Αφιέρωμα
της «Ελεύθερης Έρευνας»
στο '21

 

 
«Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας,
έν τινι αξιολόγω πονηματίω επιγραφομένω: "Η κατά τον ιζ΄αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής" διατείνεται εν σελ. 14, ότι το γνωστόν Καρυοφύλλι ονομάσθη ούτω από του εν Βενετία οπλοποιού Carlo figlio (Καρόλου υιού). Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις, αλλ’ ουδόλως ευάρεστος.

»Τολμώ μάλιστα, να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται οιωδήποτε η δια τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι’ ων ετράφημεν...»


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης,
Αθανάσιος Διάκος.
Αστραπόγιαννος, Αθήνα, 1867, 64-66.



 




Βλάχοι,
αρβανίτες, ανατολίτες,
βορειο-
αφρικανοί κ.ά.

Οι σημερινοί χριστιανοί κάτοικοι του ελλαδικού χώρου, που μιλούν ρωμέικα (τα λένε ελληνικά) δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων ελλήνων, των αθηναίων, της δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ..

Είναι επήλυδες, βαλκάνιοι, ανατολίτες, βορειοαφρικανοί και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη της οθωμανικής κουλτούρας.

Έμαθαν να επιβιώνουν σε αυτοκρατορίες δεσποτικές (βυζάντιο, οθωμανική περίοδο) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή του δυτικού κόσμου...



 



Τα πραγματικά αίτια
και οι βαρβαρότητες
της εκστρατείας
του Μεγάλου Αλεξάνδρου

 

 
Ο Μ. Αλέξανδρος διέλυσε την αυτοκρατορία του Κύρου, αλλά συγχρόνως αφάνισε και τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Λεηλάτησε τους θησαυρούς της Ασίας και τυράννησε τους λαούς περισσότερο από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών.

Αυτός άλλωστε ήταν ο πρωταρχικός σκοπός της εκστρατείας. Η λαφυραγωγία. Απαραίτητη για την ισχύ και τον τρυφηλό βίο του βασιλικού οίκου και τον πλουτισμό των ευνοουμένων του...


 



Η θρησκευτική
πίστη
δεν αποτελεί προϋπόθεση
για την υγιή ευημερία
των κοινωνιών


Yπάρχει μια κοινή πεποίθηση, την οποία μοιράζονται οι οπαδοί των διαφόρων θρησκειών, ότι η λατρεία του Θεού και η υπακοή στα κελεύσματα της θρησκείας θεωρούνται ουσιώδη για μια υγιή και ειρηνική κοινωνία, ενώ όταν ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων μιας κοινωνίας απορρίψει το Θεό, τότε θα επέλθει η αποσύνθεσή της.

Σε περίπτωση, που η θρησκευτική αυτή θεωρία, του ότι η τυχόν απομάκρυνση από το Θεό είναι η αιτία για όλα τα κακά της κοινωνίας είναι σωστή, τότε θα έπρεπε να αναμένουμε τα περισσότερο θρησκευόμενα έθνη στη Γη να είναι οι προμαχώνες του εγκλήματος, της φτώχειας και των ασθενειών και τα πρότυπα των υγιών κοινωνιών. Η σύγκριση των άθρησκων εθνών όμως, με τα περισσότερο θρήσκα αποκαλύπτει μια πολύ διαφορετική κατάσταση...



 



Η λέξη καρκίνος στις μέρες μας έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη. Μόνο το άκουσμά της αρκεί για να σπείρει τον τρόμο και τον πανικό.

Φανταστείτε αν ο γιατρός σας μετά από κάποια εξέταση, σας ανακοίνωνε, ότι έχετε καρκίνο. Στην κυριολεξία θα άνοιγε η γη να σας καταπιεί, θα παραλύατε από τον φόβο σας και θα πιστεύατε, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα πεθαίνατε.

Θα δεχόσασταν ό,τι θα σας έλεγαν οι «ειδικοί», νοιώθοντας αδαής και άσχετος για την ίδια σας την ασθένεια. Δεν θα είχατε καμία άποψη για την πορεία και την εξέλιξη της ασθένειάς σας, καμία επιλογή για το τι αγωγή θα λαμβάνατε, για το αν θα κάνατε χημειοθεραπεία ή όχι, για το αν θα σας χειρουργούσαν, αν θα ακρωτηρίαζαν κάποιο πάσχον μέλος σας. Όλα αυτά θα τα αποφάσιζαν οι γιατροί σας ακολουθώντας το «πρωτόκολλο του καρκίνου» χωρίς να σας ρωτήσουν, απλά θα σας τα ανακοίνωναν!

Θα ξυπνάγατε απ΄το χειρουργείο και θα σας έλειπε το στήθος σας, το νεφρό σας, ο μισός πνεύμονάς σας, ή κάποιο άλλο όργανό σας και δεν θα μπορούσατε παρά να συναινέσετε με την αφαίρεση αυτή. Θα ακολουθούσαν ατελείωτες χημειοθεραπείες και ακτινοβολίες, επειδή «έτσι θα έπρεπε». Θα έπεφταν οι τρίχες του σώματός σας, τα νύχια σας και θα είχατε τεράστιες επιπλοκές και παρενέργειες. Εσείς, απλά θα δείχνατε την απόλυτη εμπιστοσύνη στις γνώσεις και στις μεθοδολογίες της συμβατικής Ιατρικής σιωπηλά και στωικά χωρίς άποψη και δυνατότητα επιλογής, αφού σας έχουν ήδη πείσει μέσω της πληροφόρησης, που έχετε λάβει από τα Μ.Μ.Ε. και τους γιατρούς σας, ότι αυτοί και μόνον αυτοί μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον καρκίνο…

Είναι όμως, αυτή η πραγματικότητα;



 





«(Ο έρωτας μεταξύ άνδρα και γυ-
ναίκας) είναι παλλαϊκός...
αυτός ακριβώς χαρακτηρίζει τους
ανθρώπους, τους χωρίς ιδιαίτερη
ανάπτυξη...


»(Αφορά) μάλλον στην απόλαυση
των σωμάτων, παρά των ψυχών.
Και μάλιστα (εκείνες τις γυναίκες
και τα νεαρά παιδιά), που δια-
κρίνονται για υπερβολική βλακεία...

»Δείτε, αντιθέτως, την Ουράνια Α-
φροδίτη, που δεν προέκυψε από
την συμμετοχή άρρενος και θήλεος,
αλλά μόνον εκ του άρρενος...
πώς στερείται παραφοράς...

