχι, αντιδρούσαν ενίοτε στις αποφάσεις του σουλτάνου βάζοντας φωτιές στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με το γάλλο συγγραφέα Θεόφιλο Γκωτιέ.

Και συνεχίζει ο Γκωτιέ:

Άλλοι έβλεπαν σε αυτές τις πυρκαγιές που πριν προλάβουν να σβήσουν άναβαν πάλι σε άλλο σημείο της πόλης, τη δάδα ή τουλάχιστον το σπίρτο της Ρωσίας, που επιχειρούσε να προκαταλάβει δυσμενώς τον λαό εναντίον της Γαλλίας...

Ο Ρεσίτ πασάς αντικαταστάθηκε από τον Φουάντ Εφέντη, συνεχιστή των ιδεών του. Η μικρή αυτή υποχώρηση ηρέμησε πάλι τα πνεύματα και οι πυρκαγιές σταμάτησαν ίσως φυσικά, ίσως γι΄ αυτό το λόγο.

Θεόφιλος Γκωτιέ, «Κωνσταντινούπολη».


Αλήθεια, από αυτή την περιγραφή πόσες ίδιες εικόνες μπορούμε να ιχνογραφήσουμε στη σύγχρονη πραγματικότητα της χώρας μας;

Πόσες φωτιές μπήκαν, έκαψαν κόσμο και κατέστρεψαν περιουσίες, ενώ μετά την αλλαγή φρουράς στους κυβερνητικούς θώκους τα πνεύματα ηρέμησαν ως δια μαγείας και σταμάτησαν οι καταστροφές;


Αθήνα, μερικά χρόνια πριν.
Σύνταγμα, 2008: Το κάψιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου.

Σύνταγμα 2018: Όλα όμορφα και στολισμένα, χωρίς επεισόδια.


Η δράση των σύγχρονων παρακρατικών κουκουλοφόρων, των γνωστών αγνώστων και άλλων, οι οποίοι φέρουν διάφορα ευφάνταστα προσωνύμια για να καλύπτουν την ύποπτη δράση τους, απ΄ όσο δείχνουν τα πράγματα, χρηματοδοτείται από πολύ ύποπτες πηγές και με εξίσου ύποπτους σκοπούς και μεθοδεύσεις.

Όπως είδαμε, υπήρχαν υπόνοιες ότι στις τσέπες των γενιτσάρων ενδεχομένως να κατέληγαν χρήματα τόσο από τους ρώσους που ήθελαν να απομακρύνουν απ΄ την περιοχή του Βόσπορου το γαλλικό στρατιωτικό επεκτατισμό που σηματοδοτούσε η αγκυροβόληση του «Καρλομάγνου», όσο και από τον αντιπολιτευόμενο Φουάντ Εφέντη ο οποίος «έριξε» από τη θέση του τον Ρεσίτ Πασά.

Με άλλα λόγια, οι γενίτσαροι κατόρθωναν με τη δράση τους να κάνουν άνω κάτω την αυτοκρατορία. Έχοντας τη ταμπέλα «των πιστών μουσουλμάνων και των ιερών μαχητών της Τζιχάντ» ―τίτλοι αρκετά «πιασάρικοι» και λαοφιλείς εκείνο το καιρό― για να τους επιτρέπουν αφενός να μένουν στο απυρόβλητο (σημ. κάθε νέος κυβερνήτης ήθελε να τα ΄χει καλά μαζί τους, ώστε ν΄ αποφεύγει τα χειρότερα από τη δράση τους) και αφετέρου να διαθέτουν ένα «ηθικό πλεονέκτημα», φράση αρκετά επίκαιρη και σήμερα.

Όλα όσα υπαινίσσεται κι ο Γκωτιέ στις επιφυλλίδες του το 1852 δεν απέχουν καθόλου απ΄ όσα ζούμε σήμερα.


Κοινά σημεία γενίτσαρων - σημερινών παρακρατικών

Οι γενίτσαροι της οθωμανικής αυτοκρατορίας παρουσιάζουν πολλά κοινά σημεία με τους σημερινούς ανθρώπους του παρακράτους, τους γνωστούς αγνώστους ή κουκουλοφόρους ή αναρχικούς ή αντι-εξουσιαστές ή εμπρηστές, που δρούν στην Ελλάδα.

Οι μέθοδοι δράσης τους είναι πανομοιότυποι και τα κίνητρά τους είναι καθαρά ιδιοτελή, όσο και να θέλουν να τα κρύβουν πίσω από κάλπικες ιδεοληψίες που δεν έχουν κανένα ουσιαστικό υπόβαθρο. Τότε προφασίζονταν ίσως την τιμή του Ισλάμ, ενώ κάτω απ΄ το τραπέζι άρπαζαν χρήματα από την ορθόδοξη Ρωσία.

