Αφιέρωμα
της «Ελεύθερης Έρευνας»
στο '21

 

 
«Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας,
έν τινι αξιολόγω πονηματίω επιγραφομένω: "Η κατά τον ιζ΄αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής" διατείνεται εν σελ. 14, ότι το γνωστόν Καρυοφύλλι ονομάσθη ούτω από του εν Βενετία οπλοποιού Carlo figlio (Καρόλου υιού). Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις, αλλ’ ουδόλως ευάρεστος.

»Τολμώ μάλιστα, να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται οιωδήποτε η δια τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι’ ων ετράφημεν...»


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης,
Αθανάσιος Διάκος.
Αστραπόγιαννος, Αθήνα, 1867, 64-66.



 




Βλάχοι,
αρβανίτες, ανατολίτες,
βορειο-
αφρικανοί κ.ά.

Οι σημερινοί χριστιανοί κάτοικοι του ελλαδικού χώρου, που μιλούν ρωμέικα (τα λένε ελληνικά) δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων ελλήνων, των αθηναίων, της δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ..

Είναι επήλυδες, βαλκάνιοι, ανατολίτες, βορειοαφρικανοί και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη της οθωμανικής κουλτούρας.

Έμαθαν να επιβιώνουν σε αυτοκρατορίες δεσποτικές (βυζάντιο, οθωμανική περίοδο) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή του δυτικού κόσμου...



 



Τα πραγματικά αίτια
και οι βαρβαρότητες
της εκστρατείας
του Μεγάλου Αλεξάνδρου

 

 
Ο Μ. Αλέξανδρος διέλυσε την αυτοκρατορία του Κύρου, αλλά συγχρόνως αφάνισε και τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Λεηλάτησε τους θησαυρούς της Ασίας και τυράννησε τους λαούς περισσότερο από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών.

Αυτός άλλωστε ήταν ο πρωταρχικός σκοπός της εκστρατείας. Η λαφυραγωγία. Απαραίτητη για την ισχύ και τον τρυφηλό βίο του βασιλικού οίκου και τον πλουτισμό των ευνοουμένων του...


 



Η θρησκευτική
πίστη
δεν αποτελεί προϋπόθεση
για την υγιή ευημερία
των κοινωνιών


Yπάρχει μια κοινή πεποίθηση, την οποία μοιράζονται οι οπαδοί των διαφόρων θρησκειών, ότι η λατρεία του Θεού και η υπακοή στα κελεύσματα της θρησκείας θεωρούνται ουσιώδη για μια υγιή και ειρηνική κοινωνία, ενώ όταν ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων μιας κοινωνίας απορρίψει το Θεό, τότε θα επέλθει η αποσύνθεσή της.

Σε περίπτωση, που η θρησκευτική αυτή θεωρία, του ότι η τυχόν απομάκρυνση από το Θεό είναι η αιτία για όλα τα κακά της κοινωνίας είναι σωστή, τότε θα έπρεπε να αναμένουμε τα περισσότερο θρησκευόμενα έθνη στη Γη να είναι οι προμαχώνες του εγκλήματος, της φτώχειας και των ασθενειών και τα πρότυπα των υγιών κοινωνιών. Η σύγκριση των άθρησκων εθνών όμως, με τα περισσότερο θρήσκα αποκαλύπτει μια πολύ διαφορετική κατάσταση...



 



Η λέξη καρκίνος στις μέρες μας έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη. Μόνο το άκουσμά της αρκεί για να σπείρει τον τρόμο και τον πανικό.

Φανταστείτε αν ο γιατρός σας μετά από κάποια εξέταση, σας ανακοίνωνε, ότι έχετε καρκίνο. Στην κυριολεξία θα άνοιγε η γη να σας καταπιεί, θα παραλύατε από τον φόβο σας και θα πιστεύατε, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα πεθαίνατε.

Θα δεχόσασταν ό,τι θα σας έλεγαν οι «ειδικοί», νοιώθοντας αδαής και άσχετος για την ίδια σας την ασθένεια. Δεν θα είχατε καμία άποψη για την πορεία και την εξέλιξη της ασθένειάς σας, καμία επιλογή για το τι αγωγή θα λαμβάνατε, για το αν θα κάνατε χημειοθεραπεία ή όχι, για το αν θα σας χειρουργούσαν, αν θα ακρωτηρίαζαν κάποιο πάσχον μέλος σας. Όλα αυτά θα τα αποφάσιζαν οι γιατροί σας ακολουθώντας το «πρωτόκολλο του καρκίνου» χωρίς να σας ρωτήσουν, απλά θα σας τα ανακοίνωναν!

Θα ξυπνάγατε απ΄το χειρουργείο και θα σας έλειπε το στήθος σας, το νεφρό σας, ο μισός πνεύμονάς σας, ή κάποιο άλλο όργανό σας και δεν θα μπορούσατε παρά να συναινέσετε με την αφαίρεση αυτή. Θα ακολουθούσαν ατελείωτες χημειοθεραπείες και ακτινοβολίες, επειδή «έτσι θα έπρεπε». Θα έπεφταν οι τρίχες του σώματός σας, τα νύχια σας και θα είχατε τεράστιες επιπλοκές και παρενέργειες. Εσείς, απλά θα δείχνατε την απόλυτη εμπιστοσύνη στις γνώσεις και στις μεθοδολογίες της συμβατικής Ιατρικής σιωπηλά και στωικά χωρίς άποψη και δυνατότητα επιλογής, αφού σας έχουν ήδη πείσει μέσω της πληροφόρησης, που έχετε λάβει από τα Μ.Μ.Ε. και τους γιατρούς σας, ότι αυτοί και μόνον αυτοί μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον καρκίνο…

Είναι όμως, αυτή η πραγματικότητα;



 





«(Ο έρωτας μεταξύ άνδρα και γυ-
ναίκας) είναι παλλαϊκός...
αυτός ακριβώς χαρακτηρίζει τους
ανθρώπους, τους χωρίς ιδιαίτερη
ανάπτυξη...


»(Αφορά) μάλλον στην απόλαυση
των σωμάτων, παρά των ψυχών.
Και μάλιστα (εκείνες τις γυναίκες
και τα νεαρά παιδιά), που δια-
κρίνονται για υπερβολική βλακεία...

»Δείτε, αντιθέτως, την Ουράνια Α-
φροδίτη, που δεν προέκυψε από
την συμμετοχή άρρενος και θήλεος,
αλλά μόνον εκ του άρρενος...
πώς στερείται παραφοράς...

»Έτσι, όσοι εμπνέονται από το
αρσενικό φύλο, ερωτεύονται το
φύλο, το οποίο εκ φύσεως έχει
μεγαλύτερη ρώμη και περισσό-
τερη ευφυία
».

