ΑΕΡΓΟΣ,
ΟΚΝΗΡΟΣ,
ΜΕΘΥΣΟΣ,
ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΣ
(Γ΄ ΜΕΡΟΣ)

[Επιστρέψτε στο Β΄ μέρος τού άρθρου

κάνοντας κλικ εδώ.]

  

Για λαδώματα στην Κέρκυρα

     Το 1828, ο Σολωμός σε ηλικία 30 ετών, εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, όπου η κυβέρνηση πραγματοποιώντας υπόσχεση, που είχε δοθεί με το συνταγματικό χάρτη τού 1817, συνέστησε επιτροπή για τη σύνταξη των νέων κωδίκων. Ύστερα από πολλές συζητήσεις, η επιτροπή παραδέχτηκε το παληό ενετικό κληρονομικό σύστημα. Κατά παράδοξο τρόπο για τα νόθα τέκνα υποστήριξε, ότι όχι μόνο δικαιούνται το μισό τής περιουσίας τού πατέρα, αλλά και τα τρία τέταρτα τής όλης περιουσίας έναντι των άλλων συγγενών.

   

     Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι η σχετική με το Διονύσιο και δεν έγινε τυχαία, ούτε ο Σολωμός πήγε στην Κέρκυρα για να ξεκουραστεί, όπως υποστηρίζεται από τούς βιογράφους του. Προκειμένου να πετύχει ο Διονύσιος να τύχει νομικής αναγνώρισης ως γνήσιου τέκνου τού Νικολάου Σολωμού είχε προφανώς την υποστήριξη τής στοάς στην Κέρκυρα και ξόδεψε τεράστια ποσά. Από δύο επιστολές του προς τον πληρεξούσιό του, Γαλβάνη, γνωρίζουμε, ότι ο Διονύσιος σε χρονικό διάστημα δεκαέξι μηνών ξόδεψε 2.400 κολωνάτα, ποσό υπερβολικό και τεράστιο για την εποχή εκείνη. «Από την εποχή εκείνη πάνε δεκάκι μήνες, που βρίσκεσαι στην Κέρκυρα και για το διάστημα αυτό ως σήμερα κατάφερες να χαλάσεις πάνω κάτω 2.400 κολωνάτα περίπου.» («Πολίτης». Τόμ. Γ΄, σελ. 182.)  

 

Μάντζαρος: Κλέπτης και «δημόσιος μοιχός»

     Εκείνη την εποχή ο Διονύσιος γνωρίστηκε και με τον Νικόλαο Μάντζαρο, που αργότερα μελοποίησε τον εθνικό ύμνο. Η γνωριμία έγινε μέσω τού Διονύσιου Φλαμπουριάρη, γνωστού τού Διονύσιου Σολωμού και μέλους τής επιτροπής για τη σύνθεση των κωδίκων. Από τον Φλαμπουριάρη γνώρισε ο ποιητής τον Ιάκωβο Μάντζαρο, πατέρα τού Νικόλαου και επίσης μέλος τής επιτροπής. «Ο γενικός εισαγγελέας, όστις ασκεί μεγάλην και άμεσον επιρροήν ουχί μόνον επί των ηθών, αλλά κι επί τής ζωής, τής ελευθερίας και τής τιμής των πολιτών, είναι κάποιος Μάντζαρος, δικηγόρος το επάγγελμα. Ούτος είχε χρεωκοπήσει δημοσία και είχε παραπεμφθεί σε δίκη, προτού διορισθεί υπάλληλος. Ουδέποτε εθεωρήθη άνθρωπος με τιμήν, με ηθικήν, με θρησκευτικότητα. Επρόδωσε τούς πελάτας του και ώθησεν εις πορνείαν την σύζυγόν του. Είναι δημόσιος μοιχός. Το αποτρόπαιον τούτο άτομον αντιπροσωπεύει το δημόσιον, κλέπτων δε ετησίαν αμοιβήν υπέρ τας τρείς χιλιάδας κολωνάτα, ζη εν μέσω χλιδής, ενώ κατηγορεί τούς κλέπτας των ιδιωτικών χρημάτων.» (Μαρκήσιος Carlo de Ribas - Pieri, σε έκθεσή του προς τον πάπα, Γ. Ζώρα, έγγραφα, σελ. 81.)