»Έτσι, όσοι εμπνέονται από το
αρσενικό φύλο, ερωτεύονται το
φύλο, το οποίο εκ φύσεως έχει
μεγαλύτερη ρώμη και περισσό-
τερη ευφυία
».

Πλάτωνα, «Συμπόσιο», 181b-c



 



Πατριωτισμός, εθνικά οράματα,
μεγαλοϊδεατισμοί κ.λπ. κ.λπ.
στα διάφορα έθνη-κράτη


Ο τρόπος, με τον οποίο συγκροτή-
θηκαν ιστορικά τα έθνη, έπλασε εθνικές ιδέες, που έχουν σε κάθε κράτος συνθέσει μια εθνική ιστορία δεδομένη και μοναδική. Η ιστορία αυτή προάγει τις ομοιότητες στο εσωτερικό και τις διαφορές στο εξωτερικό, ενώ αποδίδει σε κάθε έθνος δίκαια, τα οποία δεν αναγνωρίζει στους «άλλους». Συγκροτεί έτσι, μια κλειστή και γραμμική ιστορική αφήγηση, που περιστρέφεται γύρω από το ένδοξο παρελθόν κάθε μοναδικής και ιδιαίτερης εθνικής ομάδας, την οποία περιγράφει σαν ομοιογενή και αναλλοίωτη ουσία.

Σε κάθε κράτος οι έννοιες έθνος, πατρίδα και πατριωτισμός έχουν φορτιστεί μέσα στην ιστορική διαδρομή με τόσο γιγάντιο ηθικό βάρος, που έχουν γίνει αξίες μεγάλης και αδιαπραγμάτευτης ιδεολογικής σημασίας. Έτσι, στα σχολεία όλων σχεδόν των χωρών...



 



Από τον
«νεοελληνικό διαφωτισμό»
βλάστησαν ελληνοχριστιανισμός,
εθνικισμός και μεγαλοϊδεατισμός

Αδ. Κοραής:
Ο πραγματικός πατέρας
της ιδεολογικής μας σχιζοφρένειας


Μερικές δεκαετίες πριν από το '21, ο Αδαμάντιος Κοραής ξέθαψε αυθαίρετα και επέβαλε σιγά-σιγά την ξεχασμένη για αιώνες λέξη «έλληνας» χωρίς να απορρίψει βέβαια, το χριστιανισμό. Είχε την πεποίθηση, ότι έτσι θα μας έφερνε πιο γρήγορα κοντά στα κείμενα των αρχαίων ελλήνων και θα γινόταν μια ταύτιση, συγκλονιστική για τον μέσο κάτοικο του ελλαδικού χώρου (αρβανίτη, βλάχο, βορειοαφρικανό, ανατολίτη κ.λπ.), ότι είναι δήθεν απόγονος αυτού, που έφτιαξε τον Παρθενώνα και όλα τα λαμπρά μνημεία.

Η ιδέα έπιασε γρήγορα. Από τότε, όλο και περισσότεροι ρωμιοί άρχισαν να συνδέουν τους εαυτούς τους με κάποιο φανταστικό παρελθόν και να ανακαλύπτουν τους «αρχαίους προγόνους». Κολακεύονταν να έχουν την ψευδαίσθηση, πως ήταν τάχα απόγονοι των αρχαίων ελλήνων.

Η περίοδος του '21 επομένως, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο. Όχι βέβαια, επειδή έγινε κάποια δήθεν «ελληνική επανάσταση» -πλιάτσικο χριστιανικών συμμοριών, αρβανιτών στην πλειοψηφία τους, ήταν στην πραγματικότητα εξάλλου, όπως έχουμε δείξει στο Αφιέρωμα 1821: Η αποστασία των ρωμιών-, αλλά γιατί κατά τη σύντομη εκείνη περίοδο, οι ρωμιοί υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας με την καθοδήγηση του Κοραή και των άλλων εκπροσώπων του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού» μεταλλάχτηκαν σε «έλληνες»...

 



 


      

Read articles in English


ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΖΑΡΗ
 
ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ 1821
Η αποστασία των ρωμιών

Το ’21 δεν έγινε «για του Χριστού την πίστιν την αγίαν και
της πατρίδος την ελευθερίαν
». Δεν υπήρχαν ούτε εθνικά ού-
τε θρησκευτικά κίνητρα, όπως κατά κόρον προπαγανδίζεται
από τη δημιουργία του κράτους και εντεύθεν. Ούτε επίσης,
κοινωνικά/ταξικά, όπως υποστηρίχθηκε. Μοναδικός στόχος
των εξεγερμένων ήταν οι περιουσίες (χωράφια, χρυσαφικά
κ.λπ.) των μουσουλμανικών οικογενειών της Πελοποννήσου...

240 σελίδες.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δρόμων»
.

ΠΟΤΕ
ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ
ΕΠΙΝΟΗΘΗΚΑΝ
ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΠΕΤΕΙΟΙ




Έγραψε στις 20.03.2015 ο/η: Κουλούρη Χριστίνα

Επιστροφή

Η θεσμοθέτηση εθνικών επετείων, αλλά και η ίδια η έννοια της εθνικής επετείου συνδέονται με την ανάδυση του εθνικισμού και τη δημιουργία των εθνών–κρατών από τα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μνημονεύουν ιστορικά γεγονότα, που αντιστοιχούν σε στιγμές–κλειδιά της εθνικής βιογραφίας και φωτίζουν τον τρόπο, με τον οποίο φανταζόμαστε, διαμορφώνουμε και κινητοποιούμε την εθνική ταυτότητα.

Οι εθνικές επέτειοι είναι μια ευκαιρία για κωδικοποίηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της γλώσσας των συμβόλων και της θεατρικής αναπαράστασης. Πρώτο σύμβολο των επετείων είναι η ίδια η ημερομηνία που επιλέγεται, εφόσον η επιλογή του γεγονότος, στο οποίο παραπέμπει, έχει ως στόχο να υπογραμμίσει συγκεκριμένα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και εθνικές αξίες. Η εθνική επέτειος έχει πρωτίστως ιστορικό περιεχόμενο, αλλά εορτάζεται μια επιλεκτική και επεξεργασμένη εκδοχή της ιστορίας.

