Ο ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΣ
ΚΑΤΗΦΟΡΟΣ
ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ

Ιδεολογική ταυτότητα
της πλειοψηφίας των ρωμιών

Μέλη της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας
χαιρετώντας με το χιτλερικό-ναζιστικό χαιρετισμό.
1936, Κιλκίς.



Για όσους έχουν ζήσει την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας 1967-1974, καθώς και την περίοδο της μεταπολίτευσης, όπως εγώ, η κατακόρυφη άνοδος του εθνικισμού στην Ελλάδα μετά την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων από το 1990 κι έπειτα, δεν ήταν κάτι αναμενόμενο και εύκολο να το «χωνέψουν». Ήταν δύσκολο να φανταστούμε, ότι μέσα σε 16 χρόνια, δηλαδή από το 1974 ως το 1990, ο εθνικισμός θα γινόταν από απεχθής ιδεολογία των δικτατόρων ταυτισμένη με την καταπίεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα βασανιστήρια, ιδεολογική ταυτότητα της πλειοψηφίας των Ελλήνων, κάτι που επιδίωξε η στρατιωτική δικτατορία με όλα τα μέσα. Πιστεύαμε στην στοιχειώδη ιστορική μνήμη.

Η ιστορική πραγματικότητα απέδειξε ότι ακόμα και μόνο 16 χρόνια ήταν αρκετά να σβηστεί η μνήμη μιας ολόκληρης εφτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας και η ιδεολογία της δικτατορίας από απεχθής, τουλάχιστον για την αριστερά, μέχρι αδιάφορη, τουλάχιστον για την νεολαία της εποχής, θα γινόταν βασικό συστατικό του αυτοπροσδιορισμού της πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Και σε αυτό δεν συνετέλεσε μόνο η ακροδεξιά θεώρηση της ιστορίας, την οποία προώθησε η δικτατορία και οι μετά από αυτήν συντηρητικές κυβερνήσεις. Συνετέλεσε και η αριστερά, η οποία ήδη από την στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο που αποσκοπούσε να διασώσει τους Τουρκοκύπριους από την εθνοκάθαρση, την οποία τους επεφύλασσε η δικτατορία του πραξικοπηματία ακροδεξιού Σαμψών, τάχθηκε ανοιχτά κατά των Τουρκοκυπρίων και ενοχοποίησε τις Η.Π.Α. γιατί δεν εμπόδισαν την στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας. Μάλιστα, η Ε.Ο. 17 Νοέμβρη προχώρησε και στην εκτέλεση του σταθμάρχη της C.I.A. στην Ελλάδα Ρίτσαρντ Γουέλς, δικιολογώντας την σαν απάντηση στην εφτάχρονη στρατιωτική δικτατορία και την στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο. Για την άκρα αριστερά της εποχής, δηλαδή, ο κύριος αίτιος της στρατιωτικής δικτατορίας δεν ήταν οι Έλληνες, ούτε της επέμβασης της Τουρκίας στην Κύπρο οι Ελληνοκύπριοι, αλλά οι ξένοι.

Ο ακροδεξιός δεσπότης, στενός συνεργάτης του Ναπολέοντα Ζέρβα στην εθνοκάθαρση των Τσάμηδων, Σεραφείμ διορίστηκε αρχιεπίσκοπος και η στροφή προς τα δημοτικά τραγούδια, τα οποία ήταν σήμα κατατεθέν της στρατιωτικής δικτατορίας, διαφημίστηκαν από την αριστερά σαν «επιστροφή στις ρίζες». Η συμμετοχή της αριστεράς στην προετοιμασία της κορύφωσης του εθνικισμού μετά το 1990 είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε δεν αντέδρασε μαζικά στην άρνηση της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αναγνωρίσει την Μακεδονική μειονότητα και την επιστροφή στην Ελλάδα των Μακεδόνων προσφύγων του Εμφυλίου Πολέμου 1946- 1949, μολονότι γνώριζε ότι αυτοί είχαν αποτελέσει ίσως και την πλειοψηφία των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας κατά τις τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις, με την ελπίδα ότι αν κέρδιζε ο Δημοκρατικός Στρατός θα γλύτωναν την εθνοκάθαρση, την οποία είχαν υποστεί οι Αλβανοί Μουσουλμάνοι Τσάμηδες και η οποία προορίζονταν και για τους Μακεδόνες. Ακόμα και σήμερα το Κ.Κ.Ε. δεν αναγνωρίζει Μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα, μολονότι χιλιάδες Μακεδόνες έχασαν την ζωή τους πολεμώντας στις γραμμές του Δ.Σ.Ε. που ελέγχονταν από το Κ.Κ.Ε.