     Εκτός όμως, από τη νόμιμη σύζυγό του ο Ιάκωβος Μάντζαρος, διατηρούσε παράνομες σχέσεις με πολλές κερκυραίες. Με μια απ΄ όλες, την Τερεζία Γκιαφέρο, διατηρούσε δεσμό τριάντα χρόνων. Επειδή τής είχε υποσχεθεί γάμο κι εκείνη τον πίεζε, πήγε ένα βράδυ σε ένα ναό και την παντρεύτηκε κι αυτήν. Η Τερεζία την επόμενη ημέρα διέδωσε το γεγονός κι έτσι σύντομα δημιουργήθηκε μεγάλος θόρυβος στην Κέρκυρα.

   

     Όταν ο γενικός εισαγγελέας προέβαινε σε τέτοιου είδους πράξεις αντιλαμβάνεται κανείς σε ποιά κατάσταση είχαν οδηγηθεί τα πράγματα εκείνη την εποχή. Γι΄ αυτό ο Σολωμός βρήκε την ευκαιρία να χρηματίσει πολλούς και διάφορους προς όφελός του με τα τεράστια ποσά, που προαναφέρθηκαν.

     Ήταν λοιπόν φυσικό επόμενο, ο Διονύσιος να γνωριστεί με το γιό τού Ιάκωβου Μάντζαρου, το Νικόλαο, με τον οποίο τον πρώτο καιρό συνδέθηκε με μεγάλη φιλία. Είχαν εξ άλλου κι οι δυό τους κάτι κοινό. Ο Σολωμός επιχειρούσε να εξαλείψει το κοινωνικό στίγμα, ενώ ο άλλος, ο μουσουργός επιχειρούσε να εξαλείψει την ντροπή τού πατέρα του και τής μητέρας του.

     Παρά τα 2.400 κολωνάτα, που ξόδεψε ο ποιητής στην Κέρκυρα, δεν κατάφερε τίποτε προς το παρόν, παρά μετά από δέκα χρόνια, όπως θα δούμε παρακάτω. Πέτυχε μεν να συμπεριληφθεί στο νομοσχέδιο η σχετική διάταξη, η οποία ψηφίστηκε κι από τη Βουλή (1832), ο Μέγας Αρμοστής όμως, δεν κύρωνε το νόμο με την υπογραφή του κι η αναβολή αυτή κράτησε εννέα χρόνια.

     Το 1831 ο Διονύσιος επιστρέφει στην Κέρκυρα και συμφιλιώνεται με τον αδελφό του. Εκείνη την εποχή αρχίζει και η πολιτική δράση τού Δημητρίου. Το 1839 εκλέγεται βουλευτής και Έπαρχος από το 1845-1850, το 1850 Γερουσιαστής και τελικά Πρόεδρος τής Γερουσίας. Ήδη όμως παρουσιάζονται νέα απειλητικά σύννεφα. Η χρονική περίοδος 1832 - 1838 υπήρξε καθοριστική για τη ζωή τους.



Ο Δημήτριος Σαλαμών (Σολωμός), μικρότερος αδελφός τού Διονυσίου, ανήκε στο Κόμμα των Καταχθονίων, το κόμμα των πλούσιων αστών, που αντιπροσώπευαν την κοινωνική συντήρηση και τα συμφέροντα τής ολιγαρχίας κι υποστήριζαν δουλοπρεπώς την Αγγλική Προστασία. Ο Δημήτριος έλαβε διάφορα αξιώματα.[Ύπαρχος Ζακύνθου (1850), Γερουσιαστής (1857) και επί Ουάρδου, Υψηλότατος Πρόεδρος τής Γερουσίας).