Παρά την ιδιαίτερη σχέση, που αναπτύσσει ο εθνικισμός με την ιστορία και τη συνέχεια του έθνους που αυτή υποστηρίζει, η ανάγκη για μνημόνευση ιστορικών στιγμών προέρχεται από την επιθυμία της ριζικής τομής με το παρελθόν, της έμφασης στο «νέο» έναντι του «παλιού» και από τη βούληση να εορταστεί το «νέο ξεκίνημα». Η στάση αυτή είναι κοινή στην αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση, αλλά μόνο οι γάλλοι επαναστάτες εισήγαγαν την «πρώτη πραγματικά εθνική γιορτή μνήμης», γιορτάζοντας στις 14 Iουλίου 1790 την πρώτη επέτειο της πτώσης της Βαστίλης.


 

 
Η εθνική γιορτή της Γαλλίας.
 


Τα γεγονότα, που γιορτάζονται με τις εθνικές επετείους, ποικίλλουν σε ολόκληρο τον κόσμο: μέρες απελευθέρωσης, ίδρυσης του κράτους, ψήφισης του συντάγματος, μέρες κατάκτησης, αλλά ακόμη και ήττες ή μέρες πένθους. Εθνική επέτειος της Νορβηγίας είναι η 17η Μαΐου, μέρα σύνταξης του Συντάγματος το 1814 και όχι η μέρα της ανεξαρτησίας το 1905.

Αντίθετα, στη Σουηδία, η 6η Ιουνίου, που γιορταζόταν ανεπίσημα από το 1893 ως η μέρα της στέψης του Γουσταύου Α’ (γνωστού ως Γουσταύου Βάζα) το 1523, έγινε επίσημη εθνική επέτειος μόλις το 2005.


 














Η εθνική
γιορτή
της
Νορβηγίας.
 


Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα, που δεν γιορτάζονται, η επιλογή δηλαδή της αποσιώπησης ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος για την εθνική μνήμη. Οι σιωπές αυτές παραπέμπουν συνήθως σε τραυματικά και κυρίως σε διχαστικά γεγονότα, που υπονομεύουν την ενοποιητική λειτουργία, που οφείλει να επιτελεί μια εθνική επέτειος. Η λήθη, συνεπώς, συνιστά συστατικό στοιχείο της εθνικής ενότητας, εξίσου σημαντικό με τη μνήμη.


 














Η εθνική
γιορτή
της
Σουηδίας.
  


Ήδη το 1882, ο Ερνέστ Ρενάν, στην περίφημη ομιλία του στη Σορβόννη με τίτλο «Τι είναι έθνος;», έλεγε χαρακτηριστικά:
 
    
«Η λήθη, και θα έλεγα ακόμα η ιστορική πλάνη, είναι ουσιαστικός παράγοντας της δημιουργίας του έθνους και, σε αυτή τη βάση, η πρόοδος των ιστορικών σπουδών συνιστά συχνά κίνδυνο για την εθνότητα».       
 
Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρενάν, η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας μπορεί να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του έθνους, εφόσον η επιβίωση του έθνους εξαρτάται σε ένα σημαντικό βαθμό από την καλλιέργεια «θελκτικών μύθων». «Απαγορεύεται η δια τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι’ ων ετράφημεν», έγραφε και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης το 1867. (Βλ. Αλέξη Πολίτη: «Το μυθολογικό κενό», έκδ. «Πόλις», Αθήνα, 2000, σ. 12
–σ.σ.– και  1821: Η αποστασία των ρωμιών).

    
«Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης, ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα». (Ερνέστ Ρενάν, «Τι είναι έθνος»; ό.π).     

Ως παραδείγματα αναγκαίας λήθης για τους γάλλους προβάλλει ο Ρενάν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τις σφαγές του Midi τον 13ο αιώνα, γεγονότα δηλαδή, που εκλαμβάνονται ως «αδελφοκτόνοι πόλεμοι». (Πβ. και το σχολιασμό του Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες, έκδ. «Νεφέλη», Αθήνα, 1997, σελ. 291-295).

Αναλογικά, εμφύλιοι πόλεμοι, σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, γεγονότα των οποίων η υπόμνηση δημιουργεί αισθήματα ντροπής ή ενοχής οφείλουν να διαγράφονται από την εθνική ομογενοποιημένη μνήμη. Η ανάμνηση –εξ ορισμού επιλεκτική– συνοδεύεται λοιπόν, από την παράλληλη διαδικασία της λήθης, η οποία συχνά παίρνει τη μορφή της επίσημης λογοκρισίας της δυσάρεστης μνήμης. Είναι αυτό, που ο Πολ Κόνερτον ονομάζει «οργανωμένη λήθη». («How societies remember», Cambridge University Press, 1989).

Τέλος, υπάρχουν κράτη χωρίς εθνικές επετείους. Δεν υπάρχει για παράδειγμα εθνική γιορτή στη Μ. Βρετανία, σε έντονη αντίθεση προς τη γειτονική της Γαλλία, αλλά και προς την ιρλανδική παγκόσμια γιορτή της St Patrick’s Day, η οποία γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στις 17 Μαρτίου από την ιρλανδική διασπορά, επιβεβαιώνοντας την ιρλανδική εθνική ταυτότητα.


 
 






Πράσινος
βάφεται
ο ποταμός
του Σικάγο
κατά τον
εορτασμό
της εθνικής
γιορτής
της Ιρλανδίας,
Saint Patrick’s
Day.

 


Οι διαφορές αυτές έχουν ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Ο Πίτερ Μπερκ υποστηρίζει, ότι η ιστορία ξεχνιέται από τους νικητές, αλλά όχι από τους ηττημένους, φέρνοντας το παράδειγμα της «δομικής αμνησίας» των άγγλων και της υπερτροφίας της μνήμης των ιρλανδών. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη για επετειακή μνημόνευση του εθνικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Τζον Γκίλις εξάλλου, «τόποι μνήμης» δημιουργούνται στις συγκυρίες, όπου υπάρχει ρήξη με το παρελθόν, έστω και κατασκευασμένη.

Οι βρετανοί, που δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας τους, δεν θεσμοθέτησαν εθνικές επετείους με πατριωτικό περιεχόμενο − ενδεχομένως και γιατί οι πιθανές ημερομηνίες μπορούσαν να λειτουργήσουν διχαστικά ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, που συγκροτούν τη «βρετανικότητα».

Ανεξάρτητα πάντως από τα κριτήρια επιλογής –ή απόρριψης– μιας εθνικής επετείου, η καθιέρωσή της εξαρτάται από μια κεντρική πολιτική απόφαση. Ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, εφόσον, αυτό ορίζει τις εθνικές αργίες (επιδιώκοντας τη μαζική συμμετοχή), αυτό καθορίζει συνήθως το τυπικό της τελετής και ενδεχομένως αυτό χρηματοδοτεί τις σχετικές εορταστικές εκδηλώσεις.