Το έναυσμα για την ιλιγγιώδη άνοδο του εθνικισμού στην Ελλάδα μετά το 1990 ήταν το άνοιγμα των συνόρων μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας και η μαζική μετανάστευση Αλβανών στην Ελλάδα. Επικεντρώθηκε γύρω από την εθνικιστική οργάνωση «Ομόνοια» της Ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας και οι Αλβανοί μετανάστες άρχισαν να διακρίνονται σε Έλληνες μειονοτικούς της Αλβανίας, που αποκαλούνταν Βορειοηπειρώτες και τους παραχωρήθηκε πληθώρα δικαιωμάτων και σε Αλβανούς, στους οποίους δεν αναγνωρίζονταν κανένα δικαίωμα και οι οποίοι θεωρήθηκαν σαν κατώτερη φυλή, η οποία από την φύση της έρεπε προς το έγκλημα. Μάλιστα, από το βαθύ κράτος της Ελλάδας ευνοήθηκαν οι ακραίοι Έλληνες εθνικιστές του Μετώπου Απελευθέρωσης της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι επιδιώκοντας την προσάρτηση της Νότιας Αλβανίας στην Ελλάδα σαν Βορείου Ηπείρου, παραβιάσανε τα Αλβανικά σύνορα και σκότωσαν δύο Αλβανούς στρατιώτες, ενώ ένας Έλληνας πιλότος της πολεμικής αεροπορίας παραβίασε τον εναέριο χώρο της Αλβανίας και έριξε χιλιάδες προκηρύξεις εθνικιστικού περιεχομένου στην Αλβανία.

Παράλληλα, η έκρηξη του εμφυλίου πολέμου στην τότε Γιουγκοσλαβία, ο οποίος κλιμακώθηκε με την εθνοκάθαρση των Βόσνιων Μουσουλμάνων που επιχείρησαν οι Χριστιανοί Σερβοβόσνιοι, ένωσε όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα της Ελλάδας κάτω από την σημαία του ευλογημένου από την Ορθόδοξη Εκκλησία εθνικισμού, ο οποίος έφτασε σε σημείο να υποστηρίξει τόσο πολύ την εθνοκάθαρση της Βοσνίας από τους Μουσουλμάνους κατοίκους της ώστε ο πρωτεργάτης της εθνοκάθαρσης Σερβοβόσνιος εγκληματίας πολέμου Ράντοβαν Κάρατζιτς έγινε ενθουσιωδώς δεκτός σαν τιμώμενο πρόσωπο από όλα τα κόμματα σε ειδική εκδήλωση γι’ αυτόν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Ταυτόχρονα, το ελληνικό κράτος κινητοποίησε εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτών που αρνούνταν στην γειτονική Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας να λέγεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, πετυχαίνοντας έτσι να αποδείξει ότι ο εθνικισμός της δεκαετίας του 1990 δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τον εθνικισμό της εφτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας, η οποία έφτασε να καταστρέψει οποιοδήποτε μνημείο του Μακεδονικού πολιτισμού με αποκορύφωμα την κατεδάφιση του καθεδρικού ναού της Φλώρινας.

Και τότε η ελληνική αριστερά δεν έμεινε πίσω στην υποστήριξη του ελληνοχριστιανικού εθνικισμού, όταν κατά το τέλος της δεκαετίας του 1990 πρωταγωνίστησε σε αντινατοϊκές και αντιαμερικανικές εκδηλώσεις, όταν το Ν.Α.Τ.Ο. επενέβη στρατιωτικά ενάντια στην πολεμική προσπάθεια των Σέρβων, η οποία αποσκοπούσε στην εθνοκάθαρση του Κοσόβου από τους Μουσουλμάνους Αλβανούς κατοίκους του.