     Το 1832 πεθαίνει σε ηλικία 64 ετών ο Ροβέρτος, πρωτότοκος γιός -όπως είδαμε- τού Νικολάου Σολωμού με την νόμιμη γυναίκα του, Μαρνέτα Κάκνη. Ο θάνατός του δημιούργησε για τούς αδελφούς νομικό πρόβλημα με απρόβλεπτες εκτάσεις. Τότε εμφανίστηκε ο μέγας κίνδυνος. Με το θάνατο τού Ροβέρτου άνοιγε ο δρόμος για τον Ιωάννη Λεονταράκη, ο οποίος ήταν τώρα ο μοναδικός νόμιμος γιός τού Νικολάου Σολωμού εξ αιτίας τού γάμου του μιά μέρα πριν πεθάνει  με την Αγγελική Νίκλη. Ο Ιωάννης απαίτησε να αποκλειστούν οι νόθοι Διονύσιος και Δημήτριος και να πάρει αυτός όλη την περιουσία ως ο μοναδικός νόμιμος κληρονόμος. Η συμφωνία, που είχε γίνει μεταξύ επιτρόπων και Ροβέρτου, όταν συμβιβάστηκαν, ήταν άκυρη, επειδή ήταν αντίθετη με το σχετικό νόμο, που απαγόρευε στα νοθογέννητα κληρονομική μερίδα. Το χρονικό διάστημα 1807-1833 τα δύο αδέλφια νέμονταν την περιουσία κατά παραχώρηση τού Ροβέρτου, όχι όμως, ότι είχαν δικαίωμα κυριότητας επ΄ αυτής. Ο δε άγγλος Αρμοστής συνέχιζε να κρατάει δέσμιους τούς δύο αδελφούς με την μη υπογραφή τού νομοσχεδίου με τούς νέους κώδικες.

 

Η μεγάλη δίκη με τις ροζ αποχρώσεις

     Η ίδια η Αγγελική Νίκλη, κατέθεσε στη μεγάλη δίκη, που έγινε τότε, ότι ο Ιωάννης «συνελήφθη» από το Νικόλαο και γεννήθηκε το Σεπτέμβριο. Αν βιάστηκε να κάνει το γάμο με τον Λεονταράκη και μάλιστα κρυφά, άν δέχτηκε να γίνει η βάπτιση τού παιδιού με το όνομα τού νέου της συζύγου, αν απέκρυψε την ημερομηνία γέννησής του (τον δήλωσε, ότι γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1807), όπως τής συνέστησαν οι επίτροποι, όλα ήταν προσποιητά, προκειμένου να σώσει τα δύο άλλα παιδιά της. Επίσης, κατέθεσε μαζί με το σύζυγό της, ότι είχαν πρόθεση να αναθρέψουν τον Ιωάννη και αργότερα (με την προσδοκία προφανώς τής γαλλικής νομοθεσίας, που δεν ήρθε ποτέ), από κοινού με το Διονύσιο και το Δημήτριο, να αναγνωριστούν αδέλφια και να μοιραστούν την περιουσία.

     Όπως είχε εκείνη τη στιγμή η νομοθεσία, ο κίνδυνος να μείνουν στο δρόμο οι νόθοι και να πάρει ολόκληρη την περιουσία ο Λεονταράκης ήταν πολύ μεγάλος. Σκοπός τους επομένως, ήταν τώρα ο Ιωάννης Λεονταράκης, τον οποίο έπρεπε πάσει θυσία να βγάλουν από τη μέση. Άρχισαν να διαδίδουν φήμες, πως ο Ιωάννης έκλεψε ρούχα φίλου του, ότι το πτυχίο του ήταν πλαστό κ.λπ.. Όταν τα έμαθε αυτά ο Ιωάννης, χολώθηκε και περνώντας από την Κέρκυρα θέλησε να ζητήσει διευκρινήσεις από το Διονύσιο. Εκείνος όμως, όταν τον καλησπέρισε ο Ιωάννης, προσπέρασε με αδιαφορία και περιφρόνηση, χωρίς να συζητήσει μαζί του. Ο Ιωάννης αποφάσισε να εκδικηθεί και πρόσθεσε δίπλα στο επώνυμό του και την επωνυμία «Σολωμός», με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ως Ιωάννης Λεονταράκης - Σολωμός.