Στην πραγματικότητα, από τον 19ο αιώνα, οι εθνικές γιορτές δε λειτούργησαν μόνο ως μέσο για την παραγωγή και αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων, αλλά και για τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Επρόκειτο για «πολιτική τελετουργία» με την έννοια, ότι εκεί σκηνοθετούνταν και εορταζόταν η πολιτική δύναμη.

Ο Ναπολέων Γ΄ φαίνεται, πως ήταν ο πρώτος ηγεμόνας, που συστηματικά χρησιμοποίησε το δημόσιο θέαμα ως μέσο για την ενίσχυση της εξουσίας του, οργανώνοντας κεντρικά μεγάλες γιορτές, που είχαν ως στόχο την προσέλκυση των μαζών. Το καινοτόμο στοιχείο της «αυτοκρατορικής γιορτής» ήταν, ότι η πολιτική προπαγάνδα στην εποχή μετά το 1848 χρησιμοποιούσε όχι μόνο ρητορικά επιχειρήματα, αλλά και σύμβολα και εικόνες, που απευθύνονταν στο συναίσθημα. Ένα επιπλέον καινοτόμο στοιχείο ήταν επίσης η έντονη παρουσία του παρελθόντος στις τελετές, εφόσον η πολιτική εξουσία φαίνεται πως αναζητούσε πλέον τη νομιμοποίησή της στην ιστορία και όχι στη θεία πρόνοια.

Το νέο αυτό είδος γιορτής ανταποκρίνεται στην αλλαγή στη δομή της δημόσιας σφαίρας από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η εμφάνιση μιας νεοτερικής, αστικής δημόσιας σφαίρας, η οποία είχε την ικανότητα να παράγει πολιτική νομιμότητα μέσω της συναισθηματικής συγκρότησης κοινότητας, σε συνδυασμό με τις επικλήσεις για εθνική ενότητα, οδήγησε τελικά τους φορείς της πολιτικής εξουσίας (ηγεμόνες και κοινοβούλια) στο να αναζητήσουν μια νέα νομιμοποίηση, σε επικοινωνία ακριβώς με αυτή τη νεοτερική δημόσια σφαίρα.

Στο πλαίσιο αυτό, στα τέλη πλέον του 19ου αιώνα, η εθνική επέτειος συγκροτείται ως κοινωνικο-πολιτικό σχέδιο από τις πολιτικές εξουσίες και τις κοινωνικές ελίτ, με στόχο την εθνική αλληλεγγύη − με ή χωρίς συναίνεση. Η περίπτωση της καθιέρωσης της γαλλικής εθνικής επετείου προσφέρει ένα πολύ εύγλωττο παράδειγμα εορτασμού με συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο σε μια διχασμένη κοινωνία, όπου αναπτύσσονται αντίπαλοι εορτασμοί και αντίπαλες εθνικές εορτές.

Όπως χαρακτηριστικά γράφει η Μόνα Οζούφ, η Γαλλία είναι η χώρα, όπου δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με την εθνική εορτή και όπου «η σημαία στο παράθυρο δεν δηλώνει το ανήκειν σε μια κοινότητα, αλλά σε ένα κόμμα». («L’école de la France», Essais sur la Révolution, l’utopie et l’enseignement, Paris, Gallimard, 1984, σ. 131). Γι’ αυτό εν τέλει η καθιέρωση το 1880 ως εθνικής επετείου της 14ης Ιουλίου 1789 έμελλε να εορταστεί από ένα «σχιζοφρενές έθνος».  

Το καθεστώς της Γ’ Γαλλικής Δημοκρατίας είχε ανάγκη τον συμβολικό δεσμό με την επανάσταση μέσω μιας ημερομηνίας, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «θεμέλιος μύθος» του. Από όλες τις πιθανές ημερομηνίες της γαλλικής επανάστασης, που αναμετρήθηκαν για την τελική επιλογή, η 14η Ιουλίου είχε το πλεονέκτημα αφενός, ως ημέρα πτώσης της Βαστίλης, να συνοψίζει την οριστική και αμετάκλητη τομή με το παλαιό καθεστώς, και αφετέρου, ως ημέρα, που συνέπιπτε με τη γιορτή της εθνικής ομοσπονδίας κατά την πρώτη επέτειό της το 1790, να εξομαλύνει τον βίαιο χαρακτήρα του πρώτου γεγονότος και να εκπέμπει ένα ενωτικό μήνυμα.

Συζητήθηκαν ως υποψήφιες, μεταξύ άλλων, η 5η Μαΐου 1789 (σύγκληση των Γενικών Τάξεων), η 20η Ιουνίου 1789 (όρκος στο Jeu de Paume), η 10η Αυγούστου 1792 (βίαιη ανατροπή της μοναρχίας), η 4η Αυγούστου 1789 (κατάργηση της φεουδαρχίας και των προνομίων της αριστοκρατίας και του κλήρου) κ.ά., αλλά κάποιες δεν κρίθηκαν επαρκώς «δημοκρατικές», ενώ άλλες θεωρήθηκαν, ότι θα απωθούσαν τους μετριοπαθείς. Εξάλλου, με την επιλογή αυτή δεν ηρωοποιούνταν κανένας από τους επώνυμους πρωταγωνιστές της επανάστασης, αλλά ο ίδιος ο λαός, το «ανώνυμο πλήθος».

Η καθολική δεξιά δεν συναίνεσε με τον εορτασμό αυτό, χαρακτηρίζοντας τη 14η Ιουλίου «γιορτή των δολοφόνων». Ήδη από το 1894 ξεκίνησε ο παράλληλος εορτασμός ως εθνικής γιορτής της 8ης Μαΐου, ημέρας απελευθέρωσης της Ορλεάνης από τη Ζαν ντ’ Αρκ το 1429, αλλά ως επίσημη γιορτή καθιερώθηκε μόλις το 1920. Το επιχείρημα για τη θέσπιση της καθολικής εθνικής επετείου ήταν, ότι η 8η Μαΐου τιμούσε μια «μεγάλη πράξη υπεράσπισης του έθνους», ενώ η 14η Ιουλίου θύμιζε ένα «επεισόδιο εμφύλιου πολέμου».