Πλάτωνα, «Συμπόσιο», 181b-c



 



Πατριωτισμός, εθνικά οράματα,
μεγαλοϊδεατισμοί κ.λπ. κ.λπ.
στα διάφορα έθνη-κράτη


Ο τρόπος, με τον οποίο συγκροτή-
θηκαν ιστορικά τα έθνη, έπλασε εθνικές ιδέες, που έχουν σε κάθε κράτος συνθέσει μια εθνική ιστορία δεδομένη και μοναδική. Η ιστορία αυτή προάγει τις ομοιότητες στο εσωτερικό και τις διαφορές στο εξωτερικό, ενώ αποδίδει σε κάθε έθνος δίκαια, τα οποία δεν αναγνωρίζει στους «άλλους». Συγκροτεί έτσι, μια κλειστή και γραμμική ιστορική αφήγηση, που περιστρέφεται γύρω από το ένδοξο παρελθόν κάθε μοναδικής και ιδιαίτερης εθνικής ομάδας, την οποία περιγράφει σαν ομοιογενή και αναλλοίωτη ουσία.

Σε κάθε κράτος οι έννοιες έθνος, πατρίδα και πατριωτισμός έχουν φορτιστεί μέσα στην ιστορική διαδρομή με τόσο γιγάντιο ηθικό βάρος, που έχουν γίνει αξίες μεγάλης και αδιαπραγμάτευτης ιδεολογικής σημασίας. Έτσι, στα σχολεία όλων σχεδόν των χωρών...



 



Από τον
«νεοελληνικό διαφωτισμό»
βλάστησαν ελληνοχριστιανισμός,
εθνικισμός και μεγαλοϊδεατισμός

Αδ. Κοραής:
Ο πραγματικός πατέρας
της ιδεολογικής μας σχιζοφρένειας


Μερικές δεκαετίες πριν από το '21, ο Αδαμάντιος Κοραής ξέθαψε αυθαίρετα και επέβαλε σιγά-σιγά την ξεχασμένη για αιώνες λέξη «έλληνας» χωρίς να απορρίψει βέβαια, το χριστιανισμό. Είχε την πεποίθηση, ότι έτσι θα μας έφερνε πιο γρήγορα κοντά στα κείμενα των αρχαίων ελλήνων και θα γινόταν μια ταύτιση, συγκλονιστική για τον μέσο κάτοικο του ελλαδικού χώρου (αρβανίτη, βλάχο, βορειοαφρικανό, ανατολίτη κ.λπ.), ότι είναι δήθεν απόγονος αυτού, που έφτιαξε τον Παρθενώνα και όλα τα λαμπρά μνημεία.

Η ιδέα έπιασε γρήγορα. Από τότε, όλο και περισσότεροι ρωμιοί άρχισαν να συνδέουν τους εαυτούς τους με κάποιο φανταστικό παρελθόν και να ανακαλύπτουν τους «αρχαίους προγόνους». Κολακεύονταν να έχουν την ψευδαίσθηση, πως ήταν τάχα απόγονοι των αρχαίων ελλήνων.

Η περίοδος του '21 επομένως, αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο. Όχι βέβαια, επειδή έγινε κάποια δήθεν «ελληνική επανάσταση» -πλιάτσικο χριστιανικών συμμοριών, αρβανιτών στην πλειοψηφία τους, ήταν στην πραγματικότητα εξάλλου, όπως έχουμε δείξει στο Αφιέρωμα 1821: Η αποστασία των ρωμιών-, αλλά γιατί κατά τη σύντομη εκείνη περίοδο, οι ρωμιοί υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας με την καθοδήγηση του Κοραή και των άλλων εκπροσώπων του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού» μεταλλάχτηκαν σε «έλληνες»...

 



 


      

Read articles in English


ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΖΑΡΗ
 
ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ 1821
Η αποστασία των ρωμιών

Το ’21 δεν έγινε «για του Χριστού την πίστιν την αγίαν και
της πατρίδος την ελευθερίαν
». Δεν υπήρχαν ούτε εθνικά ού-
τε θρησκευτικά κίνητρα, όπως κατά κόρον προπαγανδίζεται
από τη δημιουργία του κράτους και εντεύθεν. Ούτε επίσης,
κοινωνικά/ταξικά, όπως υποστηρίχθηκε. Μοναδικός στόχος
των εξεγερμένων ήταν οι περιουσίες (χωράφια, χρυσαφικά
κ.λπ.) των μουσουλμανικών οικογενειών της Πελοποννήσου...

240 σελίδες.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δρόμων»
.

ΤΟ ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ
ΤΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ
ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ
ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ-ΕΘΝΟΣ


Iδέες, που γεννιούνται στα μυαλά των ανθρώπων
κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες,
είναι η “αντικειμενική” γνώση της κοινωνίας


Έγραψε στις 15.11.2010 ο/η: Μπάκας Ηλίας

Επιστροφή

 

     Αν και πολλά έχουν γραφεί γύρω από το πρόβλημα τού έθνους και τού εθνικισμού, είναι νομίζω απαραίτητο να διακρίνουμε δυο πράγματα περί τού νοήματος και τής λειτουργικότητας των όρων που χρησιμοποιούμε στη γλώσσα, προκειμένου να καταλήξουμε κάπου.

     Κατ΄ αρχήν διακρίνουμε δύο βασικές πλευρές στα νοήματα των όρων:

  • Την πλευρά τής ουσίας (methodological essentialism) και
  • ι
  • Την πλευρά τής λειτουργικότητας (methodological nominalism).

     Οι δυο μέθοδοι αναφέρονται στη σχέση υποκείμενου - κατηγορούμενου τής πρότασης. Η μέθοδος τού essentialism  βλέπει αυτή τη σχέση ως αναγκαία, ενώ η μέθοδος τού nominalism την βλέπει ως περιστασιακή ή συμβατική και δεν αποδίδει καμμιά οντολογική σχέση “ουσίας”.

     Αν η έννοια μιας πρότασης είναι “ουσιαστική” ή “λειτουργική” εξαρτάται από το αν κανείς ψάχνει για την αλήθεια στην “ουσία” (essence) ή στη λειτουργικότητα (functionality) τής πρότασης. Στη δεύτερη περίπτωση η αλήθεια τής πρότασης εξαρτάται από την πρακτική εφαρμογή ή τη λειτουργικότητά της κι όχι αν η πρόταση καλύπτει πλήρως τα “ουσιαστικά” χαρακτηριστικά τού όρου, που φιλοδοξεί να ορίσει.

     Την πρώτη μέθοδο τού methodological essentialism τη διατύπωσαν και χρησιμοποίησαν για εμπέδωση τής γνώσης πρώτα οι αρχαίοι Έλληνες. Ο Σωκράτης φέρεται ως ο πατέρας τής μεθόδου ως μέσον, μέσω τού οποίου μπορούμε να γνωρίσουμε τις πρώτες αρχές, πάνω στις οποίες όλη η γνώση πρέπει να βασίζεται.