   

     Αυτό ήταν η αφορμή για την έναρξη τής μεγάλης δίκης, αλλά και για τη συμπεριφορά τού Διονύσιου προς τη μητέρα του, που από τότε υπήρξε απότομη, αχαρακτήριστη και φοβερά σκληρή. Όταν ο αδελφός του τού έγραψε στα 1853, πως η μητέρα τους δυστυχούσε και πεινούσε, ο Σολωμός απάντησε μ΄ ένα φοβερό γράμμα, που ξαφνιάζει: «Δεν τής δίνω λεφτά! Ερώτησα τη συνείδηση μου, επάλεψα μέσα μου, αλλά δεν μπόρεσα να την συγχωρέσω τη μάνα αυτή... Δεν δίνω λοιπόν λεφτό!» (Κ. Καιροφύλλα: «Ο άγνωστος Σολωμός», σελ. 35). Εναντίον τής μητέρας του στράφηκε δικαστικά και κυριολεκτικά την πέταξε έξω από το σπίτι, που μέχρι τότε έμενε, διότι ήταν «σολωμαίικο». Μετά το θάνατο και τού δεύτερου συζύγου της η Αγγελική Νίκλη έμεινε με μια εγγονή της ζώντας με την οικονομική βοήθεια -όχι τού Διονυσίου, αλλά- τού Δημητρίου έως το θάνατό της, σε ηλικία 75 ετών).

     Ο Ιωάννης ήταν νομικός και γνώριζε, ότι ίσχυε η ενετική νομοθεσία μέχρι να ψηφιστούν οι νέοι κώδικες κι ότι η λύση θα δινόταν στο δικαστήριο. Ως μοιχογενή τέκνα ο Διονύσιος κι ο Δημήτριος δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην περιουσία. Μόνος κληρονόμος παρέμενε αυτός, που με τον επιγενόμενο γάμο τού Νικολάου και τής Αγγελικής αποκτούσε τα δικαιώματα τού γνήσιου κληρονόμου. Ο κίνδυνος, που διέτρεχαν τα δυο αδέλφια ήταν μεγάλος. Εκεί, που περίμεναν τη νομική επίλυση τού προβλήματος, η άρνηση τού Αρμοστή για την υπογραφή τού νομοσχεδίου δημιούργησε φοβερές καταστάσεις. Όλη αυτή την αγωνία εκφράζει ο Διονύσιος στα ποιήματα τής περιόδου 1833, ειδικότερα στην «Τρίχα».

     Πρώτη μέριμνα τού Ιωάννη στο δικαστήριο ήταν να αποδείξει, ότι ήταν νόμιμος γιος τού Νικόλαου, πράγμα, που διαβεβαίωσε και η μητέρα του Αγγελική. Ακολούθως, να ακυρώσει τις διαθήκες τού πατέρα του, διότι ήταν αντίθετες προς το ισχύον ενετικό δίκαιο, που όριζε, ότι τα νόθα τέκαν δεν είχαν κανένα κληρονομικό δικαίωμα. Το τρίτο που ζητούσε ήταν να θεωρηθούν νόμιμα τέκνα τού Νικολάου μόνον αυτός και ο Ροβέρτος, που είχε ήδη πεθάνει, οπότε θα καθίστατο αυτός ο μοναδικός κληρονόμος τής περιουσίας. Άν το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα τού Λεονταράκη και αναγνώριζε τούς άλλους δυο γιους ως νόθους, οι δυο αδελφοί θα έχαναν τα πάντα.