Οι τελετές της 8ης Μαΐου και της 14ης Ιουλίου στη Γαλλία, παρ’ όλο που παρουσιάζονται ως αντίπαλες, είναι και οι δύο «αναπαράσταση (re-enactment) του παρελθόντος […] και επίσης απόπειρες να επιβάλουν ερμηνείες του παρελθόντος, να διαμορφώσουν τη μνήμη και μ’ αυτό τον τρόπο να κατασκευάσουν κοινωνική ταυτότητα». (P. Burke: «Varieties of Cultural History», Cambridge, Polity Press, 1997, σ. 48).

Η μνημόνευση ενός ένδοξου παρελθόντος αποτελεί, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, σταθερό χαρακτηριστικό των εθνικών επετείων, οι οποίες πολλαπλασιάζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη από τα τέλη του 19ου αιώνα, με ισχυρό το στοιχείο της επινόησης. Οι «επινοημένες παραδόσεις», στις οποίες ανήκουν και οι εθνικές επέτειοι, αλλά και η μανία για αγάλματα και μνημεία, ανταποκρίνονταν στην είσοδο των μαζών στην πολιτική. (Σ.σ. βλ. Eric Hobsbawm, Terence Ranger: Η επινόηση της παράδοσης, έκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 2004).

Μέσα στον 19ο αιώνα, η «νέα πολιτική», που συνδέθηκε με τον εθνικισμό και τη μαζική δημοκρατία, στηρίχθηκε στην ιδέα (του 18ου αιώνα) της λαϊκής κυριαρχίας και της συλλογικής βούλησης και, μέσω της χρήσης μύθων και συμβόλων, μετέτρεψε την πολιτική δράση σε δράμα. Όπως παρατηρεί ο Χομπσμπάουμ, «μετά το 1870, και σχεδόν με βεβαιότητα, λόγω της εμφάνισης της μαζικής πολιτικής, οι ηγεμόνες και οι παρατηρητές της μεσαίας τάξης ανακάλυψαν εκ νέου τη σημασία των ‘ανορθολογικών’ στοιχείων για τη διατήρηση του κοινωνικού ιστού και της κοινωνικής τάξης» (ό.π.).

Οι δημόσιες γιορτές πάντως, ήδη πριν από την καθιέρωση των επίσημων εθνικών επετείων καθ’ εαυτών, καλούνταν να επιτελέσουν έναν παιδαγωγικό ρόλο, ανάλογο με αυτό των χριστιανικών τελετών. Η ιδέα προέρχεται από τη γαλλική επανάσταση και τους γάλλους «φιλοσόφους», και κυρίως τον Ρουσσώ, ο οποίος πρώτος πρόβαλε την άποψη, ότι γιορτές στο ύπαιθρο –κατά το πρότυπο της αρχαιότητας– θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μέσα ηθικής διαμόρφωσης του ατόμου και του πολίτη.

Οι ιδέες αυτές ενέπνευσαν τους γερμανούς εθνικιστές των αρχών του 19ου αιώνα, οι οποίοι υιοθέτησαν την άποψη, ότι η δημόσια γιορτή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για ενίσχυση του εθνικού αισθήματος. Η έννοια της εθνικής επετείου με τη σημερινή έννοια δεν υπήρχε στη Γερμανία μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αν και υπήρχαν οι όροι Nationalfest και Volksfest από τα τέλη του 18ου αιώνα.

Ο Friedrich Ludwig Jahn και ο Ernst Moritz Arndt, οι οποίοι επηρεάζονταν από τον χώρο του γερμανικού πιετισμού, ζητούσαν την καθιέρωση εθνικών εορτών, εμπνευσμένων από τη γερμανική ιστορία. Πρότειναν λοιπόν, να εορτάζονται ιστορικά γεγονότα, όπως π.χ. η ίδρυση του πρωσικού βασιλείου το 1701, η νίκη του Ερρίκου Α’ επί των ούγγρων, η μάχη στο Teutoburger Wald κ.ά.. Δεν επρόκειτο για μια θεωρητική προσέγγιση της λειτουργίας των τελετών και του εορτασμού, γεγονότων, που ενίσχυαν την εθνική υπερηφάνεια.

Ο Friedrich Ludwig Jahn ήταν ο ιδρυτής, από το 1811, του γερμανικού γυμναστικού κινήματος, της Turnbewegung, στην ουσία του πρώτου οργανωμένου, λαϊκού εθνικιστικού γερμανικού συλλόγου. Οι γερμανοί γυμναστές μετείχαν σε εθελοντική βάση στον «απελευθερωτικό πόλεμο» εναντίον των γάλλων και, μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, καλλιέργησαν τη μνήμη αυτού του πολέμου με ποικίλα μέσα. Η μεγάλη γυμναστική γιορτή στο Βερολίνο στις 18 Οκτωβρίου 1814, πρώτη επέτειο της μάχης της Λειψίας, αποτέλεσε το πρότυπο για όλες τις γιορτές που ακολούθησαν μέχρι την απαγόρευση των Turner το 1819.

O Jahn δεν ακολουθούσε ούτε τα αρχαία ούτε τα γαλλικά πρότυπα. Θεωρούσε, ότι οι εθνικές γιορτές έπρεπε να υμνούν τα κατορθώματα του γερμανικού λαού και όχι τις πράξεις βασιλέων και επισκόπων. Βασικός στόχος των εορτασμών, που οργάνωναν οι σύλλογοι των γυμναστών, αλλά και των φοιτητών (Burschen), ήταν η διατήρηση της μνήμης των πολέμων εναντίον των γάλλων:

«Ο κύριος στόχος της εορταστικής τελετής ήταν να κάνει τους ανθρώπους να ‘θυμούνται’ γεγονότα, ακόμη κι αν δεν τα είχαν ποτέ ζήσει». (Clark Cristopher: «The Wars of Liberation in Prussian Memory», The Journal of Modern History, τ. 68, Σεπ. 1996, σ. 560). Μέσα στο κλίμα του γερμανικού ρομαντισμού της εποχής, τα δημόσια θεάματα απευθύνονταν στο θυμικό και επιδίωκαν να δημιουργήσουν ισχυρές συγκινήσεις σε θεατές και μετέχοντες.

Το χριστιανικό πνεύμα ήταν παρόν στη σύλληψη και στην τέλεση των εθνικών γιορτών και, σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι εθνικές γιορτές συνυπήρχαν με τη χριστιανική λειτουργία (προσευχές και λειτουργία στην εκκλησία). Αντίστοιχα, η Πρωσική Εκκλησία καθιέρωσε το 1816 ετήσια δοξολογία προς τιμή των νεκρών των ναπολεόντειων πολέμων («απελευθερωτικών αγώνων» για τους γερμανούς), με πρόταση του Ernst Moritz Arndt. Οι τελετές προς τιμή των νεκρών ηρώων επρόκειτο να γίνουν σημαντικό στοιχείο της «πολιτικής λειτουργίας» (με τη θρησκευτική έννοια), ιδιαίτερα την εποχή του εθνικοσοσιαλισμού. (Mosse: «The Nationalization of the Masses», Cornell University Press, 1975).