   

    Γνώση για τον Σωκράτη και τον μαθητή του αργότερα, Πλάτωνα, καθώς επίσης και τον Αριστοτέλη, ήταν η σύλληψη ή οριοθέτηση, αν θέλετε, των “ουσιαστικών” χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου ή Ιδέας, τα οποία μένουν σταθερά άσχετα από τις φαινομενικές αλλαγές, που μπορεί να υπόκειται ένα αντικείμενο ή Ιδέα. Το κερί για παράδειγμα έχει ορισμένα “ουσιαστικά” χαρακτηριστικά, που παραμένουν αναλλοίωτα σε αντίθεση με το σχήμα ή το χρώμα, που μπορεί να παίρνει κάτω από διαφορετικές θερμοκρασίες. Για να γνωρίσουμε το κερί είναι ικανό και αναγκαίο να δώσουμε το σωστό ορισμό τού κεριού. Να γνωρίσουμε την “ουσία” δηλαδή ή, όπως θα δούμε αργότερα, την Ιδέα τού κεριού κατά τον Πλάτωνα, μέσω τής μεθόδου τής ουσίας. Γνώση των αισθησιακών ιδιοτήτων τού κεριού, όπως το σχήμα, το χρώμα, η πλαστικότητα κ.λπ. είναι μεταβλητές, που αλλάζουν, οιαδήποτε λοιπόν προσπάθεια να τις γνωρίσει κανείς είναι καταδικασμένη. Γι΄ αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες επικέντρωσαν την προσοχή τους στη γνώση των “σταθερών” χαρακτηριστικών ενός όρου ή ενός αντικειμένου, που δεν είναι άλλα από την Ιδέα (Πλάτων).

    Βλέπουμε λοιπόν, πως ή αντίληψη αυτή τού methodological essentialism προς απόκτηση γνώσης υποκαθιστά το ανεξάρτητο αντικείμενο, που υποτίθεται ότι υπάρχει στο χώρο και στο χρόνο και που είναι προσιτό στις αισθήσεις μας, με ένα ιδεατό αντικείμενο ή Πρωτότυπο κατά τον Πλάτωνα, την Ιδέα.

     Η γνώση τής Ιδέας μέσω τής μεθόδου αυτής γίνεται στόχος τής επιστημονικής έρευνας πολλών αρχαίων Ελλήνων στοχαστών και μεταγενέστερων. Το υλικό αντικείμενο, ως αντικείμενο μελέτης ή εγκαταλείπεται τελείως και δημιουργείται ένα χάσμα μεταξύ νοητού και αισθητού, τού γνωστού και ως δυισμού (dualism) δύο χωριστών κόσμων, κατά τον Πλάτωνα, τον κόσμο των Ιδεών και τον κόσμο των αισθήσεων ή γίνεται μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα μέσω τής οντολογίας ή τού λεγόμενου μονισμού, που ισχυρίζεται, ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της Ιδέας και τού υλικού αντικειμένου, το οποίο αντανακλάται στη σκέψη μας. Την άποψη αυτή, ότι η Ιδέα δεν υπάρχει ανεξάρτητη από τα υλικά αντικείμενα σ΄ ένα κόσμο νοητό, όπως πίστευε ο Πλάτων, τη διατύπωσε πρώτος ο Αριστοτέλης, ο οποίος πίστευε, ότι η Ιδέα  τού κεριού π.χ. βρίσκεται μέσα στο κερί και απλώς αντανακλάται στη σκέψη μας και δεν νοείται έξω απ΄ αυτό. Η άποψη αυτή τού Αριστοτέλη ήταν και η αιτία να κόψει τη σχέση του με τον Πλάτωνα λέγοντας το περίφημο, ότι «η αλήθεια προέχει τής φιλίας».



Τόσο ο Ηράκλειτος («τα πάντα ρει»), όσο και οι -αντίπαλοι τού Πλάτωνα- σοφιστές («μέτρον πάντων άνθρωπος»), θεωρούσαν ως φαιδρή την έννοια τής οποιασδήποτε  δήθεν αναλλοίωτης Ουσίας. (Στις εικόνες ο Πρωταγόρας αριστερά και ο Ηράκλειτος)


     Ο ορισμός λοιπόν της Ιδέας τού αντικειμένου ή Ιδέας έδινε τη γνώση ή την “ουσία”  και  ήταν ικανή και αναγκαία συνθήκη τής γνώσης τού αντικειμένου ή τής Ιδέας. Ήταν ή αντικειμενική ή η επιστημονική αλήθεια, χωρίς να είναι αναγκαία η αναπαραγωγή, στην περίπτωση ενός φαινομένου, των αιτιών και συνθηκών που το προκαλούν στο εργαστήριο κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες. Και εδώ βασίζουν την κριτική τους οι σύγχρονοι κατά των αρχαίων Ελλήνων, ότι με τη μέθοδο τού methodological essentialism και τα γνωσιολογικά όρια που βάζει αυτή η μέθοδος (στο ότι δηλαδή θεωρεί ικανή και αναγκαία συνθήκη τον ακριβή ορισμό τής ουσίας τού αντικειμένου ή τής Ιδέας), βύθισαν την Επιστήμη για πολλά χρόνια στο σκοτάδι. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα για μια άλλη συζήτηση.

     Η μέθοδος εφαρμόσθηκε στα Μαθηματικά και τη Γεωμετρία αποτελεσματικά και τα αξιώματα είναι οι Πρώτες Αρχές, πάνω στις οποίες έπρεπε να βασισθούν η αποδεικτικές επιστήμες. Έτσι, φερ΄ ειπείν το ότι ένα τρίγωνο είναι ένα σχήμα, που περικλείεται από τρεις πλευρές είναι αληθές βάσει ορισμού και δεν νοείται ως τρίγωνο ένα σχήμα με τέσσερις πλευρές. Αλήθεια λοιπόν κατ΄ αυτή την άποψη είναι μια ιδιότητα τής πρότασης, που δίνεται εξ ορισμού και ο ορισμός π.χ. «τρίγωνο είναι ένα σχήμα που περικλείεται από τρεις πλευρές» πληρεί την αναγκαία και  ικανή συνθήκη και είναι συνεπώς απολύτως αληθής.

     Η μέθοδος τού methodological nominalism, από την άλλη, διαφέρει, στο ότι δέχεται μεν το σχήμα τού τριγώνου ως ένα σχήμα, που περικλείεται από τρεις πλευρές, αλλά τη λέξη τρίγωνο θα μπορούσε να την αντικαταστήσει με ένα άλλον όρο ή ένα σύμβολο Χ, ένα όνομα ή μια ταμπέλα δηλαδή. Δεν βλέπει καμμιά σχέση “ουσίας” μεταξύ τού σχήματος και τού ονόματος. Τη σχέση μεταξύ όρου και σχήματος τη βλέπει καθαρά ως λειτουργική ή πρακτική (ας βάλουμε δηλαδή μια ταμπέλα πάνω σ΄ αυτό το σχήμα κι ας προχωρήσουμε να κάνουμε ένα επιστημονικό πείραμα να δούμε τι θα βγεί στο τέλος). Δεν τον ενδιαφέρει τον νομιναλισμό ο σωστός ορισμός ή η “ουσιαστική” οριοθέτηση των χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου ή φαινομένου, αλλά η επιβεβαίωση ή το λάθος τής υπόθεσης, πάνω στην οποία βασίστηκε το επιστημονικό πείραμα. Η σχέση αντιστοιχίας μεταξύ πρότασης (τού υποκειμενικού) και τού αντικειμενικού κόσμου γύρω μας δεν είναι τόσο απλή και άμεση όσο πιθανόν να  φαίνεται, ισχυρίζονται οι νομιναλιστές. Η σχέση αυτή πρέπει να δοκιμασθεί μέσα στο επιστημονικό πείραμα κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες και η μέθοδος τού essentialism δεν βοηθάει και πολύ εδώ.