   

     Έτσι παρατηρούμε τούς δυο αδελφούς, Δημήτριο και Διονύσιο, από το ένα μέρος και τον άλλο αδελφό, τον Ιωάννη, από το 1833 και μέχρι να τελειώσει η διαδικασία και να εκδοθεί η οριστική απόφαση το 1838, να κάνουν κάθε προσπάθεια να πλησιάσουν άγγλους αξιωματούχους, να επηρεάσουν δικαστές, να δωροδοκούν και να διεξάγεται ένας μυστικός και βρώμικος αγώνας, για τον οποίο δεν θα πρέπει να είναι υπερήφανος ο εθνικός ποιητής. «Όμορφος κόσμος, ηθικός κι αγγελικά πλασμένος»... (Διονυσίου Σολωμού: «Εις Φραγκίσκα Φραίζερ, επίγραμμα».)

     Η από ακροατηρίου συζήτηση συγκλόνισε ολόκληρη την κοινωνία τής Ζακύνθου. Η δίκη, ομολογούσε ο ίδιος ο δικηγόρος των Σολωμών «εξήγειρεν ορμήν και αποτροπιασμόν γενικόν λόγω τής αισχρότητος κι ασεμνότητος των καταθέσεων». Το θέμα τής απόδειξης και για τις δύο τις αντιμαχόμενες πλευρές ήταν πολύ λεπτό. Οι αδελφοί Σολωμοί έπρεπε να αποδείξουν, ότι η μάνα τους είχε παράλληλες σχέσεις κι η μητέρα τον άνδρα ικανό, ενώ ήταν παράλυτος. Οι Σολωμοί έπεισαν τελικά το δικαστήριο, ότι ο Ιωάννης δεν μπορεί να  ήταν γιος τού Νικόλαου, καθ΄ ότι αυτός ήταν ήδη 70 ετών παράλυτος και η μάνα τους είχε ήδη σχέσεις με τον Εμμανουήλ, που έμενε στο ισόγειο. Το όλο θέμα έληξε αίσια για τούς δύο αδελφούς. Κέρδισαν τη δίκη και το 1841 ο Αρμοστής υπέγραψε τελικά τούς νέους κώδικες.

 

Μέθυσος

     Ο Διονύσιος εκείνη την εποχή είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Το ποτό τού είχε γίνει το μεγάλο πάθος. Ήταν αλκοολικός. «Ο αλκοολισμός προ παντός, ίσως και άλλαι παθολογικαί αλλοιώσεις, επέφερον την συγκέντρωσιν τού πάθους εις τον εγκέφαλον. Τον είχε καταλάβει μια ψυχική δειλία και για να την αποδιώκει κατέφευγεν εις το ποτόν.» (Μαρίνος Σιγούρος, «Πολίτης», τόμ. Α΄, σελ. 29.)

 

Λάδωνε και τούς κριτικούς

   

     Τι έλεγε ο ίδιος ο Σολωμός για τα έργα του: «Δεν είμαι τόσο παλαβός να μην το βλέπω, πως αν δεν είχα μια πεντάρα, οι πιο συνετοί κριτές στα Επτάνησα θα έβρισκαν τούς στίχους μου και τα πεζά μου όμοια με τού Ροΐδη. Κι επειδή έχω μια πεντάρα είναι πρόθυμοι να τα βρουν μάλλον καλά, ακόμα κι άν ήταν χειρότερα από το Ροΐδη.» («Πολίτης», τόμ. Γ΄, σελ. 275-276). (Δεν αναφέρεται στο γνωστό συγγραφέα τής «Πάπισσας Ιωάννας», Εμμανουήλ Ροϊδη, ο οποίος γεννήθηκε πολύ αργότερα. το 1836 στη Σύρο, αλλά σε ένα γνωστό του ζακυνθινό γιατρό - κακότεχνο ποιητή, τον οποίο σατυρίζει μάλιστα στα ποιήματά του «Το Ιατροσυμβούλιο», «Η Πρωτοχρονιά» και «Οι Κρεμάλες»).