Ο γενικά αποδεκτός επιθετικός ελληνοχριστιανικός εθνικισμός ήταν αδύνατο να μην βρει την παραμικρή αντίδραση από κάποιους Έλληνες, έστω και ελάχιστους, οι οποίοι θεώρησαν ότι η ιστορική αλήθεια ήταν τότε περισσότερο παρά ποτέ απαραίτητο να διαδοθεί, προκειμένου να εμποδιστεί, έστω και ελάχιστα, ο εθνικιστικός κατήφορος της ελληνικής κοινωνίας. Η διάδοση αυτής της αλήθειας ενέπνευσε τους κορυφαίους αντιεθνικιστές συγγραφείς της εποχής, τον Γιώργο Νακρατζά και τον Δημήτρη Λιθοξόου να γράψουν τα εξαιρετικά βιβλία τους που αποδείκνυαν ότι οι Έλληνες ήταν σύμμικτος εθνολογικά λαός και όσοι υποστήριζαν το αντίθετο δεν είχαν σχέση με την ιστορία αλλά την εθνικιστική προπαγάνδα. Επίσης έβαζαν σε σωστές ιστορικές διαστάσεις την λεγόμενη Μικρασιατική Καταστροφή ο πρώτος και τον λεγόμενο Μακεδονικό Αγώνα ο δεύτερος. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν αργότερα, στην προσπάθεια τους να είναι αντικειμενικοί, και οι Τάσος Κωστόπουλος και Γιώργος Μαργαρίτης, όπως ίσως και άλλοι λιγότερο γνωστοί σε μένα.

Όμως, η απήχηση που είχαν αυτοί οι συγγραφείς και όσοι άλλοι προσπάθησαν να είναι αντικειμενικοί, ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την απήχηση του εθνικισμού, ο οποίος, ιδιαίτερα στην παιδεία, πήρε παντού το προβάδισμα, όπως απέδειξαν οι Άννα Φραγκουδάκη και η Θάλεια Δραγώνα με τα βιβλία τους. Ακόμα και οι αλβανικής καταγωγής Έλληνες, οι Αρβανίτες, που σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς αποτέλεσαν και την πλειοψηφία των κατοίκων του ελληνικού κράτους, όταν αυτό ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα και σίγουρα σαν πολεμιστές πρωταγωνίστησαν στην δημιουργία του, παρασύρθηκαν τόσο πολύ από τον ελληνοχριστιανικό εθνικισμό που αντιμετώπισαν τους ομοεθνείς τους Αλβανούς μετανάστες της δεκαετίας του 1990 σαν αλλοεθνείς και κατώτερη φυλή. Δηλαδή, οι Αρβανίτες της Ελλάδας εκδήλωσαν απέναντι στους Αλβανούς μετανάστες έναν τέτοιο ρατσισμό, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τον ρατσισμό των Ελλήνων διαφορετικής εθνολογικής καταγωγής, όπως οι Βλάχοι κλπ. Μολονότι ήδη κυκλοφορούσαν τότε αρκετά σημαντικά βιβλία που αποδείκνυαν την στενή εθνολογική σχέση μεταξύ των Ελλήνων Αρβανιτών και των Αλβανών, όπως για παράδειγμα το «Αρβανίτες» του Κώστα Μπίρη και το «Αρβανίτες» του Αριστείδη Κόλλια.

Μια τέτοια επέλαση του εθνικισμού και του ρατσισμού στην Ελλάδα, ο οποίος άρχισε να αποκτάει και ιδιαίτερη κομματική παρουσία, πρώτα με το κόμμα Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός και κατόπιν με το κόμμα Χρυσή Αυγή, ήταν αδύνατο να μείνει αναπάντητη, τουλάχιστον από τους εθνικιστές στις γειτονικές Βαλκανικές χώρες. Αυτοί ευνοώντας την εθνική υπερηφάνεια των συμπατριωτών τους, την οποία οι Έλληνες καταπατούσαν τόσο ωμά και πολλές φορές πολύ βίαια, όπως με το πογκρόμ κατά των Αλβανών του Σεπτέμβρη του 2004, συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί κάποιο αξιόλογο αριθμητικά αναγνωστικό κοινό, για όσους επιστήμονες των γειτονικών μας Βαλκανικών χωρών ήθελαν να ασχοληθούν με την ιστορία των σχέσεων του έθνους τους με το Ελληνικό έθνος. Άλλωστε στις συνειδήσεις πολλών πολιτών των γειτονικών μας χωρών, όπως η Αλβανία και η (τότε) Δημοκρατία της Μακεδονίας, υπήρχαν ακόμα ανοιχτές πληγές από τις εθνοκαθάρσεις που είχαν γίνει εναντίον των οικογενειών τους και από τις απαλλοτριώσεις των περιουσιών τους κατά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Έτσι οι δημοσιογράφοι και οι ιστορικοί των γειτονικών μας αυτών χωρών ενθαρρύνθηκαν και εστιάσανε στην πρόσφατη ιστορία των σχέσεων των εθνών τους με την Ελλάδα και άρχισαν στις χώρες αυτές να εκδίδονται και να κυκλοφορούν βιβλία με θέμα αυτές τις σχέσεις, τα οποία είχαν ευρύτερη απήχηση, από ότι θα είχαν αν ακόμα σε αυτές τις χώρες επιβίωναν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα που έκρυβαν τις εθνικές διαφορές «κάτω από το χαλί». Αυτά τα βιβλία θα μπορούσαν να αναδειχτούν σε πολύτιμα εργαλεία για τους φιλαλήθεις Έλληνες ιστορικούς και για οποιουσδήποτε Έλληνες θέλουν να σκέπτονται ελεύθερα, επειδή περιέχουν δυσεύρετα στοιχεία για την πρόσφατη ελληνική ιστορία, ακόμα και δυσπρόσιτα στο ευρύ ελληνικό κοινό, γιατί τα στοιχεία αυτά είναι γραμμένα σε ελάχιστα γνωστές γλώσσες στους Έλληνες της Ελλάδας, όπως η Αλβανική και η Μακεδονική. Και όμως σπάνια ή καθόλου δεν μεταφράζονται και δεν εκδίδονται στην Ελλάδα, γιατί οι μεταφραστές ξέρουν ότι είναι απίθανο Έλληνες εκδότες να τολμήσουν να εκδώσουν βιβλία που θα προσελκύσουν όχι μόνο την εχθρότητα σχεδόν της ολότητας των Ελλήνων αναγνωστών αλλά και θα προκαλέσουν δικαστικές περιπέτειες με κατάληξη βαριά πρόστιμα και ποινικές κυρώσεις. Ήδη εδώ και χρόνια αντιμετωπίζεται σαν ποινικό αδίκημα στην Ελλάδα η αμφισβήτηση της «γενοκτονίας των Ποντίων».