   

     Στο παράδειγμα τού κεριού που δώσαμε πιο πάνω, ο νομιναλισμός δεν ενδιαφέρεται για την “ουσία” τού αντικειμένου, αλλά για τη συμπεριφορά του σε σχέση με άλλα αντικείμενα, τη χημική αλληλεπίδραση με άλλες υλικές ουσίες κ.λπ.. Ο νομιναλισμός δεν προσπαθεί να ορίσει την “ουσία” τού αντικειμένου κερί, αλλά απλώς δέχεται την αυτοτέλεια του από το υποκείμενο, τον επιστήμονα που το μελετάει, και απλώς βάζει την ταμπέλα πάνω του, “κερί”, και προσπαθεί να καθορίσει τις σχέσεις μεταξύ αίτιου και αιτιατού και πάντα σε σχέση με άλλα αντικείμενα ή φαινόμενα στο χώρο και στο χρόνο.

     Βλέπουμε εδώ, ότι ο στόχος τής επιστημονικής έρευνας δεν είναι πλέον ο ορισμός τής “ουσίας” τού κεριού ή τής Ιδέας τού κεριού (Πλάτων), αλλά οι αιτίες, που μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του σε σχέση με άλλα σώματα και ουσίες. Ο στόχος τής επιστήμονικής έρευνας τώρα, θα μπορούσε να είναι ο προσδιορισμός τού σημείου τήξης τού κεριού ή τού σημείου αλλαγής τής μορφής του από στερεό σε αέριο, οι χημικές επιδράσεις του πάνω μας και ούτω καθ΄ εξής.

   

     Ταυτόχρονα με την αλλαγή τού στόχου τής επιστημονικής έρευνας, από τον προσδιορισμό τής “ουσίας” στον προσδιορισμό τής “αιτίας”, αλλάζει και η έννοια τής “αντικειμενικότητας”. Αντικειμενικό τώρα δεν είναι ο ακριβής ορισμός των ουσιαστικών χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου, αλλά η ακριβής αιτία, που προκαλεί την αλλαγή τής συμπεριφοράς του σε σχέση  με άλλα φαινόμενα και πράγματα γύρω του κ.λπ.. Η αιτία και το αποτέλεσμα τώρα επιβεβαιώνονται στο εργαστήριο κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες.

    Εδώ βλέπουμε πραγματικά μια επανάσταση στη Φιλοσοφία τής Επιστήμης, η οποία επηρέασε αποφασιστικά την πορεία τής εξέλιξης τής Δυτικής Ευρώπης και τού κόσμου γενικότερα. Ο πρωτοπόρος στο έργο αυτό ήταν ο Γερμανός φιλόσοφος Εμμάνουελ Κάντ στο δυσνόητο και βαρυσήμαντο έργο του “Η Κριτική τού Καθαρού Λόγου”, στο οποίο έθεσε τις βάσεις τής σύγχρονης επιστήμης.



Η πίστη στην υποτιθέμενη αναλλοίωτη φυλετική, πολιτισμική, ιστορική κ.λπ. «ουσία» τού έθνους οδήγησε -και οδηγεί- δισεκατομμύρια ανθρώπους στην ασθένεια τού εθνικισμού / πατριωτισμού και, φυσικά, τού φασισμού. Έτσι δεν ερμηνεύεται ως τυχαία η προτίμηση όλων των «σοβαρών» φασιστών για τον εφευρέτη τής «Ουσίας», Πλάτωνα, ο οποίος υπήρξε και ο θεωρητικός «θεμελιωτής» τής τόσο προσφιλούς στον φασισμό- βίας επί των εκάστοτε αντιφρονούντων.


     Για να υπενθυμίσουμε, ο λόγος, που κάνουμε την εκτεταμένη αυτή αναφορά στην επιστημολογία είναι, για να δείξουμε πόσο δύσκολο είναι να προσεγγίσει κανείς κοινωνικά φαινόμενα, όπως ο εθνικισμός, ο ρατσισμός κ.λπ. και να κατανοήσουμε το νόημα των όρων, που εκφράζουν αυτά τα φαινόμενα στην κοινωνία. Ένας τρόπος για να κατανοήσουμε τη δυσκολία ορισμού αυτών των εννοιών ήταν να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη μεθολογία των επιστημών. Στον τρόπο δηλαδή, με τον οποίο προσπάθησαν οι κλασικοί να θεμελιώσουν τη γνώση σε στέρεες βάσεις. Βέβαια, το θέμα δεν εξαντλείται εδώ και είναι περιττό να πούμε, πως οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες είναι γεμάτες από συγγράμματα γύρω από το επίμαχο αυτό θέμα τής μεθοδολογίας των επιστημών. Αλλά για το σκοπό μας εδώ αρκεί αυτή η σύντομη αναφορά.

     Ως εδώ είδαμε, ότι ο στόχος τής επιστημονικής έρευνας από τους κλασικούς τής αρχαιότητας ήταν ο ορισμός των “ουσιαστικών” χαρακτηριστικών ενός όρου ή Ιδέας. Αν θέταμε το ερώτημα π.χ. στον Πλάτωνα τι είναι έθνος και εθνικισμός θα προσπαθούσε να μας δώσει έναν ορισμό, που να περικλείει τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά τού όρου ή τής Ιδέας “έθνος” και “εθνικισμός”. Όταν θα είχε λοιπόν ορίσει την Ιδέα τού έθνους, ο ορισμός αυτός θα ήταν ικανός και αναγκαίος για τη γνώση τού όρου “έθνος”. Π.χ θα μπορούσε να είχε ορίσει ως έθνος ένα σύνολο ανθρώπων ομόγλωσσων και ομόθρησκων, που ζούν σε ένα ευρύτερο γεωγραφικό χώρο και πέρα από τα σύνορα μιας κρατικής κυριαρχίας και πιθανόν και με κοινά φυλετικά χαρακτηριστικά. Και αυτός ο ορισμός τού έθνους ως ένα σύνολο ανθρώπων ομόγλωσσων και ομόθρησκων είναι και η επίσημη έννοια τού έθνους από την επίσημη πολιτεία, τουλάχιστον τής συντηρητικής παράταξης.

   

     Η γλώσσα και η θρησκεία γίνονται συνεπώς η ειδοποιός διαφορά, που καθορίζει τον όρο έθνος. Κάθε λοιπόν αλλόφωνος ή αλλόθρησκος, αν και μπορεί να ζεί και να δουλεύει μέσα σε μια χώρα, σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, αποκλείεται από την “εθνική οικογένεια”. Και στη χειρότερη περίπτωση μπορεί να υπόκειται και σε διακρίσεις από την επίσημη πολιτεία.