      Από τα λίγα ποιήματα, που είχε δημοσιεύσει κι από τις κριτικές, που είχε «φροντίσει» να τύχουν, είχε γίνει γνωστός ως ποιητής ο Σολωμός. Η άποψη των συγχρόνων του στηριζόταν επομένως σε αυτά τα λίγα έργα και χάρη σ΄ αυτά είχε αποκτήσει τη φήμη, που τον συνόδευσε μέχρι τον θάνατό του. Όταν ο φίλος του, Ιάκωβος Πολυλάς, συνέλεξε μετά το θάνατο τού Διονυσίου, τα σκόρπια ποιήματα και τα εξέδωσε ως ενιαίο έργο, μεγάλη απογοήτευση κυρίευσε το ευρύ κοινό, όπως θα δούμε πιό κάτω.


Το τέλος

     Όσο περνούσαν τα χρόνια, γινόταν φανερή η ψυχική διαταραχή, που τον βασάνιζε. Διακατεχόταν από έντονες φοβίες, που τού δημιουργούσαν νευρικές κρίσεις. Έπινε. Έγραφε συνεχώς στον αδελφό του, στη Ζάκυνθο, ζητώντας να τού στείλει κρασί, το περίφημο «Βερντέα».

     Το τέλος τής δίκης τον βρήκε κουρασμένο. Σ΄ αυτό πρέπει να προσθέσουμε και τις αυπνίες του, τη δύσπνοια, τούς εφιάλτες του, που οδήγησαν μαζί με τα ψυχολογικά προβλήματα το Διονύσιο να γίνει ερείπιο. Ο Πολυλάς το ομολογεί: «Περιορίσθηκε κι απομονώθηκε περισσότερο από την κοινωνία. Από τότε πήραν ορμή όλα τ΄ άρρωστα μέσα του στοιχεία.» (Παλαμάς, σελ. λ΄-λα΄.)

    Η καθημερινή χρήση τού ποτού τον έκανε να πίνει και τα πιο ισχυρά οινοπνευματώδη. «Ούτος ο Διονύσιος Σολωμός, ως ηξεύρεις, προ πολλού έκαμε μεγάλη κατάχρησιν πνευματωδών ποτών» έγραφε σε επιστολή του ο ζακυνθινός ιστορικός Ερμάννος Λούντζης στο γιό του. Το 1851 έπαθε την πρώτη εγκεφαλική συμφόρηση. Τότε έγινε ακόμη περισσότερο ευερέθιστος. Διέκοψε τις σχέσεις του με τούς φίλους του, ακόμη και με τον Πολυλά, χωρίς να υπάρχει λόγος. Η ζωή του ήταν ψυχικά ανώμαλη. Το 1854 προσβλήθηκε από νέα συμφόρηση και τελικά το 1857 πέθανε μόνος σε ηλικία 59 ετών.

 

Απογοήτευση για το έργο του

     «Ο  ποιητής δεν τέλειωνε τα έργα του. Πάντα τα έγραφε και ποτές του δεν τα έγραψε», κατά την εύστοχη διατύπωση τού Βάρναλη. Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ποιητική δημιουργία, χωρίς να θεωρήσει τελειωμένο και δημοσιεύσιμο κανένα έργο του. Το ημιτελές έργο του, όταν πρωτοεκδόθηκε, εξέπληξε δυσάρεστα και προκάλεσε αμηχανία· οι εφημερίδες, που επαινούσαν «τον μεγαλύτερο έλληνα ποιητή», μετά το θάνατό του δεν έγραψαν τίποτα για την έκδοση των έργων. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια τού Βαλαωρίτη: Το 1857, μετά τον θάνατο τού Σολωμού, έγραφε στον Κωνσταντίνο Ασώπιο, ότι «εψεύσθησαν αι ελπίδες τού έθνους» και το 1877 έγραφε στον Ροΐδη, ότι ο Σολωμός άφησε πίσω του «έναν μόνο ύμνον και ολίγας ασυναρτήτους στροφάς». (Πολίτης 1958, 209.) Αρνητικές κρίσεις για τα ποιήματα τού Σολωμού διατύπωσε και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος στο δοκίμιό του «Πόθεν η κοινή λέξις "τραγουδώ";», το 1859.