Σήμερα, προφασίζονται την εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας, την πάλη των τάξεων ή το εθνικό συμφέρον, αλλά κάτω απ΄ το τραπέζι ρέει το χρήμα από τις καπιταλιστικές ΗΠΑ, τη Ρωσία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και όποια άλλη μεγάλη δύναμη θέλει να προωθήσει τα συμφέροντά της, ενώ ανοίγουν παράλληλα και οι πόρτες των διορισμών από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.


Ο ανεξέλεγκτος παρακρατικός μηχανισμός, οι γνωστοί άγνωστοι της δεκαετίας του ΄60,
δολοφόνησαν το 1963 στη Θεσσαλονίκη τον βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη.
Ο νυν πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, θα μπορούσε να είναι ένας σύγχρονος Φουάντ Εφέντης.
Τα βίαια επεισόδια και οι καταστροφές των «γενίτσαρων» ευνόησαν το κόμμα του να πάρει την εξουσία.
Στη φωτογραφία εικονίζεται ο γιος του Γιώργος με τους συντρόφους του.

H δράση των παρακρατικών απενεργοποιεί τους θεσμούς του κράτους, όπως την εύρυθμη λειτουργία των εμπορικών συναλλαγών, την αστυνόμευση, τη Δικαιοσύνη κ.λπ. αυξάνοντας τη δράση της εγκληματικότητας και των ληστοσυμμοριτών ειδικότερα.

Οι γνωστοί άγνωστοι σπάνια συλλαμβάνονται κι όταν συμβαίνει αυτό, κατόπιν πολιτικών πιέσεων πέφτουν στα μαλακά. Συχνά αφήνονται ελεύθεροι κι άλλοτε δικάζονται από δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις έχουν ώσμωση πολιτικής κατεύθυνσης, η οποία μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Επί παραδείγματι, για την τέλεση ίδιων αδικημάτων, εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου τιμωρούνται με βαρύτερες ποινές, η τελεσιδικία καθυστερεί καθοδηγούμενη από νομικίστικα τερτίπια, οι μεταγωγές των κρατουμένων αυτών σε άλλες φυλακές που οι δικαστικές αρχές έχουν αρχικά αποφασίσει αναβάλλονται «κατ΄ εξαίρεση» ή μετατρέπονται κ.λπ. κ.λπ....

Όπως η δράση των γενιτσάρων μείωνε το κύρος των αρματολών ωθώντας τους παράλληλα στις αγκαλιές των κλεφτών, έτσι και η δράση των σύγχρονων αντιεξουσιαστών ή ακροδεξιών μειώνει το κύρος και τη δράση των οργάνων καταστολής, με άμεση συνέπεια αρκετοί από αυτούς να επιλέγουν την ένταξή τους σε εγκληματικές ομάδες με κύριο στόχο, φυσικά, την αύξηση του εισοδήματός τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις μέρες μας, μετά την εξάρθρωση κάθε εγκληματικής οργάνωσης ή σπείρας, εντοπίζεται και ο συσχετισμός κάποιου αστυνομικού, που κάνει την υπόθεση περισσότερο πολύπλοκη και πολύκροτη.


Ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας μπλεγμένος με αρχιμαφιόζους ρομά.
Αστυνομικός σε κύκλωμα κλεμμένου χρυσού.

Όπως τα παλιά χρόνια στην Πόλη οι ένοχοι αυτοί υποδεικνύονταν εμμέσως πλην σαφώς, έτσι γίνεται και σήμερα, αλλά κανείς δεν είχε ―ούτε έχει― επαρκή στοιχεία για να τους κατονομάσει. Αλλά και στην περίπτωση που κάποιος έχει αυτά τα στοιχεία και γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις, φοβάται μη στοχοποιηθεί από αυτές τις συμμορίες, που συντηρούν «παραστρατιωτικές ομάδες» τόσο μέσα όσο κι έξω από τις φυλακές. Κάθε ένας που βρίσκεται σε μια τέτοια θέση, επιλέγει να σιωπήσει. Πλείστες φορές, διάφοροι που τόλμησαν να εκστομίσουν υπόνοιες σε βάρος αυτών των κακοποιών, έγιναν στόχος τους.