     Οι νομιναλιστές, από την άλλη, θα μας έδιναν μία λειτουργική έννοια τού όρου έθνος  ως μία λέξη ή μια ταμπέλα αν θέλετε, που, όταν την επικαλείται ο αρχηγός ενός πλήθους ανθρώπων, επιτυγχάνει την ενότητα τους και τους προτρέπει σε δράση. Π.χ. “Έλληνες ενωθείτε”, ή “Έλληνες ξεσηκωθείτε για τη λευτεριά” κ.ο.κ.. Σ΄ αυτή την περίπτωση οι νομιναλιστές δεν ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την “ουσία” τού “Ελληνα” ή τού “έθνους”. Αρκούνται απλώς στη λειτουργικότητά τους ως ενωτικοί κρίκοι μεταξύ των πολιτών ενός λαού προς επίτευξη πρακτικών στόχων, Δεν υπάρχει δηλαδή καμμιά  φυλετική, γλωσσική ή θρησκευτική “ουσία” στη λέξη “Έλληνας” ή στη λέξη “έθνος” γενικά.

   

     Αξίζει λοιπόν να τονίσουμε εδώ, πως οι διάφορες ρατσιστικές ακρότητες, που παρατηρούμε κατά καιρούς στη δημόσια ζωή (η πιο πρόσφατη ήταν με τους βατραχάνθρωπους τού Λιμενικού, που φώναζαν ρατσιστικά συνθήματα στην επέτειο τής 25ης  Μαρτίου μέρα μεσημέρι και στη μέση τής Αθήνας), καθώς και διάφορες προσπάθειες να ορισθεί η “φύση” τού Έλληνα, επικαλούμενοι ακόμα και τον ορισμό τού Ισοκράτη περί ελληνικής παιδείας κ.λπ., έχουν τη ρίζα τους στη μέθοδο περί γνώσης τής “ουσίας”, τού methodological essentialism των αρχαίων Ελλήνων κλασικών. Και ο εκδημοκρατισμός τής ελληνικής κοινωνίας θα ήταν καλό να αρχίσει από την παιδεία με την επαναξιολόγηση των έργων των αρχαίων Ελλήνων, κυρίως τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη, από τους Έλληνες ακαδημαϊκούς και ακαδημαίζοντες, που τείνουν να παίρνουν τοις μετρητοίς τα έργα αυτών των ανθρώπων, χωρίς καμμία ιστορική ή κριτική προσέγγιση.

 

*        *        *

     Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα πού χωλαίνει η προσέγγιση τού methodological essentialism, που εφάρμοσε ο Πλάτων στο έργο του “Πολιτεία”. Ο Πλάτων στην προσπάθειά του να θεμελιώσει τη θεωρία του περί δικαιοσύνης, απορρίπτει τον ορισμό τού Θρασύμαχου, για να ορίσει το δικό του κατά βούληση. Για τον Θρασύμαχο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, «δικαισύνη είναι το πλεονέκτημα τού ισχυροτέρου». Αυτός που έχει τη δύναμη δηλαδή, ορίζει και την έννοια τού δικαίου. Για τον Πλάτωνα «δικαισύνη είναι η αρμονική συνύπαρξη» μεταξύ των κυβερνώντων την πολιτεία και των εργαζομένων. Για να το πούμε έτσι απλά, μια δίκαιη πολιτεία είναι αυτή, που κάνει ο καθένας τη δουλειά του και δεν μπλέκεται στις υποθέσεις τού άλλου.

   

     Το σημείο που θέλουμε να τονίσουμε εδώ δεν είναι αν ο ένας ορισμός ή ο άλλος είναι ο σωστός, αλλά το γεγονός, ότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών όσον αφορά στην έννοια τής δικαισύνης. Κι ενώ μπορεί ο Πλάτων και ο Θρασύμαχος να συμφωνούν στο γεωμετρικό αξίωμα, ότι οι γωνίες τής βάσης ενός ισοσκελούς τριγώνου είναι ίσες, δεν συμβαίνει το ίδιο, όταν πρόκειται για τον ορισμό μιας κοινωνικής κατηγορίας, π.χ.,τής “δικαιοσύνης”.

     Ποιό λοιπόν είναι το πρόβλημα;

     Το πρόβλημα που τίθεται εδώ είναι καθαρά μεθοδολογικό. Τι μέθοδο δηλαδή χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας, για να θεμελιώσει το κοινωνικο-πολιτικό του σύστημα στην “Πολιτεία”; Είναι η μέθοδος τού ορισμού τής “ουσίας” τού αντικειμένου ή τής Ιδέας. Αυτή η μέθοδος είναι η μαθηματική μέθοδος τού ορισμού των αξιωμάτων τής Γεωμετρίας, τα οποία είναι αληθή “εξ ορισμού” και δεν επιδέχονται καμμία αμφισβήτηση. Όταν όμως η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται στην κοινωνία και προσπαθεί να ορίσει όρους, όπως  “δικαιοσύνη”, “έθνος”, “ισότητα” κ.λπ., οδηγείται κανείς, και ο Πλάτωνας ιδιαίτερα, σε παράλογα συμπεράσματα. 

     Ο Πλάτωνας νομίζει, ότι με τη μαθηματική μέθοδο τού ορισμού θα θεμελιώσει ένα αντικειμενικό κοινωνικο - πολιτικό σύστημα πέραν από επί μέρους συγκρουόμενα συμφέροντα και αξίες ατόμων ή τάξεων, που συντάραζαν την κοινωνία των Αθηνών στον καιρό του και θα γινόταν αποδεκτό από όλα τα μέλη τής κοινωνίας. Γι΄ αυτό απορρίπτει την έννοια τής δικαιοσύνης, που υποτίθεται, ότι δίνει ο Θρασύμαχος, ως «το δίκαιο τού ισχυροτέρου» και προσπαθεί να επιβάλλει τη δική του έννοια ως «αρμονία» μεταξύ των τάξεων και αργότερα ως αρμονία των τριών μερών τής ψυχής, σε ατομική βάση.

     Αλλά, όσο και να προσπαθεί ο Πλάτων, και η προσπάθεια είναι πράγματι αξιοθαύμαστη για το καιρό του, να αμβλύνει τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις μεταξύ τής Αθηναϊκής ολιγαρχίας και των δημοκρατών τής εποχής αυτής, στην καλύτερη περίπτωση η προσπάθειά του ερμηνεύεται από τους ιστορικούς ως ένας εξωραϊσμός τού ρόλου τής ολιγαρχίας στην αθηναϊκή κοινωνία. Ο ταξικός χαρακτήρας τής Πολιτείας φαίνεται καθαρά μέσα στην αντίληψη, που είχε ο Πλάτων για τη γνώση. Γνώση για τον Πλάτωνα ήταν η γνώση των Μορφών ή Ιδεών μέσω τής μεθόδου τού ορισμού τού Σωκράτη. Οιαδήποτε άλλη γνώση, τεχνική, ιατρική κ.λπ. δεν άξιζε το όνομα. Στο σύστημα τού Πλάτωνα η αριστοκρατία των Μορφών κατέχει πρώτη θέση στη γνωσιολογική ιεραρχία, όπως παρατηρεί ο Neal Wood, ένας ιστορικός στο έργο του “Ancient Greek and Roman Political Theory”. Μια αντίληψη, που ανταποκρίνεται πλήρως στη ανωτερότητα τής αθηναϊκής ολιγαρχίας τής εποχής.