   

     Η γλώσσα και η ποίηση τού Σολωμού όχι μόνο δεν ήταν ηρωικές, μα και πολύ κάτω από το μέτριο. Δεν γνώριζε τα ελληνικά κι έγραφε ανορθόγραφα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σήμερα, που επιχειρείται η ψηφιοποίηση τού έργου του, να μην προσφέρεται το έργο του για ψηφιακή επεξεργασία, όπως ομολογείται στην πρόσφατη έκδοσή τού βίου και τού έργου τού Σολωμού από τη Βουλή. (Ερατοσθένη Καψωμένου: «Διονύσιος Σολωμός (1798-1857). Ο βίος, το έργο, η ποιητική του», έκδ. Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2005, σελ. 40).

 

*       *       *

     Αναλυτική κριτική τού έργου τού Σολωμού θα παρουσιάσουμε σε επόμενο άρθρο τής «Ελεύθερης Έρευνας» (βλ. Άτεχνος λογοκλόπος).

 

 

     ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

     1. Ερατοσθένη Καψωμένου: «Διονύσιος Σολωμός (1798-1857). Ο βίος, το έργο, η ποιητική του», έκδ. Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2005.

     2. Ερατοσθένη Καψωμένου: «Ανθολόγιο θεμάτων τής σολωμικής ποίησης», έκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1998.

     3. Ερατοσθένη Καψωμένου: «Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση», έκδ. Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα, 1998.

     4. Κώστα Βάρναλη: «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική», έκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2000.

     5. Αντωνίου Μάτεσι: «Ο Σολωμός και η Ζάκυνθος», έκδ. Σακελλαρίου, Αθήνα, 1916.

     6. «Λεξικό Σολωμού»: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 1983.

     7. Γεωργίου Καπράνου: «Διονύσιος Σολωμός: Ο ποιητής τού Εθνικού Ύμνου», Ενημ. Δελτίο Εταιρίας Ελλήνων λογοτεχνών, τ. 1, Αθήνα, 2009.

     8. Δημητρίου Καπαδόχου: «Ο Σολωμός δέσμιος τού νομικού καθεστώτος τής εποχής του», Αθήνα, 1992.

     9. Λεωνίδα Χ. Ζώη: «Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου», Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα, 1963.

    10. Χρυσ. Τσικριτσή - Κατσανάκη: «Τα κρητικά οικογενειακά ονόματα Γριπάρης, Κάλβος, Παλαμάς, Ροΐδης, Σολωμός, Τυπάλδος και Φώσκολος», Αμάλθεια, τόμος 9ος, τεύχος 34, Άγιος Νικόλαος Κρήτης, Ιαν.-Μαρ. 1978.

     11. Στέργ. Σπανάκη: «Η οικογένεια των Σολομών τής Κρήτης», Κρητικά Χρονικά 12 (1958), 445-451.

     12. Βούλας Κόντη: «Τα εθνικά οικογενειακά ονόματα στην Κρήτη κατά τη Βενετοκρατία (13ος-17ος αι.)», Βυζαντινά Σύμμεικτα 8, www.byzsym.org.

    13. Benjamin Arbel: «The list of able-bodied Jews in the Cretan town of Chania (Canea), 1536», Συναγωγή Etz Hayyim, Χανιά, 2020.

     14. Σαμουήλ Ερμ. Μόρδου: «Οι Εβραίοι τής Ζακύνθου», Αθήνα, 2010.

     15. Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοπον- νήσου, 13ος-18ος αιώνας», έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987.

     16. Κώστα Κόμη: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Μάνης, 15ος-19ος αιώνας», έκδ. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα, 2005.

     17. Βούλας Κόντη: «Συμβολή στην ιστορική γεωγραφία τής Αρκαδίας (395-1209)», Βυζαντινά Σύμμεικτα 6.