Συνεργασία βαρυποινιτών και αντιεξουσιαστών σήμερα.
Η δράση των μεν απενεργοποιεί τους θεσμούς και ευνοεί τη δράση των δε.
Με όμοιο τρόπο, η δράση των γενίτσαρων δημιούργησε το κατάλληλο πλαίσιο για να αναπτύξουν τη δράση τους οι κλέφτες.


Μόλις αλλάζει η εξουσία, τα πράγματα ηρεμούν, χωρίς όμως ουσιαστικά να έχει αλλάξει η πολιτική, γεγονός που δείχνει ότι αυτός ο υποχθόνιος στρατός θέλει να διορθώσει μόνο ό,τι αφορά τη ροή του χρήματος προς όφελός του. Η δήθεν «ιδεολογική συνέπεια» ενός «αναρχικού» ή ενός «εθνικιστή» συχνά χρησιμοποιείται ως επικάλυμμα για να σερβιριστεί στην κοινή γνώμη.




Βουλευτής Χρυσής Αυγής: «Τα κεφάλια σας στις Πρέσπες!».
Οι άλλοι βουλευτές της Χρυσής Αυγής επικροτούν τα λεγόμενά του χειροκροτώντας.



Πρώτα χειροκροτούν και μετά καταδικάζουν. «Money talks, bullshit walks», λένε οι αμερικάνοι κι έχουν δίκιο.
Ο πρόεδρος της Χρυσής Αυγής, όταν κατάλαβε ότι υπάρχει ενδεχόμενο να χάσει τη θέση του
και να συρθεί στα κρατητήρια για ακόμα μία φορά... ανασκεύασε άμεσα τα χειροκροτήματα των βουλευτών του.
Έννοιες όπως «ιδεολογική συνέπεια» και «θυσία για το έθνος» πάνε περίπατο, όταν κινδυνεύει η τσέπη μας.




Έτσι όπως άλλοτε οι γενίτσαροι δρώντας παρακρατικά μπορεί να προφασίζονταν ότι αντιδρούσαν με τον τρόπο τους στην άδικη φορολογική πολιτική του σουλτάνου βάζοντας φωτιές στη Πόλη, έτσι και σήμερα κάποιοι παρακρατικοί, δήθεν αντιεξουσιαστές, καταστρέφουν δημόσιες περιουσίες επικαλούμενοι την «άδικη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης». Βέβαια, αν τους διορίσουν ως υψιλόμισθους στην ΕΡΤ ή σε κάποια ΜΚΟ που λειτουργεί μέσα σε κάποιο hot spot, θα αλλάξουν τη στάση τους. Κανένας δεν λέει όχι στους παράδες, όπως μας δίδαξαν και οι γενίτσαροι.

Σήμερα, που τα μνημόνια συνεχίζονται αποκαλούμενα «έξοδος στις αγορές», και τα στελέχη της «Τρόικας» μετονομάσθηκαν σε «Θεσμούς», οι γνωστοί άγνωστοι λουφάζουν στις τρύπες τους καταναλώνοντας τα «μπαξίσια» τους, πατώντας ελάχιστα ―έως και καθόλου― στις θέσεις που τους διόρισαν και ξοδεύουν λίγη από την ενέργειά τους ―για να μη χάνουν τη φόρμα τους― σε προγραμματισμένα ραντεβού που δίνουν με τις Αστυνομικές Αρχές π.χ. επέτειος Πολυτεχνείου, επέτειος Αλέξη Γρηγορόπουλου κ.ά..



Διαφορές γενίτσαρων - σημερινών παρακρατικών

Η μεγαλύτερη διαφορά των σημερινών παρακρατικών από τους γενίτσαρους είναι ότι οι δεύτεροι είχαν ανατραφεί σε ειδικά οικοτροφεία (ic oglan), όπου κατόπιν ειδικής θρησκευτικής κατήχησης, κρατικοί υπάλληλοι τους δίδασκαν και την τέχνη του πολέμου.

Οι σύγχρονοι ρωμιοί παρακρατικοί, δημιούργησαν οι ίδιοι εξωθεσμικές διδακτικές υποδομές κατηχώντας νέα μέλη μέσα σε καταλήψεις ή δημιουργώντας «σφηκοφωλιές» μέσα σε σχολεία ή πανεπιστημιακά ιδρύματα. (Βλ. γραφεία Ρουβίκωνα μέσα στο Πανεπιστήμιο, καθώς και άλλων αντιεξουσιαστικών ομάδων που μπορεί να έχουν και ακροδεξιά ταυτότητα).