 















Hambach,
Γερμανία,
1832.

 


Η πρώτη πραγματικά εθνική γερμανική γιορτή, που εμπνεόταν από το ιδανικό της εθνικής ενότητας ήταν η γιορτή στο Hambach, στον Ρήνο, το 1832. Περίπου 30.000 μετείχαν στη γιορτή, βγάζοντας λόγους, τραγουδώντας το πατριωτικό άσμα «Τι είναι η γερμανική πατρίδα;» και βαδίζοντας σε πομπή προς τα ερείπια ενός κάστρου, στην κορυφή του λόφου, με σημαίες, παραδοσιακά κουστούμια και τα μαύρα, κόκκινα και χρυσά σύμβολα.

Ωστόσο, η μαζική εκδήλωση δεν είχε ενότητα, ενώ το τελετουργικό τυπικό και οι πολιτικοί συμβολισμοί εμπνέονταν από τη γαλλική επανάσταση. Ίδια ήταν η πηγή έμπνευσης και των εορτασμών στα χρόνια της «άνοιξης των λαών», 1848-1849. Το εορταστικό λεξιλόγιο, που είχε εφευρεθεί από τη γαλλική επανάσταση εξακολουθούσε να καθορίζει την οργάνωση και τη συμβολική γλώσσα των γιορτών εξήντα χρόνια αργότερα και μάλιστα στις γερμανικές χώρες. Η θεατρική αναπαράσταση της γερμανικής εθνικής ταυτότητας σε αυτές τις γιορτές υπέθαλπε την προσήλωση στα ιδανικά της «ενότητας και ελευθερίας», αλλά δεν μετέδιδε μια ενιαία αντίληψη του έθνους. Η κοινή συμβολική γλώσσα του έθνους χρησιμοποιούνταν αντίθετα για να τονιστούν πολιτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές διαφορές.

Η ανάγκη για εθνικούς συμβολισμούς και η έμφαση στο «εθνικό πνεύμα» θα βρουν έκφραση και πάλι το 1859, με τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του Σίλλερ (Schillerfeiern, σ.σ. βλ. εικόνα). Οι γιορτές αυτές οργανώθηκαν σε τοπικό επίπεδο, αλλά έδιναν ένα αίσθημα εθνικής ενότητας και συνέχειας.


















Schillerfeiern,
Γερμανία.
 
 


Αλλά και μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, η πρώτη εθνική επέτειος, που θεσπίστηκε το 1871, η Sedanfest, για να μνημονεύει τη νίκη επί των γάλλων στο Σεντάν, στη διάρκεια του γαλλογερμανικού πολέμου, δεν είχε την επιτυχία, που θα ανέμενε ο εισηγητής της Friedrich von Bodelschwingh. Ο προτεστάντης υπουργός της ενοποιημένης Γερμανίας, εμπνεόμενος από τον Τάκιτο και τους εορτασμούς της μάχης της Λειψίας στις αρχές του 19ου αιώνα, οραματιζόταν μια αυστηρή γιορτή, όπου θα συνδυαζόταν ο πατριωτισμός με τη θρησκευτικότητα. Ωστόσο, η γιορτή του Σεντάν απέτυχε, «γιατί είχε οργανωθεί από πάνω με συντηρητικό τρόπο, είχε επιμείνει στην πειθαρχία και σταδιακά απέκλεισε τη λαϊκή συμμετοχή». (Mosse: «The Nationalization of the Masses», ό.π., σ. 91).

Προϋπόθεση για την επιτυχία των εθνικών εορτών και τελετών ήταν επομένως η ικανότητά τους να εμπλέκουν και να κινητοποιούν τις μάζες, αλλά, όπως φαίνεται, και η δημιουργική αξιοποίηση στοιχείων της παράδοσης. Πράγματι, για να έχουν μαζική απήχηση, οι νεοτερικές αυτές τελετές συνδύαζαν το ουτοπικό μήνυμα και τους ιστορικούς συμβολισμούς με παραδοσιακές τελετουργικές μορφές. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των γιορτών των μπολσεβίκων στα χρόνια 1917-1920, όπου το επαναστατικό ουτοπικό μήνυμά τους εκφραζόταν μέσω τελετών, που συνδύαζαν την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, των τσαρικών τελετουργιών και της εργατικής κουλτούρας.

Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως –τουλάχιστον στο γαλλικό και στο γερμανικό παράδειγμα– διαπιστώνουμε, ότι οι επίσημες εθνικές επέτειοι, που θεσπίζουν τα έθνη–κράτη στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν αποτελούν καινοτομία ούτε ρήξη, αλλά συνέχεια εορτών, που οργανώνονταν είτε σε τοπικό είτε σε εθνοκρατικό επίπεδο και είχαν ως στόχο την πολιτική νομιμοποίηση και την κοινωνική συνοχή. Το τελετουργικό λεξιλόγιο αυτών των εορτών τυποποιούνταν σταδιακά σε έναν κοινό εορταστικό κώδικα με συμβολικά και θεατρικά στοιχεία.

Μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, βασικές πηγές τελετουργικών κανόνων ήταν η μοναρχία και η εκκλησία. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα δεν υποχωρεί ούτε το μοναρχικό ούτε το εκκλησιαστικό τελετουργικό, αλλά αναδύονται δύο νέες εκδοχές: αφενός, η ανάπτυξη ενός ανταγωνιστικού δημοκρατικού λαϊκού τελετουργικού και αφετέρου, η ενσωμάτωση του μοναρχικού και του εκκλησιαστικού τελετουργικού στο νεοτερικό εθνικό τελετουργικό.