    18. Δικαίου Β. Βαγιακάκου: «Οι Νίκλοι τής Μάνης, πρόγονοι τής Αγγελικής Νίκλη - Σολωμού»  (περ. Περίπλους, τ. 46/47).

     19. Κ. Παπαρρηγόπουλου: «Περί τής εποικήσεως σλαβικών τινων φύλων εις την Πελοπόννησον», έκδ. Καραβιά, Αθήνα, 1843.

     20. Κώστα Κόμη: «Μιά παράτολμη ερμηνεία τού “Πόρφυρα”», έκδ. Μαυρίδης, Αθήνα, 1951.

     21. «Περί τινα ψεύδη διαδοθέντα κατά τής πολιτικής πορείας τού Κομ. Δημητρίου Σολομού», Ζάκυνθος, 1857.

     22. Σίμου Μενάρδου: «Δυο ζακυνθηνοί ποιηταί», ανατύπωση από τα «Παναθήναια», Αθήνα, 1910.

     23. Γιάννη Πομόνη - Τζαγκλαρά: «Ιστόρημα. Τα χειρόγραφα τού Δ. Σολωμού - Μιά περιπέτεια», Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΚΓ΄ 5-6, Ζάκυνθος, φθινόπωρο 2003.

     24. Ανδρέα Ριζόπουλου: «Συναισθηματισμός και Ιστορία ή ήταν ο Σολωμός τέκτονας;», Επτανησιακά Φύλλα, τόμος ΚΗ΄ 3-4, Ζάκυνθος, φθινόπωρο - χειμώνας, 2008.

     25. Leo Taxil: «Τα μυστήρια των μασόνων», Αθήνα, 1971.

     26. Ανδρέα Ριζόπουλου: «Τεκτονισμός στα Ιόνια», ιστοσελίδα τής ζακυνθινής τεκτονικής στοάς «Αστήρ τής Ανατολής».

     27. Ντίνου Κονόμου: «Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του», έκδ. Βιβλιοθήκης τής Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 1984.

     28. Αγγ. Καραβουρνιώτη: «Το θρησκευτικό στοιχείο στο έργο τού Διονυσίου Σολωμού», περ. «Δάφνη», τ. 18, Αθήνα, 2007.

     29. Π.Β. Πάσχου: «Ο Σολωμός μέσα στο φως τής Ορθοδοξίας», έκδ. «Αρμός», Αθήνα, 1999.

     30. Ηρ. Ρεράκη: «Θρησκευτικά και πολιτισμικά πρότυπα στο έργο τού Σολωμού», έκδ. «Γρηγόρης», Αθήνα, 2003.

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


1 ΣΧΟΛΙΑ

  • Ανώνυμος 36190

    20 Δεκ 2015

    Μάλιστα. Σίγουρα ήταν Εβραίος ο Σολωμός, αφού σε όλα τα ποιήματά του δόξαζε τον Γιαχβέ και τα κατορθώματα του περιούσιου εβραϊκού λαού. Και μάλιστα με μάνα σλάβα, την Λουντμίλα Νίκλιτς, άρα και με μητρική γλώσσα του την σλαβική, όπως μαρτυρούν τα πολυάριθμα χειρόγραφα ποιήματά του σε άπταιστη βουλγαρική, και μάλιστα γραμμένα με ορθογραφημένη και καλλιγραφημένη κυριλλική γραφή, τα οποία ακόμη αναζητούν ματαίως οι ερευνητές.

    Περί σολωμικής αν-ορθογραφίας, δες, μεταξύ άλλων:
    Ιωάννη Βηλαρά, Η ρομέηκη γλόσα.
    Βηλαράς, Ψαλίδας, Χριστόπουλος κ.α. Η δημοτικιστική αντίθεση στην κοραϊκή «μέση οδό», Οδυσσέας, 1981.
    Επίσης, τον τρόπο γραφής του Ψαλίδα, του Χριστόπουλου και πολλών άλλων δημοτικιστών της εποχής.