Ο Ρουβίκωνας φωτογραφίζεται στα γραφεία του μέσα στη Φιλοσοφική Σχολή.
Οι «γενίτσαροι» όλων των παρατάξεων επιχειρούν να επικρατήσουν ιδεολογικά
με συνθήματα στους τοίχους των σχολείων, προκειμένου να ψαρέψουν νέα μέλη.
Εκπαίδευση χρυσαυγιτών για ενήλικες.
Εκπαίδευση χρυσαυγιτών για μικρά παιδιά.


Μ΄ αυτό το τρόπο «ψαρεύουν» νέα μέλη κυρίως μέσα από τις δεξαμενές των εφήβων, κατηγορία ανθρώπων που χαρακτηρίζεται εκ φύσεως από την έντονη οξυθυμία, τη μαχητικότητα και τη βούληση για κοινωνικοποίηση μέσα σε ομάδες που τους προσφέρουν ευκαιρίες για αναγνώριση της υπόστασής τους συμμετέχοντας σε ποικίλες δράσεις (π.χ. από τη ρίψη μιας μολότοφ μέχρι την αφισοκόλληση ή τη συμμετοχή σε τσαμπουκάδες) σε συνδυασμό με την έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης και το χαμηλό επίπεδο διάθεσης αυτοκριτικής και αντίλογου στην υποβαλλόμενη προπαγάνδα.

Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι όμως, σχεδόν όλοι οι σύγχρονοι πολιτικο-θρησκευτικοί μηχανισμοί ακολουθούν τους ίδιους τακτικισμούς. Πρώτη διδάξασα, φυσικά, η Εκκλησία με τα κατηχητικά σχολεία, αλλά και ευρύτερα κάθε θρησκευτική οργάνωση, Εκκλησία ή αίρεση, διάφορες λέσχες που στήνουν οπαδοί αθλητικών σωματείων ακροδεξιοί, κομματικές οργανώσεις κ.ά.. Όλοι τους προσπαθούν να «ψαρέψουν» νέα μέλη απ΄ τη μαχητική δεξαμενή της νεολαίας, όπου τα αντισώματα του αντίλογου έχουν ευθέως αντίστροφη σχέση με τη μαχητική διάθεση. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανθρώπων κάθε κακόβουλη προπαγάνδα «πιάνει τόπο» κι αν κάποιος εισχωρήσει σ΄ αυτούς τους κύκλους πολύ δύσκολα μπορεί να ξεφύγει.

Δεν είναι τυχαίο ότι στους τοίχους σχολείων και πανεπιστημίων γίνεται κυριολεκτικά «πόλεμος επικράτησης» συνθημάτων, με τα οποία η μία οργάνωση προσπαθεί να κερδίσει τις εντυπώσεις και να επικρατήσει έναντι των ανταγωνιστών της.




Μέλος του Ρουβίκωνα πολεμάει τον ISIS στη Ράκκα της Συρίας.
Πρόκειται για εναν σύγχρονο γενίτσαρο. Μπορεί να μην εκπαιδεύται σε οικοτροφεία όπως οι «ταξικοί του πρόγονοι»,
αλλά φροντίζει να λάβει τους καρπούς των γνώσεών του μ΄ άλλους τρόπους.
Κατόπιν, θα επιστρέψει στη χώρα του και θ' ανοίξει φροντιστήριο... για να στρατεύσει νέα μέλη.




Ένα άτομο, μόνο μετά το πέρας πολλών ετών κι αφού έχει ξοδέψει όλη την ενέργειά του υπηρετώντας τους σκοπούς που τον προορίσανε, αν σταθεί τυχερός και γλιτώσει τη φυλάκιση ή τον σοβαρό τραυματισμό από κάποιο τσαμπουκά, μελλοντικά ωριμάζοντας ―και υπό τη προϋπόθεση ότι είναι άνθρωπος καλών προθέσεων― ίσως αντιληφθεί ότι τον εξαπάτησαν κι αποφασίσει ν΄ αποχωρήσει.

Βέβαια, θα τον έχουν ήδη εκμεταλλευτεί επαρκώς και ίσως η απομάκρυνσή του ―λόγω της μακροχρόνιας απενεργοποίησης των αντανακλαστικών του― να συνοδευτεί από την ένταξή του σε κάποιο άλλο, «πιο μετριοπαθές μαντρί».