Σε αυτά τα βιβλία μπορούμε κατά την γνώμη μου να κατατάξουμε τα βιβλία του Άρμπεν Λάλλα, ο οποίος, επειδή δεν εξαρτάται ούτε από το ελληνικό κράτος οικονομικά σαν δημόσιος υπάλληλος (καθηγητής στη μέση ή στην ανώτατη εκπαίδευση κλπ.) ούτε από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό (που κατευθύνεται από τα Ελληνικά Μ.Μ.Ε.) ούτε από την ελληνική Δικαιοσύνη (που καταδικάζει τους «αντεθνικώς δρώντες»), τολμάει να πει πράγματα που προσελκύουν το μίσος των Ελλήνων εθνικιστών και της Ορθόδοξης Εκκλησίας που τους ενθαρρύνει και τους ευλογεί. Ιδιαίτερα το ζήτημα της εθνοκάθαρσης της Τσαμουριάς από τους Μουσουλμάνους Αλβανούς Τσάμηδες, την οποία διέπραξε ο Ε.Δ.Ε.Σ. σε συνεργασία με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, είναι ένα ζήτημα το οποίο, όποιος Έλληνας τολμήσει να το θέσει στις πραγματικές του ιστορικές διαστάσεις, θα στοχοποιηθεί από το βαθύ κράτος και τους Έλληνες φασίστες που έχουν την δυνατότητα ακόμα και να εγκληματούν ατιμώρητα, όπως κάνουν στα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Στο παρελθόν αυτοί μέχρι και επιστημονικό συνέδριο που γινόταν στο Πάντειο πανεπιστήμιο είχαν διαλύσει, επειδή διαπραγματεύονταν το ζήτημα των Τσάμηδων. Όποιος στην Ελλάδα τολμήσει να παραδεχτεί την εθνοκάθαρση που υπέστησαν οι Τσάμηδες, αν δεν θέλει να στοχοποιηθεί και να διωχτεί, θα πρέπει να την δικιολογεί σαν συνέπεια της συνεργασίας τους με τον ιταλικό και του γερμανικό στρατό κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επειδή κάποιοι από αυτούς συνεργάστηκαν, λες και δεν συνεργάστηκαν Έλληνες με τους κατακτητές ή δεν υπήρξαν Τσάμηδες που πολέμησαν στις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. κατά των κατακτητών. Λες και η Ελληνική Χωροφυλακή και τα Τάγματα Ασφαλείας που συνεργάστηκαν άμεσα με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς κατακτητές δεν ήταν Έλληνες και, αν ήταν, έπρεπε να σφαγούν ή να εκδιωχθούν όλοι οι Έλληνες από την Ελλάδα σαν συνεργάτες των κατακτητών! Είναι ντροπή για κάποιον ιστορικό που σέβεται τον εαυτό του να δικιολογεί οποιαδήποτε εθνοκάθαρση, ιδιαίτερα όταν αυτή παίρνει την μορφή γενοκτονίας, δηλ. όποιος δεν καταφέρει να διαφύγει σκοτώνεται.