Για παράδειγμα, η γιορτή του Αγίου Ναπολέοντα (15 Αυγούστου), που γιορταζόταν ως εθνική γιορτή στη Γαλλία της Β’ Αυτοκρατορίας, περιείχε όλα σχεδόν τα στοιχεία, που θα αξιοποιήσει η εθνική γιορτή της 14ης Ιουλίου κατά την Γ’ Δημοκρατία: την παρέλαση του στρατού με τις στολές, τη μουσική και τις σημαίες, τους μουσικούς συλλόγους, που αναλαμβάνουν το μουσικό κομμάτι της γιορτής, τα πυροτεχνήματα, τους χορούς, τα συμπόσια. (Χαρακτηριστικά, οι οργανωτές των γιορτών της Γ’ Δημοκρατίας επιδίωκαν να μην γίνει καν πορεία, ώστε να μη θυμίζει τις λιτανείες της καθολικής εκκλησίας). Και, παρόλο που η δημοκρατία θέλησε να απομακρυνθεί από κάθε τι, που είχε σχέση με την καθολική εκκλησία, το εκκοσμικευμένο τελετουργικό παρέπεμπε σε μια περιρρέουσα καθολική θρησκευτική κουλτούρα, έστω και χωρίς θρησκευτικότητα.



 

Σημείωση:
Η κ. Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια
Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας

στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης
και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα
σχετικά με τη διδασκαλία της Ιστορίας,

τα σχολικά εγχειρίδια,
τη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας

και ιστορικής μνήμης και την ιστορία
του αθλητισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων.
 
Το παραπάνω άρθρο είναι απόσπασμα από κείμενο της κ. Κουλούρη με τίτλο:
«Γιορτάζοντας το έθνος:
εθνικές επέτειοι στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα»,
που αναρτήθηκε στο: www.academia.edu.
O τίτλος, οι εικόνες και οι υπότιτλοι έγιναν με μέριμνα της «Ελεύθερης Έρευνας».





 
Επιστροφή Επιστροφή στην κορυφή


ΣΧΟΛΙΑ



Ανώνυμος 32925 έγραψε...
Πάρα πολύ ωραίο άρθρο η κυρία Κουλούρη!
20.03.2015, 12:47:38





Bielidopoulos έγραψε...
~
http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231394363
2 δις ευρώ ζεστό χρήμα θα λάβει το διεφθαρμένο δανειογενές προτεκτοράτο αποκλειστικά για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και ειδικότερα της ανεργίας. Και αν οι άνεργοι δουν καμιά ουσιαστική βοήθεια σφυρίξτε μου. Ιδού και τα καλά του έθνους-κράτους (sic) και της πατριδολαγνείας (μπεε). Έτσι εξηγείται γιατί κάποιοι νεοέλληνες κατουριούνται στη θέα της σημαίας ή γίνονται "τούρκοι" (sic) όταν κριτικάρεις την πατρίδα. Η μάσα δεν τους αφήνει σε ησυχία. Είναι πολλά τα λ7 Άρη!

20.03.2015, 18:40:31






ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ



Υπολειπόμενοι χαρακτήρες

Κωδικός ασφαλείας:

2+2=





ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ


Από: (ηλεκτρονική διεύθυνση)


Προς: (ηλεκτρονική διεύθυνση)


Σημείωση: (προαιρετικό)

0 χαρακτήρες γράψατε και απομένουν 255.

Αποστολή

Αναζήτηση σε:


Αποστολή

 




FreeInquiry© 2013
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ
ΒΙΒΛΙΑ ΔΩΡΕΑΝ



Διαβάστε περισσότερα
 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ
ΜΑΖΙ ΜΑΣ



Στείλτε μας τα μηνύματά σας
στη διεύθυνση: info@freeinquiry.gr

 
ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΟ



 
THE
FREEINQUIRY.GR
BAND



 

 

 

 


 
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ



Για να ενημερώνεστε online
για όλες τις νέες αναρτήσεις
άρθρων της «Ελεύθερης Έρευνας».

Διαβάστε περισσότερα
 
 

  

  

 
 

 

 
 



240 σελίδες
έκδ. «Δρόμων», Αθήνα, 2016

Διαβάστε περισσότερα




64 σελίδες
έκδ. «Ελεύθερη Έρευνα»,
Αθήνα, 2016

Διαβάστε περισσότερα




72 σελίδες
έκδ. «Δρόμων», Αθήνα, 2014

Διαβάστε περισσότερα
 
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ
Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΜΑΣ

Άδεια Creative Commons Η «Ελεύθερη Έρευνα» διατίθεται με άδεια:
Αναφορά Δημιουργού─Μη Εμπορική Χρήση─Παρόμοια Διανομή─3.0 Ελλάδα (CC BY-NC-SA 3.0 GR).

Διαβάστε περισσότερα
 
 


Tα κίνητρα
και η πορεία
προς την εξουσία




«Λένε, ότι η εξουσία διαφθείρει,
αλλά το πιο σωστό είναι, ότι η εξουσία προσελκύει τους διεφθαρμένους.
Οι υγιείς συνήθως έλκονται από άλλα πράγματα, παρά από την εξουσία».

David Brin (αμερικανός συγγραφέας)


Σε πάρα πολλούς ανθρώπους αρέσει το χρήμα. Ιδιαιτέρως τους αρέσει να πλουτίζουν χωρίς ιδιαίτερο μόχθο και ρίσκο. Δύσκολο. Αυτό όμως, που συγκινεί τους περισσότερους ανθρώπους, είναι η άσκηση της εξουσίας.

Όσοι μπαίνουν στη πολιτική δεν το κάνουν για να συνεισφέρουν στο κοινό καλό, την ευημερία του μέσου πολίτη και την απλοποίηση της καθημερινότητάς του.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, πίσω από κάθε εισερχόμενο στη πολιτική κρύβονται προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά και συμπλέγματα ή αδυναμίες, που προκλήθηκαν στα παιδικά του χρόνια...


 


Μεγαλόσχημοι ιστοριογράφοι
στην υπηρεσία της ιδεολογίας
της εκάστοτε εξουσίας
από την αρχαιότητα έως σήμερα




Ένα από τα σπουδαιότερα εργαλεία, που κρατάει στα χέρια της η πολιτική εξουσία, είναι η χρήση της ιστορικής γνώσης. Η ιστορική καταγραφή και γνώση σε συνδυασμό με τις μεθόδους χειραγώγησης των μαζών και των τακτικών πολιτικής προπαγάνδας, μπορούν να κατευθύνουν την πολιτική σκέψη των ανθρώπων.

Οι έντονοι διαξιφισμοί διαφόρων πολιτικών προσώπων με θέμα τη μέθοδο της διδασκαλίας της Ιστορίας στα σχολικά εγχειρίδια μονοπωλούν σε μεγάλα διαστήματα το ενδιαφέρον στα ΜΜΕ.

Μετά τους πολιτικούς, παίρνουν την σκυτάλη άνθρωποι, που φέρουν τον τίτλο του ιστορικού ερευνητή, προκειμένου να μας «διαφωτίσουν» για το ποια άποψη είναι ιστορικά σαφής και επιστημονικά αποδεδειγμένη...