Ακόμα και ο Εντμόν Αμπού, αυτός ο περίφημος γάλλος συγγραφέας, επειδή άδειασε το μελανοδοχείο του εξετάζοντας με οξυδέρκεια, χιούμορ και πολλή ειρωνεία τα πολιτικά, δημοσιονομικά και κοινωνικά πράγματα της Ελλάδας, κατηγορήθηκε για ανθελληνισμό.
Στο βιβλίο του «Βασιλεύς των ορέων» (1857), η άποψή του για την Ελλάδα παίρνει λογοτεχνική μορφή: Ένας λήσταρχος ονόματι Χατζησταύρος περιφέρεται θρασύτατα στην Αττική με ύφος κομματάρχη, σκοτώνει, απάγει, ληστεύει με την ανοχή και τη συνεργασία των διωκτικών αρχών, ενώ παράλληλα διατηρεί στο όνομά του καταθέσεις μεγάλων χρηματικών ποσών σε αγγλική τράπεζα. Όταν αισθάνεται ότι τα χρόνια πέρασαν, αποσύρεται σε μια μικρή έπαυλη στις όχθες του Ιλισού και κινείται δραστήρια ν’ αναλάβει το... Yπουργείο Δικαιοσύνης.
Το έργο αυτό του Αμπού θεωρήθηκε αρχικά εξόχως συκοφαντικό και μισελληνικό: «Γενική επίθεσις εσαλπίσθη εναντίον του άμα τη δημοσιεύσει και αυτού του έργου του» (Δημ. Καμπούρογλους, Πρόλογος του 1927). Στις αρχές του 20ού αιώνα η άποψη αυτή άλλαξε κάπως: «Ο Αμπού έγραψεν όπως στηλιτεύη το πράγμα και όχι όπως βλάψη την Ελλάδα. Απόδειξις η διαγωγή του, η δράσις του ... κατά τα τελευταία
έτη της ζωής του, ήτις κατεδείχθη εξόχως φιλελληνική
» (Δημ. Καμπούρογλους, ό.π.).
Σήμερα το βιβλίο αυτό προσφέρεται όχι μόνο για ψυχαγωγία, αλλά και για τις αναπόφευκτες συγκρίσεις.
Ο Γιάννης Δημητράκης ήταν μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης του αποκαλούμενου αντιεξουσιαστικού χώρου. Συνελήφθη τραυματιζόμενος από πυρά αστυνομικών στην προσπάθειά του να διαφύγει, ενώ προηγουμένως είχε συμμετάσχει με τη συμμορία του σε ληστεία τράπεζας.
Μετά τη σύλληψή του ανοίχτηκαν οι λογαριασμοί τόσο του ίδιου όσο και της ευκατάστατης οικογένειάς του και βρέθηκαν στην κατοχή τους μεγάλα χρηματικά ποσά σε καταθέσεις.
Το «παράδοξο» είναι ότι ένας μάχιμος «αντιεξουσιαστής», ενώ προηγουμένως βρίζει το κεφάλαιο
και προτρέπει την καταστροφή των τραπεζών, υποχθονίως τις ενισχύει τοποθετώντας τα λεφτά του
σε αυτές, προκειμένου να τα εξασφαλίσει.

Επίλογος

Μπορεί ο σουλτάνος Μαχμούτ να εξολόθρευσε τους γενίτσαρους, όμως ―κάτι που κανείς δεν περίμενε― η πολιτική τους παρακαταθήκη επιβιώνει ζώσα και δρώσα μέσα στη κοινωνία μας.

Τα λεγόμενα «ανατολίτικα ήθη», που διαπιστώνει ο δημοσιογράφος Γκωτιέ το 1852 στην Κωνσταντινούπολη, εξακολουθούν να τηρούνται απαρέγκλητα από εμάς, τους νεο-ρωμιούς, που με τόσο μάταιο πείσμα αρνούμαστε το οθωμανικό παρελθόν μας.




ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΤΗΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ»:

IMAGE DESCRIPTIONΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ
ΤΗΣ ΑΛΗΤΕΙΑΣ


Διαχρονικά,
από τους εκάστοτε εξουσιαστές


IMAGE DESCRIPTIONΠΡΟΤΕΚΤΟΡΕΣ
ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΚΤΟΡΑΤΑ

Όψεις της χειραγώγησης
της Ελλάδας και των άλλων
βαλκανικών χωρών



IMAGE DESCRIPTIONΕΛΛΗΝΑΡΑΔΕΣ
ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΕΥΡΟΥ


Ρώσοι διπλωμάτες χρηματοδοτούσαν ακροδεξιούς
για τορπιλισμό των διαπραγματεύσεων για το Σκοπιανό 


IMAGE DESCRIPTIONΕΚΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ
ΤΟΥ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ,
ΕΔΩ ΓΙΑΤΙ;

Επεισόδια
σε Γαλλία και Ελλάδα



ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