     Σε σχέση με τη θεωρία των μορφών τού Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης κάνει ένα μεγάλο άλμα στη θεωρία τής γνώσης κι έρχεται πιο κοντά στην υλιστική αντίληψη τής ιστορίας και τής γνώσης με το να εναποθέσει την Ιδέα μέσα στην ύλη, στο αντικείμενο προς μελέτη δηλαδή κι όχι στη σφαίρα των ιδεών, πράγμα, που προκάλεσε και τη ρήξη του με τον Πλάτωνα, όπως αναφέραμε πιο πάνω. Αλλά ο Αριστοτέλης διατηρεί την μέθοδο τής “ουσίας” τής Ιδέας. Και απο αυτή την άποψη δεν διαφέρει από τον Πλάτωνα.

   

    Αλλά το ερώτημα που τίθεται και για τους methodological essentialists, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά και τους nominalists τής Αναγέννησης, όπως ο Kant, είναι αν η μέθοδος των φυσικών επιστημών είναι κατάλληλη για την εξέταση και εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων και κατηγοριών, όπως το “έθνος”, η “ηθική” ή η “δικαιοσύνη” κ.ο.κ.. Και εδώ δεν έχουμε παρά να θέσουμε το ερώτημα ποιός είναι ο γνώστης και ποιό το αντικείμενό του. Μπορεί με άλλα λόγια το “κοινωνικό αντικείμενο” να γίνει γνωστό από τον “επιστήμονα” είτε κοινωνικός είναι αυτός είτε φυσικός; Και η θέση μας είναι κατηγορηματικά όχι. Και ο λόγος είναι, ποιός θα εκπαιδεύσει τον εκπαιδευτή; Το ερώτημα αυτό πρέπει να απαντηθεί από τους αυτόκλητους “κοινωνικούς επιστήμονες”, καθώς και τούς ταγούς τής εξουσίας, που μας καλούν να “υπακούσουμε στη λογική” ή μάλλον στη λογική τους.

       Με άλλα λόγια, πώς μπορεί ο “κοινωνικός επιστήμονας”:

  • Να απαλλαγεί από το αξιολογικό του σύστημα και τις προκαταλήψεις του, για να μας αποκαλύψει την “επιστημονική αλήθεια”.
  • και
  • Eίναι το “κοινωνικό αντικείμενο” μελέτης του το ίδιο με ένα φυσικό αντικείμενο και αν όχι σε τι διαφέρει;

 

     Τα «ιδανικά» και τα «οράματα» αποτελούσαν ανέκαθεν τους δηλητηριώδεις και «εκλαϊκευμένους» απογόνους τής πλατωνικής «Ιδέας».  Τα εθνοποίμνια συνήθως είναι έτοιμα να αυτοκτονήσουν κατά εκατομμύρια για «ιδέες» / απάτες, με τις οποίες η σχολική προπαγάνδα τά έχει αποπροσανατολίσει από τις πραγματικές ανάγκες τους. Η ιδεολογικοποίηση / ωραιοποίηση τού πολέμου στη νεώτερη εποχή, γίνεται ξεκάθαρα μέσα από την έντεχνη κατασκευή δήθεν διαχρονικών και αναλλοίωτων  «ιδανικών», που αφορούν σε εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές ή άλλες φαντασιώσεις.


     Όταν μιλάμε για κοινωνικό αντικείμενο για τι πράγμα μιλάμε; Για ένα φυσικό αντικείμενο ή φαινόμενο μπορούμε να συμφωνήσουμε. Μια πέτρα, που πέφτει στο χώρο, υπόκειται στούς φυσικούς νόμους τής βαρύτητας. Εκεί δεν μπορεί να υπάρξει διαφωνία. Στη κοινωνία όμως, το τι είναι δικαιοσύνη ή αδικία ή έθνος, είναι δύσκολο να υπάρξει συναίνεση κι εδώ τα πράγματα αλλάζουν. Εδώ το φαινόμενο αδικία ή η ιδεολογική του έκφραση έχουν να κάνουν με σχέσεις ομάδων ή τάξεων. Μπορεί το φαινόμενο αυτό να μελετηθεί από έναν  ανεπηρέαστο στοχαστή, που υιοθετεί την μεθοδολογία των φυσικών επιστημών; Όχι βέβαια.

   

     Αν δεχθούμε όμως, πως οι κοινωνικές σχέσεις έχουν πάρει μια φυσική διάσταση και δεν υπόκεινται στους νόμους τής ιστορίας και τής αλλαγής, τότε η εφαρμογή τής μεθόδου των φυσικών επιστημών είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Στην εποχή μας, αυτό που συμβαίνει μέσα στα πανεπιστήμια και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι, ότι ορδές ακαδημαϊκών επιδίδονται σε αέναες συζητήσεις και γράφουν πραγματείες, που δεν ισχύουν πιο πολύ από ένα χρόνο ή έξι μήνες, γιατί τις ξεπερνούν τα  γεγονότα. Παρ΄ όλα αυτά οι “μελέτες” συνεχίζονται!  Ένα ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι, για πόσο χρόνο θα επιδίδονται οι ακαδημαϊκοί και οι ακαδημαϊζοντες σ΄ ένα πνευματικό αυνανισμό, που οδηγεί στο πουθενά;

     Γιατί αν δεχθούμε, ότι οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι “φυσιολογικές”, αλλά ιστορικές και υπόκεινται στο νόμο τής αλλαγής και τής “φθοράς”, τότε οι σχέσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν σταθερό αντικείμενο μελέτης για τους “κοινωνκούς επιστήμονες” κάθε. Με δυο λόγια ή θα δεχθούμε, ότι η κοινωνία δεν είναι δυνατόν να μελετηθεί, γιατί τό αντικείμενο είναι σε συνεχή κίνηση και αλλαγή ή αν δεχθούμε, ότι η κοινωνία μπορεί και πρέπει να μελετηθεί, τότε θα πρέπει το υποκείμενο ή ο μελετητής να είναι ο ίδιος διαμορφωτής τού αντικειμένου, δηλαδή, των κοινωνικών σχέσεων και συνεπώς άμεσος δημιουργός, άρα και γνώστης αυτών των σχέσεων. Γνώση λοιπόν τής κοινωνίας και τής ιστορίας μόνο υπό αυτή την έννοια μπορεί να νοηθεί: πώς ο γνώστης είναι ταυτόχρονα και δημιουργός τού αντικειμένου του.