IMAGE DESCRIPTIONΣτην Ελλάδα, τον τελευταίο λόγο στα ζητήματα ιστορίας τον έχει το εθνικιστικό βαθύ κράτος, που φτάνει σε σημείο να αποσύρει από τα σχολεία ακόμα και όποιο σχολικό βιβλίο αμφισβητεί την εθνικιστική θεώρηση της Ελληνικής ιστορίας ή την αξιοπιστία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα επιστημονικά ζητήματα. Και όποιος τολμήσει να συγκρουστεί μαζί του θα στοχοποιηθεί όχι μόνο από τα Μ.Μ.Ε. αλλά και από τις φασιστικές συμμορίες που λυμαίνονται πολλά ελληνικά σχολεία. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να τολμήσει κάποιος να υποστηρίξει ότι έγινε γενοκτονία σε βάρος των Τσάμηδων, όπως ψήφισε πριν από χρόνια η αλβανική Βουλή;

Έτσι, στην Ελλάδα, φτάνουμε στο σημείο να ενημερωνόμαστε για την ιστορία της από βιβλία και δημοσιεύματα που εκδίδονται και βλέπουν το φως στο εξωτερικό, όπως γινόταν στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας 1967-1974, όπως φαντάζομαι γίνεται και σήμερα στο Ιράν με βιβλία και δημοσιεύματα που καταφέρονται κατά του προφήτη Μωάμεθ. Ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν περιουσίες μειονοτήτων, σαν της μειονότητας των Μουσουλμάνων Αλβανών Τσάμηδων και των Μακεδόνων προσφύγων του Εμφυλίου Πολέμου, τις οποίες διεκδικούν να πάρουν πίσω οι απόγονοι των θυμάτων των εθνοκαθάρσεων. Οι Έλληνες που οικειοποιήθηκαν τις περιουσίες των Τσάμηδων και των Μακεδόνων είναι οι πρώτοι που θα στοχοποιήσουν και θα πολεμήσουν αυτούς που με τα βιβλία τους δικιολογούν την επιστροφή αυτών των περιουσιών.

Ένα τέτοιο βιβλίο είναι αυτό που επέλεξα να μεταφράσω, εντελώς αφιλοκερδώς, γιατί αμφισβητώ τον ελληνικό εθνικισμό και θεωρώ ότι πρέπει να κάνω το παν να αποκαλυφθούν τα εγκλήματά του, ιδιαίτερα όταν φτάνουν στο επίπεδο της γενοκτονίας, όπως της γενοκτονίας των Μουσουλμάνων και των Εβραίων της Πελοποννήσου το 1821-1828 και των Μουσουλμάνων και των Εβραίων της Δυτικής Ελλάδας στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η τελευταία είναι η τελευταία γενοκτονία που κατάφεραν να ολοκληρώσουν οι Έλληνες, συνεργάτες των κατακτητών στην δεδομένη περίπτωση, όπως τους χαρακτήριζε το Ε.Α.Μ. και το Κ.Κ.Ε. εκείνη την εποχή, και επειδή οι απόγονοί τους κυριαρχούν ακόμη στο Ελληνικό βαθύ κράτος και καθορίζουν πίσω από την βιτρίνα της πολιτικής ζωής την πραγματική πορεία αυτής της χώρας, η αποκάλυψη της αλήθειας γι’ αυτήν την γενοκτονία είναι για μένα μια πράξη υψίστης ηθικής και πολιτικής σημασίας, εκτός από φόρος τιμής στην ιστορική επιστήμη. (Πρόλογος του μεταφραστή του βιβλίου του Άρμπεν Π. Λάλλα: «Οι έλληνες συνεργάτες των κατακτητών, οργανωτές και οι πρωτεργάτες της γενοκτονίας των τσάμηδων», έκδ. Λούμα Γράφικ, Τέτοβο, 2022).




Διαβάστε ακόμα:
Η γενοκτονία της Τσαμουριάς.
The genocide in Chameria.




Διαβάστε online και κατεβάστε
ολόκληρο το βιβλίο του Άρμπεν Π. Λάλλα:
«Οι έλληνες συνεργάτες των κατακτητών, οργανωτές και οι πρωτεργάτες της γενοκτονίας των Τσάμηδων»
δωρεάν κάνοντας κλικ εδώ.
(172 σελίδες, αρχείο PDF, 8.34 MB).