 


Η γλωσσική ασυνέχεια
στον ελλαδικό χώρο
από την αρχαιότητα έως σήμερα



Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους του νεορωμέικου εθνικισμού είναι η τρισχιλιετής και πλέον ιστορία της γλώσσας μας, η αδιάλειπτη συνέχειά της δηλαδή, από την αρχαιότητα έως σήμερα. «Η ενιαία και αδιαίρετη ελληνική» αποτελεί σχεδόν στερεοτυπική έκφραση, που επαναλαμβάνεται συνεχώς. Ο μύθος της γλωσσικής συνέχειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν άλλο μύθο, αυτόν της πολιτισμικής και φυλετικής ενότητας και συνέχειας, καθότι η συνέχεια του «ελληνισμού» προϋποθέτει, φυσικά, και τη συνέχεια της γλώσσας.

Η γλώσσα επομένως, που επιβλήθηκε στους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου μέσω της υποχρεωτικής παιδείας του έθνους─κράτους, έπρεπε οπωσδήποτε να αναχθεί στην αρχαιότητα. Γι’ αυτό το λόγο έχει θεσπισθεί η ανούσια διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ήδη από το Γυμνάσιο. Δεν ενδιαφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα να μάθει αρχαία ο μαθητής. Τα διδάσκεται όμως, προκειμένου να πεισθεί, ότι είναι απόγονος των αρχαίων ελλήνων.

Για τους σημερινούς ρωμιούς, παρά τα χρόνια, που υποχρεωτικά διδάσκονται αρχαία ελληνικά στο σχολείο, είναι σαφές, ότι τους είναι εντελώς ακατανόητα. Το επιχείρημα, ότι πολλές λέξεις είναι ίδιες ή παρόμοιες δεν καθιστούν τα αρχαία κατανοητά, καθώς η αναγνώριση σποραδικών λέξεων μέσα σε προτάσεις δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση κατανόηση του νοήματος των προτάσεων.

Η σχετική εξ άλλου λεξιλογική και μορφολογική ομοιότητα της σημερινής γλώσσας (της ρωμέικης, όπως λεγόταν μέχρι πρότινος κι όχι ελληνικής) με προγενέστερες φάσεις της οφείλεται στον καθαρευουσιανισμό και στην τάση υποχρεωτικής «εξυγίανσής» της από διάφορα ξένα στοιχεία (αλβανικές, τούρκικες, σλάβικες κ.λπ. λέξεις και τοπωνύμια). Από τον 19ο αιώνα και μετά, επιβλήθηκε δια της παιδείας αθρόα και αυθαίρετη εισαγωγή αρχαίων λέξεων και ριζών για τη δημιουργία νέων λέξεων...


 


Πώς η Αριστερά της Ρωμιοσύνης
εφευρίσκει τους μύθους της




Ο φυλακισμένος αριστερός αγωνιστής, που έκλαιγε και ζητούσε «τη μανούλα του».

Ο κομμουνιστής συγγραφέας, που συνεννοήθηκε με τον Μάο μιλώντας του στα... κρητικά, ενώ εκείνος του απαντούσε στα κινέζικα!

Πώς ο ίδιος ξεσήκωσε τους παριστάμενους σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα παρουσιάζοντάς τους το πουκάμισό του, ως δήθεν το πουκάμισο ενός εκτελεσμένου από τους γερμανούς συντρόφου του.

Τα τρία αυτά επεισόδια περιγράφει με νοσταλγία και καμάρι ο Λεωνίδας Κύρκος σε εκπομπή, που προβλήθηκε τις προάλλες από το κανάλι της Βουλής («Σαν παραμύθι»).
 
Πρόκειται για μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, κατά την οποία ο επί σειρά ετών βουλευτής της Αριστεράς, αφηγείται στιγμιότυπα από τον πολιτικό του αγώνα και προβαίνει σε εκτενή αναφορά ορισμένων ασυνήθιστων καταστάσεων, που έζησε κατά τη διάρκεια ενός παλιού ταξιδιού του στην Κίνα, όπου συνάντησε τον Μάο και στη Μόσχα, όπου συμμετείχε σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε τα όσα λέει στη συνέντευξη αυτή ο παλιός αριστερός πολιτικός, γιατί από τα λεγόμενά του μπορούμε χαρακτηριστικά να διακρίνουμε:

Με τι άνεση και οι άνθρωποι της Αριστεράς ─οι οποίοι είχαν σταθεί απέναντι σε ένα Σύστημα, που τους καταδίωκε και τους φυλάκιζε και το οποίο είχε κατασκευασθεί κι επιβληθεί με την αρωγή πλήθους εθνικών, θρησκευτικών και άλλων μύθων─ εύκολα κατασκεύαζαν κι εκείνοι με τη σειρά τους τους δικούς τους μύθους, προκειμένου να προπαγανδίσουν τη δική τους ιδεολογία...


 


Πέντε
ευρωπαϊκοί μύθοι



Οι εβραίοι υποχρεώνονταν κάποτε,
να φορούν το κίτρινο αστέρι του Δαβίδ.
Οι μετανάστες υποχρεώνονται σήμε-
ρα, να φορούν κόκκινα βραχιολάκια.


Η σημερινή Ευρώπη δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση με κανένα τρόπο. Αντιπροσωπεύει ό,τι πιο σάπιο, διεφθαρμένο και ανάλγητο έχει εμφανιστεί ποτέ στο έδαφός της. Έχει τεράστιες ευθύνες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση των πολιτών της. Έχει τεράστια ευθύνη για τη συμβολή της στη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος. Έχει τεράστιες ευθύνες απέναντι στον ανθρωπισμό και τη δημοκρατία.

Με το άρθρο αυτό δεν επιχειρείται ο εξωραϊσμός του απατεώνα, κρατικοδίαιτου κλεφτοκοτά ρωμιού. Ούτε δίνεται άλλοθι στην πολιτική τυχοδιωκτική και ξεπουλημένη αλητεία, που κυβερνά αυτόν τον τόπο από συστάσεως του κρατιδίου-προτεκτοράτου της Ρωμιοσύνης. Αυτά τα έχουμε αναλύσει σε πολλά άρθρα μας κατά το παρελθόν.

Σκοπός του άρθρου είναι να απομυθοποιήσει την υποτιθέμενη «Ενωμένη Ευρώπη» και να καταδείξει το πραγματικό αποκρουστικό της πρόσωπο.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, τους ευρωπαϊκούς μύθους...