   

    Από τα ως άνω προκύπτει, πως η εμπειρική μέθοδος των φυσικών επιστημών και των μαθηματικών, που αντιπαραθέτει ένα παθητικό γνώστη σ΄ ένα παθητικό αντικείμενο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στις κοινωνικές επιστήμες, γιατί και το αντικείμενο μελέτης διαφέρει, αλλά και ο γνώστης, το “υποκείμενο,” δεν μπορεί να είναι ο αμερόληπτος “επιστήμονας”, που επιδίδεται με πάθος στην “αντικειμενική” γνώση, (Πλάτων κ.ά.). Στην καλύτερη περίπτωση η “αντικειμενική” γνώση τής κοινωνίας δεν είναι τίποτε άλλο από ιδεολογικές αφαιρέσεις, που λειτουργούν ως εκλογικεύσεις ταξικών συμφερόντων και που οι ταγοί τής εξουσίας τούς έχουν αποδώσει επιστημονική υπόσταση! (Με τον όρο “ιδεολογικές αφαιρέσεις” εννούμε τις διάφορες ιδέες, που γεννάει το μυαλό τού ανθρώπου σε συγκεκριμένες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, προκειμένου να αιτιολογίσει πράξεις και ρόλους μέσα σ΄ ένα κοινωνικό περίγυρο.)

     Το έθνος λοιπόν και ο εθνικισμός είναι επίσης ιδεολογικές αφαιρέσεις, που λειτουργούν ως φόρμουλες νομιμοποίησης συμφερόντων από τη μία ή την άλλη τάξη, ανάλογα με την περίπτωση και δεν έχει κανένα βαθύτερο νόημα η “ουσία” τής φυλής κ.λπ.. Η ιδέα έθνος, όπως αναφέραμε πιο πάνω, λειτουργεί διαφορετικά σε διαφορετικά στάδια τής κοινωνικής εξέλιξης μιας κοινωνίας. Στην παρούσα ιστορική φάση των λαών, το έθνος έχει πάρει το νόημα τού κεντρικού κράτους, που έχει έλεγχο και δικαιοδοσία σε μια ορισμένη έκταση με συγκεκριμένα σύνορα κατοχυρωμένα από διεθνείς θεσμούς κ.λπ.. Και αν το εθνικό κράτος σήμερα αποκλείει άλλες φυλές και άτομα από την “εθνική οικογένεια”, με την κοινωνική εξέλιξη και την οικουμενική αντίληψη τού ανθρώπου να κερδίζει έδαφος συνεχώς, η έννοια τού “εθνικού κράτους” ως μία ενωτική φόρμουλα συμφερόντων θα πάψει να ισχύει ή να έχει νόημα στο μέλλον.

*         *         *

     Το να προσπαθεί λοιπόν κανείς να μιμηθεί τον Πλάτωνα και να “ορίσει” την “ουσία” ή τη “φύση” τής ιδέας τού έθνους ή τού “έλληνα” σήμερα, δεν κάνει τίποτε άλλο, από το αναμασάει τα τετριμένα και να προσπαθεί να  ζήσει στο παρελθόν, όταν το παρόν δεν τού προσφέρει τίποτα.

 
   

Σημείωση:

Ο κ. Μπάκας είναι Μaster Graduate of Philosophy

and Political Theory (York University), Toronto, Canada.

Ζει στο Τορόντο τού Καναδά.



 
Επιστροφή Επιστροφή στην κορυφή




ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ



Υπολειπόμενοι χαρακτήρες

Κωδικός ασφαλείας:

7+9=





ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ


Από: (ηλεκτρονική διεύθυνση)


Προς: (ηλεκτρονική διεύθυνση)


Σημείωση: (προαιρετικό)

0 χαρακτήρες γράψατε και απομένουν 255.

Αποστολή

Αναζήτηση σε:


Αποστολή

 




FreeInquiry© 2013
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ
ΒΙΒΛΙΑ ΔΩΡΕΑΝ



Διαβάστε περισσότερα
 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ
ΜΑΖΙ ΜΑΣ



Στείλτε μας τα μηνύματά σας
στη διεύθυνση: info@freeinquiry.gr

 
ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΟ



 
THE
FREEINQUIRY.GR
BAND

 

 

 

 

 

 

 

 


 
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΟΣ



Για να ενημερώνεστε online
για όλες τις νέες αναρτήσεις
άρθρων της «Ελεύθερης Έρευνας».

Διαβάστε περισσότερα
 
 

  

  

 
 

 

 
 



240 σελίδες
έκδ. «Δρόμων», Αθήνα, 2016

Διαβάστε περισσότερα




64 σελίδες
έκδ. «Ελεύθερη Έρευνα»,
Αθήνα, 2016

Διαβάστε περισσότερα




72 σελίδες
έκδ. «Δρόμων», Αθήνα, 2014

Διαβάστε περισσότερα
 
ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ
Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΜΑΣ

Άδεια Creative Commons Η «Ελεύθερη Έρευνα» διατίθεται με άδεια:
Αναφορά Δημιουργού─Μη Εμπορική Χρήση─Παρόμοια Διανομή─3.0 Ελλάδα (CC BY-NC-SA 3.0 GR).

Διαβάστε περισσότερα
 
 


Tα κίνητρα
και η πορεία
προς την εξουσία




«Λένε, ότι η εξουσία διαφθείρει,
αλλά το πιο σωστό είναι, ότι η εξουσία προσελκύει τους διεφθαρμένους.
Οι υγιείς συνήθως έλκονται από άλλα πράγματα, παρά από την εξουσία».

David Brin (αμερικανός συγγραφέας)


Σε πάρα πολλούς ανθρώπους αρέσει το χρήμα. Ιδιαιτέρως τους αρέσει να πλουτίζουν χωρίς ιδιαίτερο μόχθο και ρίσκο. Δύσκολο. Αυτό όμως, που συγκινεί τους περισσότερους ανθρώπους, είναι η άσκηση της εξουσίας.

Όσοι μπαίνουν στη πολιτική δεν το κάνουν για να συνεισφέρουν στο κοινό καλό, την ευημερία του μέσου πολίτη και την απλοποίηση της καθημερινότητάς του.

Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, πίσω από κάθε εισερχόμενο στη πολιτική κρύβονται προσωπικές φιλοδοξίες, αλλά και συμπλέγματα ή αδυναμίες, που προκλήθηκαν στα παιδικά του χρόνια...


 


Μεγαλόσχημοι ιστοριογράφοι
στην υπηρεσία της ιδεολογίας
της εκάστοτε εξουσίας
από την αρχαιότητα έως σήμερα




Ένα από τα σπουδαιότερα εργαλεία, που κρατάει στα χέρια της η πολιτική εξουσία, είναι η χρήση της ιστορικής γνώσης. Η ιστορική καταγραφή και γνώση σε συνδυασμό με τις μεθόδους χειραγώγησης των μαζών και των τακτικών πολιτικής προπαγάνδας, μπορούν να κατευθύνουν την πολιτική σκέψη των ανθρώπων.

Οι έντονοι διαξιφισμοί διαφόρων πολιτικών προσώπων με θέμα τη μέθοδο της διδασκαλίας της Ιστορίας στα σχολικά εγχειρίδια μονοπωλούν σε μεγάλα διαστήματα το ενδιαφέρον στα ΜΜΕ.

Μετά τους πολιτικούς, παίρνουν την σκυτάλη άνθρωποι, που φέρουν τον τίτλο του ιστορικού ερευνητή, προκειμένου να μας «διαφωτίσουν» για το ποια άποψη είναι ιστορικά σαφής και επιστημονικά αποδεδειγμένη...


 


Η γλωσσική ασυνέχεια
στον ελλαδικό χώρο
από την αρχαιότητα έως σήμερα



Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους του νεορωμέικου εθνικισμού είναι η τρισχιλιετής και πλέον ιστορία της γλώσσας μας, η αδιάλειπτη συνέχειά της δηλαδή, από την αρχαιότητα έως σήμερα. «Η ενιαία και αδιαίρετη ελληνική» αποτελεί σχεδόν στερεοτυπική έκφραση, που επαναλαμβάνεται συνεχώς. Ο μύθος της γλωσσικής συνέχειας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν άλλο μύθο, αυτόν της πολιτισμικής και φυλετικής ενότητας και συνέχειας, καθότι η συνέχεια του «ελληνισμού» προϋποθέτει, φυσικά, και τη συνέχεια της γλώσσας.

Η γλώσσα επομένως, που επιβλήθηκε στους σημερινούς κατοίκους του ελλαδικού χώρου μέσω της υποχρεωτικής παιδείας του έθνους─κράτους, έπρεπε οπωσδήποτε να αναχθεί στην αρχαιότητα. Γι’ αυτό το λόγο έχει θεσπισθεί η ανούσια διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ήδη από το Γυμνάσιο. Δεν ενδιαφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα να μάθει αρχαία ο μαθητής. Τα διδάσκεται όμως, προκειμένου να πεισθεί, ότι είναι απόγονος των αρχαίων ελλήνων.

Για τους σημερινούς ρωμιούς, παρά τα χρόνια, που υποχρεωτικά διδάσκονται αρχαία ελληνικά στο σχολείο, είναι σαφές, ότι τους είναι εντελώς ακατανόητα. Το επιχείρημα, ότι πολλές λέξεις είναι ίδιες ή παρόμοιες δεν καθιστούν τα αρχαία κατανοητά, καθώς η αναγνώριση σποραδικών λέξεων μέσα σε προτάσεις δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση κατανόηση του νοήματος των προτάσεων.

Η σχετική εξ άλλου λεξιλογική και μορφολογική ομοιότητα της σημερινής γλώσσας (της ρωμέικης, όπως λεγόταν μέχρι πρότινος κι όχι ελληνικής) με προγενέστερες φάσεις της οφείλεται στον καθαρευουσιανισμό και στην τάση υποχρεωτικής «εξυγίανσής» της από διάφορα ξένα στοιχεία (αλβανικές, τούρκικες, σλάβικες κ.λπ. λέξεις και τοπωνύμια). Από τον 19ο αιώνα και μετά, επιβλήθηκε δια της παιδείας αθρόα και αυθαίρετη εισαγωγή αρχαίων λέξεων και ριζών για τη δημιουργία νέων λέξεων...


 


Πώς η Αριστερά της Ρωμιοσύνης
εφευρίσκει τους μύθους της




Ο φυλακισμένος αριστερός αγωνιστής, που έκλαιγε και ζητούσε «τη μανούλα του».

Ο κομμουνιστής συγγραφέας, που συνεννοήθηκε με τον Μάο μιλώντας του στα... κρητικά, ενώ εκείνος του απαντούσε στα κινέζικα!

Πώς ο ίδιος ξεσήκωσε τους παριστάμενους σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα παρουσιάζοντάς τους το πουκάμισό του, ως δήθεν το πουκάμισο ενός εκτελεσμένου από τους γερμανούς συντρόφου του.

Τα τρία αυτά επεισόδια περιγράφει με νοσταλγία και καμάρι ο Λεωνίδας Κύρκος σε εκπομπή, που προβλήθηκε τις προάλλες από το κανάλι της Βουλής («Σαν παραμύθι»).
 
Πρόκειται για μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, κατά την οποία ο επί σειρά ετών βουλευτής της Αριστεράς, αφηγείται στιγμιότυπα από τον πολιτικό του αγώνα και προβαίνει σε εκτενή αναφορά ορισμένων ασυνήθιστων καταστάσεων, που έζησε κατά τη διάρκεια ενός παλιού ταξιδιού του στην Κίνα, όπου συνάντησε τον Μάο και στη Μόσχα, όπου συμμετείχε σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε τα όσα λέει στη συνέντευξη αυτή ο παλιός αριστερός πολιτικός, γιατί από τα λεγόμενά του μπορούμε χαρακτηριστικά να διακρίνουμε:

Με τι άνεση και οι άνθρωποι της Αριστεράς ─οι οποίοι είχαν σταθεί απέναντι σε ένα Σύστημα, που τους καταδίωκε και τους φυλάκιζε και το οποίο είχε κατασκευασθεί κι επιβληθεί με την αρωγή πλήθους εθνικών, θρησκευτικών και άλλων μύθων─ εύκολα κατασκεύαζαν κι εκείνοι με τη σειρά τους τους δικούς τους μύθους, προκειμένου να προπαγανδίσουν τη δική τους ιδεολογία...


 


Πέντε
ευρωπαϊκοί μύθοι



Οι εβραίοι υποχρεώνονταν κάποτε,
να φορούν το κίτρινο αστέρι του Δαβίδ.
Οι μετανάστες υποχρεώνονται σήμε-
ρα, να φορούν κόκκινα βραχιολάκια.


Η σημερινή Ευρώπη δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση με κανένα τρόπο. Αντιπροσωπεύει ό,τι πιο σάπιο, διεφθαρμένο και ανάλγητο έχει εμφανιστεί ποτέ στο έδαφός της. Έχει τεράστιες ευθύνες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση των πολιτών της. Έχει τεράστια ευθύνη για τη συμβολή της στη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος. Έχει τεράστιες ευθύνες απέναντι στον ανθρωπισμό και τη δημοκρατία.

Με το άρθρο αυτό δεν επιχειρείται ο εξωραϊσμός του απατεώνα, κρατικοδίαιτου κλεφτοκοτά ρωμιού. Ούτε δίνεται άλλοθι στην πολιτική τυχοδιωκτική και ξεπουλημένη αλητεία, που κυβερνά αυτόν τον τόπο από συστάσεως του κρατιδίου-προτεκτοράτου της Ρωμιοσύνης. Αυτά τα έχουμε αναλύσει σε πολλά άρθρα μας κατά το παρελθόν.

Σκοπός του άρθρου είναι να απομυθοποιήσει την υποτιθέμενη «Ενωμένη Ευρώπη» και να καταδείξει το πραγματικό αποκρουστικό της πρόσωπο.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, τους ευρωπαϊκούς μύθους...